Στον λαό μίας και μόνης από τις 27 χώρες-μέλη της ΕΕ δόθηκε η δυνατότητα να εκφράσει τη γνώμη του για τη Συνθήκη της Λισαβόνας και η απάντηση ήταν ένα βροντερό «όχι»! Σείεται συθέμελα το οικοδόμημα της ΕΕ από το «όχι» των Ιρλανδών την Πέμπτη, ενώ οι Ευρωπαίοι ηγέτες προχωρούν σε νέα επίδειξη αντιδημοκρατικής νοοτροπίας, καλώντας ουσιαστικά σε περιφρονητική αγνόηση της ετυμηγορίας του ιρλανδικού λαού και συνέχιση της διαδικασίας επικύρωσης και εφαρμογής της Συνθήκης της Λισαβόνας σαν να μη συνέβη τίποτα!
Φαινόμενο
Θα έπρεπε όμως να τους προβληματίσει το γεγονός γιατί ένας τόσο φιλοευρωπαϊστής λαός όπως οι Ιρλανδοί, οι οποίοι επιπροσθέτως είναι οι πιο ωφελημένοι από τη συμμετοχή τους στην ΕΟΚ και στην ΕΕ, είπαν κατηγορηματικά «όχι» στη νέα συνθήκη της ΕΕ, συνεχίζοντας το φαινόμενο του «όχι» των Γάλλων και των Ολλανδών στο Ευρωσύνταγμα προ τριετίας.
Το φαινόμενο του ιρλανδικού «όχι» έχει ακόμη σοβαρότερες πολιτικές διαστάσεις, καθώς τόσο η κυβέρνηση όσο και όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης (με μοναδική εξαίρεση το Σιν Φέιν που συνδέεται με τον IRA), αλλά και τα συνδικάτα, όπως και η ένωση αγροτών, φυσικά η ένωση εργοδοτών αλλά και η πανίσχυρη καθολική εκκλησία, είχαν ταχθεί αναφανδόν υπέρ του «ναι».
Ολες οι κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές ελίτ τάχθηκαν υπέρ του «ναι» κι όμως βγήκε επιβλητικά «όχι»!
Είναι προφανές πως στην Ευρώπη υποβόσκει μια ριζική διάσταση ανάμεσα στις ελίτ και στις μάζες των πολιτών, οι οποίες εκφράζουν τη δυσαρέσκειά τους ψηφίζοντας «όχι» κάθε φορά που τους δίνεται η δυνατότητα να εκφράσουν τη γνώμη τους σε δημοψήφισμα.
Δεν είναι τυχαίο ότι σχεδόν σε οποιοδήποτε δημοψήφισμα γίνεται στην ΕΕ τα τελευταία χρόνια, η λαϊκή ετυμηγορία είναι αλλεπάλληλα «όχι», όποιο και αν είναι το θέμα.
«Οχι» έχουν πει δύο φορές οι Δανοί και μία φορά οι Σουηδοί στην οικονομική και Νομισματική Ενωση «ΟΝΕ», «όχι» έχουν πει οι Νορβηγοί στην ένταξη στην ΕΕ, «όχι» είχαν πει οι Ιρλανδοί στη Συνθήκη της Νίκαιας, «όχι» είπαν οι Γάλλοι και οι Ολλανδοί στο Ευρωσύνταγμα, «όχι» είπαν τώρα οι Ιρλανδοί στη συνθήκη της Λισαβόνας.
Οι ελίτ και ο λαός
Αποκαλύπτει βαθύτατα αντιδημοκρατική νοοτροπία η ματαίωση προκηρυγμένων δημοψηφισμάτων για το Ευρωσύνταγμα μετά το γαλλικό και το ολλανδικό «όχι», επειδή ήταν βέβαιο ότι σε τουλάχιστον πέντε ακόμη χώρες θα επικρατούσε το «όχι» (Βρετανία, Δανία, Ιρλανδία, Σουηδία, Τσεχία), καθώς και το να βαφτίζεται το Ευρωσύνταγμα ουσιαστικά σε «κοινή» συνθήκη και στη συνέχεια να μην τίθεται σε δημοψήφισμα πουθενά και να εγκρίνεται μόνο από τα κοινοβούλια, όπου τα πάντα είναι ελεγχόμενα!
