Την τυπική αποσύνδεση του ζητήματος της δήθεν «μακεδονικής μειονότητας» από τη διαδικασία των συνομιλιών για την ονομασία επιχειρούν τώρα τα Σκόπια τις παραμονές του νέου γύρου διαβουλεύσεων του κ. Νίμιτς με τους εκπροσώπους των δύο χωρών.
Συγχρόνως, όμως, τίθενται σοβαρά ερωτηματικά για την ορθότητα της επιλογής της ελληνικής κυβέρνησης να απαντηθεί η επιστολή Γκρούεφσκι περί «μακεδονικής μειονότητας», καθώς τα Σκόπια υποστηρίζουν ότι η κίνηση αυτή συνιστά αποδοχή διαλόγου.
Ο Σκοπιανός υπουργός Εξωτερικών, Α. Μιλοσόσκι, σε συνέντευξή του («Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία») επιχειρεί ουσιαστικά να ανατρέψει την ελληνική επιχειρηματολογία ότι η έγερση μειονοτικού ζητήματος υπονομεύει τη διαδικασία του ΟΗΕ, επιχειρώντας αλλαγή του πλαισίου και του αντικειμένου της διαπραγμάτευσης για το όνομα, που αποτελεί και τη μόνη διαφορά μεταξύ των δύο χωρών.
Ο κ. Μιλοσόσκι τονίζει ότι το θέμα της «μακεδονικής μειονότητας» είναι διμερές και «δεν θα διαταράξει τις συνομιλίες που γίνονται στον ΟΗΕ, καθώς το πλαίσιο των συνομιλιών για την ονομασία παραμένει το ίδιο, όπως και η δέσμευση του κ. Νίμιτς, αποστολή του οποίου είναι να βοηθήσει να ξεπεραστούν οι διαφορές που έχει η Ελλάδα αναφορικά με το συνταγματικό όνομα της Μακεδονίας».
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όμως, έχει η δήλωση του κ. Μιλοσόσκι ότι και μόνο το γεγονός ότι ο κ. Καραμανλής δέχθηκε να απαντήσει στην επιστολή Γκρούεφσκι περί «μακεδονικής μειονότητας» συνιστά «αποδοχή για πρώτη φορά από Ελληνα πρωθυπουργό διαλόγου για το θέμα αυτό».
Αποκάλυψη
Ο κ. Μιλοσόσκι στην (εντυπωσιακά) καλά προετοιμασμένη παράθεση των απαντήσεών του αποκαλύπτει ότι θέμα μειονότητας είχε τεθεί και πέρυσι στην κ. Μπακογιάννη, κάτι που όμως δεν είχε γίνει γνωστό από το ελληνικό ΥΠΕΞ.
«Συζητήσαμε αυτά τα διλήμματα με την κ. Μπακογιάννη πέρυσι στο περιθώριο ενός συνεδρίου στη Μαδρίτη», υποστηρίζει ο κ. Μιλοσόσκι, ο οποίος παρουσιάζει και νέα ανιστόρητα επιχειρήματα για να στηρίξει τους ισχυρισμούς περί «μακεδονικής μειονότητας».
Ο Σκοπιανός υπουργός Εξωτερικών αφενός ορίζει αυθαίρετα ως κριτήριο την ομιλία ιδιώματος για τη συμπερίληψη Ελλήνων πολιτών σε «μακεδονική μειονότητα» και για να δικαιολογήσει τον δεδομένο μικρό έως ελάχιστο αριθμό μελών μιας τέτοιας μειονότητας, τους συγκρίνει με τους 3.000 Ελληνες της Κωνσταντινούπολης, παραβλέποντας βεβαίως ότι πρόκειται για μειονότητα αναγνωρισμένη μέσω διεθνών συνθηκών και η οποία συρρικνώθηκε για συγκεκριμένους και απολύτως γνωστούς λόγους. Ο κ. Μιλοσόσκι επιμένει ότι η όποια ονομασία θα τεθεί σε δημοψήφισμα.
Εντονότατη ήταν η αντίδραση του πολιτικού εκπροσώπου του ΠΑΣΟΚ για θέματα Εξωτερικών, Α. Λοβέρδου, ο οποίος τόνισε ότι και με τη συνέντευξη Μιλοσόσκι δυστυχώς δικαιώθηκαν το ΠΑΣΟΚ και τα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης, όταν τόνιζαν ότι δεν έπρεπε να απαντήσει ο κ. Καραμανλής στην επιστολή Γκρούεφσκι, γιατί «παρότι τα επιχειρήματα του πρωθυπουργού ήταν αρνητικά, η Ελλάδα έμπαινε σε έναν διάλογο για ανύπαρκτα θέματα». Ο κ. Λοβέρδος, όμως, εκφράζει την απορία του ζητώντας αμέσως διευκρινίσεις από την κ. Μπακογιάννη σχετικά με τον ισχυρισμό του Σκοπιανού υπουργού Εξωτερικών ότι είχε θέσει μειονοτικό ζήτημα στην ίδια πριν από έναν χρόνο.
Ν. ΜΕΛΕΤΗΣ