Αυτή η πραξικοπηματική παράκαμψη της βούλησης των Ευρωπαίων πολιτών σίγουρα γλιτώνει τις κυβερνήσεις των χωρών της ΕΕ από πολλούς πονοκεφάλους, αλλά ταυτόχρονα βαθαίνει το χάσμα που χωρίζει τους λαούς από τις ελίτ και αποξενώνει τους πολίτες από το είδος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης που προωθούν οι ελίτ.
Ετσι, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στη μοναδική χώρα που έγινε δημοψήφισμα, την ακραία ευρωπαϊστική Ιρλανδία, οι πολίτες είπαν και πάλι «όχι».
Απογοητευμένοιοι πολίτες από την ΕΕ
Ορισμένοι άνευ όρων απολογητές της ΕΕ απορούν γιατί οι λαοί απορρίπτουν κείμενα συνθηκών της ΕΕ (Μάαστριχτ, Κάνες, Ευρωσύνταγμα, Λισαβόνα) και επιχειρούν να αποδώσουν τις απορρίψεις σε άγνοια των ψηφοφόρων ως προς το περιεχόμενο των συνθηκών. Εν πρώτοις υποτιμούν το γεγονός ότι αν όντως τεθούν σε ευρεία δημόσια συζήτηση οι διατάξεις των συνθηκών αυτών, τότε σίγουρα θα αυξηθεί το ποσοστό του «όχι», όπως έγινε π.χ. στη Γαλλία, όπου το «ναι» υπερτερούσε σαρωτικά μέχρι που άρχισε η πραγματικά ευρύτατη συζήτηση για το περιεχόμενο του Ευρωσυντάγματος, οπότε και το «όχι» απογειώθηκε και επικράτησε σαρωτικά. Το σημαντικότερο όμως είναι πως, όταν γίνεται δημοψήφισμα για κάποια συνθήκη της ΕΕ, οι λαοί εκφράζουν πρωτίστως τη συνολική τους άποψη για τα πεπραγμένα και την κατάσταση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης τη δεδομένη χρονική και πολιτική συγκυρία.
Αν η συνολική πορεία της ΕΕ είναι θετική και επιδοκιμάζεται από τους πολίτες, το «ναι» σαρώνει. Αν οι πολίτες είναι δυσαρεστημένοι από την ΕΕ, επικρατεί το «όχι». Αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό. Ετσι γίνεται και στις εθνικές εκλογές. Το ευρώ π.χ. έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στην εκτόξευση του κόστους ζωής σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, όπου θεωρείται παράγοντας που έφερε ακρίβεια και διευκόλυνε την κερδοσκοπία. Πώς θα εκφράσει ο Ευρωπαίος πολίτης την αγανάκτησή του για το θέμα αυτό, αν όχι και με την ψήφο του σε ένα δημοψήφισμα με περιεχόμενο που άπτεται της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης;
Οργή για την ακρίβεια
Η Κομισιόν από την άλλη πλευρά στραγγαλίζει συστηματικά τις πολιτικές και δημοκρατικές ελευθερίες των Ευρωπαίων, κάτω από την πίεση των ΗΠΑ. Οι υπουργοί Εργασίας των κυβερνήσεων της ΕΕ ψήφισαν τη Δευτέρα οδηγία που αφήνει ελεύθερο στους εργοδότες το πεδίο για την επιβολή... 65 (!) ή και περισσότερων ωρών εργασίας την εβδομάδα. Δεν θα αντιδράσουν με κάποιο τρόπο οι ψηφοφόροι σε αυτή την πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης; Συνιστά επομένως φαρισαϊσμό και ακραία υποκρισία να θεωρεί κανείς ότι ο Ιρλανδός ψηφοφόρος δεν θα εκφράσει την οργή του για την ακρίβεια του ευρώ που ρίχνει το βιοτικό του επίπεδο, για τη συρρίκνωση της ελευθερίας του, για τον εργασιακό μεσαίωνα που φέρνει η ΕΕ και αντ αυτού θα ενδιαφερθεί περισσότερο να εγκρίνει τον συμβιβασμό των ηγετών των «27» να πάρει η Ιταλία 73 και όχι 72 ευρωβουλευτές! Ο βίος και η πολιτεία της ΕΕ απογοητεύουν βαθύτατα τους Ευρωπαίους πολίτες και υπ αυτό το πρίσμα θα αντιμετωπιζόταν η Συνθήκη της Λισαβόνας οπουδήποτε και αν έμπαινε σε δημοψήφισμα - γι αυτό και εισέπραξε το «όχι» των Ιρλανδών, οι οποίοι επάξια εκπροσώπησαν τα 500 εκατ. Ευρωπαίων πολιτών.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν πτοούνται παρά την ηχηρή καταψήφιση...
Οπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, οι αλλαγές που προωθεί η Συνθήκη της Λισαβόνας είναι στρατηγικού χαρακτήρα για τα συμφέροντα των ηγεμονικών δυνάμεων της ΕΕ και πρωτίστως της Γερμανίας.
Ακριβώς γι αυτόν τον λόγο επιχείρησαν αρχικά να τους προσδώσουν συνταγματικό χαρακτήρα, δηλαδή μη επιδεχόμενο ουσιαστικά αλλαγών γι αυτό και επιδίωξαν να περάσουν το Ευρωσύνταγμα. Απέτυχαν. Μετονόμασαν αναγκαστικά το Ευρωσύνταγμα σε απλή συνθήκη, άρα ευκολότερο να αλλάξουν οι διατάξεις με απλώς μια καινούργια μελλοντική συνθήκη. Για να μη διακινδυνεύσουν το πέρασμα της Συνθήκης της Λισαβόνας, επέλεξαν τη σίγουρη οδό της κύρωσης από τους βουλευτές και όχι από τους λαούς.
Η πραξικοπηματική παράκαμψη των Ευρωπαίων πολιτών εξαιτίας του φόβου ότι θα πουν «όχι» συνιστά σοβαρή πολιτική ήττα, αφού στερεί την ευρωσυνθήκη από την αναγκαία πολιτική νομιμοποίηση από τους λαούς.
«Με αυτή τη συνθήκη η Ευρώπη παραιτείται οριστικά από την ιδέα ότι οι πολίτες θα μπορούσαν να συμμετάσχουν στη συζήτηση για την ευρωπαϊκή συνταγματική τάξη» έγραφε με εμφανή πικρία η γερμανική εφημερίδα «Φράνκφουρτερ Αλγκεμάινε», ομολογώντας ότι «σε πολλές από τις παλιές χώρες - μέλη η κοινή γνώμη έχει γίνει τόσο απρόβλεπτη απέναντι στην ΕΕ, ώστε οι κυβερνήσεις τους χειρίζονται τη μεταρρυθμιστική συνθήκη σαν ωρολογιακή βόμβα που έχει ήδη τεθεί σε λειτουργία».
Ανάλογο πνεύμα διαπερνούσε τις απόψεις και της ισπανικής «Ελ Παϊς», όταν οριστικοποιήθηκε η Συνθήκη της Λισαβόνας και η αποφυγή των ηγετών της ΕΕ να τη θέσουν σε δημοψηφίσματα.
Αρχίζουν οι εκφοβισμοί
Αυτές είναι σωστές, αλλά δημοσιογραφικές απόψεις. Η Συνθήκη της Λισαβόνας όμως είναι πολύ σημαντική για τις ηγεμονικές δυνάμεις της ΕΕ, ώστε να την υπαγάγουν σε δημοκρατικές διαδικασίες.
Η απόρριψη από την Ιρλανδία δεν πρόκειται να τους σταματήσει. Θεωρητικά, η απόρριψη από τους Ιρλανδούς σημαίνει ότι «δεν υπάρχει φυσικά Συνθήκη της Λισαβόνας», όπως παραδέχτηκε την Πέμπτη το βράδυ ο Γάλλος πρωθυπουργός Φρανσουά Φιγιόν. Πρακτικά, τα πράγματα θα εξελιχθούν εντελώς διαφορετικά.
Με κομψό τρόπο, οι ηγέτες των υπόλοιπων 26 χωρών θα διακηρύξουν ότι αυτοί συνεχίζουν αποφασισμένοι να θέσουν σε ισχύ τη Λισαβόνα την 1η Ιανουαρίου 2009, αδιαφορώντας για την απόφαση των Ιρλανδών. Αυτό θα το επισημοποιήσουν και την εβδομάδα που έρχεται στη σύνολο κορυφής της ΕΕ που θα γίνει στις Βρυξέλλες.
Για να εκφοβίσουν μάλιστα τους Ιρλανδούς, δεν αποκλείεται να κάνουν λόγο για «ειδική σχέση» της Ιρλανδίας με την ΕΕ, αφήνοντας να επικρέμαται μια αόριστη απειλή «αποβολής» της χώρας ή υποβάθμισής της. Αυτό θα το δουλέψει προπαγανδιστικά η ιρλανδική κυβέρνηση και μετά από κάποιο διάστημα θα βάλει τους Ιρλανδούς να ξαναψηφίσουν και θα αποσπάσει το «ναι».
Το μείζον όμως γεγονός παραμένει και αποτελεί παράδειγμα: μια μικρή χώρα όπως η Ιρλανδία τόλμησε να υπερασπιστεί την εθνική ανεξαρτησία της και να ταράξει τα ευρωπαϊκά λιμνάζοντα ύδατα, προκαλώντας συζητήσεις πανευρωπαϊκής κλίμακας και στέλνοντας το μήνυμα δυσαρέσκειας της βάσης των Ευρωπαίων προς τους όλο και πιο αποξενωμένους ηγέτες τους.
Ενα όπλο στα χέρια των ισχυρών χωρών είναι η Συνθήκη της Λισαβόνας
Η ευρωσυνθήκη που συνηθίσαμε να ονομάζουμε κωδικά Συνθήκη της Λισαβόνας και που το επίσημο όνομά της συνιστά το άκρον άωτον της γραφειοκρατικής διαστροφής των Βρυξελλών - «Συνθήκη για την τροποποίηση της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ενωση και της Συνθήκης για την Ιδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (!)»- είναι κατ ουσίαν το 90% του περιεχομένου του απορριφθέντος Ευρωσυντάγματος σε όλα τα ουσιώδη σημεία. Περιέχει δε όλα τα απωθητικά σημεία για τα οποία το απέρριψαν οι Γάλλοι και οι Ολλανδοί ψηφοφόροι.
Στόχος της Συνθήκης της Λισαβόνας είναι να περιορίσει δραστικά την εθνική κυριαρχία των κρατών - μελών της ΕΕ σε όλους τους τομείς.
Συρρικνώνονται οι ελευθερίες
Ετσι, καταργεί το βέτο σε περίπου 50 (!) τομείς, με σημαντικότερη την κατάργηση του βέτο στα ζητήματα δημόσιας τάξης και εσωτερικής ασφάλειας, όπου συρρικνώνονται δραματικά οι πολιτικές ελευθερίες, προωθείται το ευρωφακέλωμα και η παράδοση των στοιχείων όλων των Ευρωπαίων πολιτών στις υπηρεσίες ασφαλείας των ΗΠΑ, όπως και η δυνατότητα έκδοσης Ευρωπαίων πολιτών στις αρχές των ΗΠΑ!
Η περιβόητη «ευρωπαϊκή άμυνα» επίσης υποτάσσεται πλήρως στο υπό αμερικανική επικυριαρχία ΝΑΤΟ.
Καταργείται επίσης το δικαίωμα της κάθε χώρας της ΕΕ να έχει δικό της επίτροπο, ώστε τουλάχιστον να γνωρίζει από πρώτο χέρι τι συζητείται στην Κομισιόν. Οι επίτροποι τώρα θα εναλλάσσονται και ανά πάσα στιγμή το ένα τρίτο των χωρών δεν θα έχει επίτροπο.
Αλλάζει τέλος ο τρόπος ψηφοφορίας στη λήψη αποφάσεων, ώστε να είναι αδύνατη η λήψη αποφάσεων εναντίον της θέλησης των μεγάλων χωρών.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΛΑΣΤΙΚ















