15 δημοσιογράφοι που βίωσαν την εμπειρία της πύρινης λαίλαπας περιγράφουν τις δύσκολες ώρες που έζησαν μαζί με τους συνανθρώπους μας και μας μεταφέρουν προσωπικές τους στιγμές από μια καταστροφή που κανείς δεν πρόκειται -και ούτε πρέπει- να ξεχάσει
«Ασε την κάμερα και πιάσε τον κουβά», προέτρεπαν οι κάτοικοι των πυρόπληκτων χωριών τούς ρεπόρτερ των καναλιών που έσπευσαν στους τόπους της καταστροφής. Μάρτυρες της τραγωδίας, οι δημοσιογράφοι λειτούργησαν σε ορισμένες περιπτώσεις ως δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα σε κατοίκους που κινδύνευαν στα φλεγόμενα χωριά και στην πολιτεία.
Αλλοτε πάλι η οργή των πολιτών ξέσπασε στα πρόσωπά τους, ενώ υπήρξαν φορές που δημοσιογράφοι κυκλώθηκαν από τις φλόγες και κινδύνεψαν πραγματικά. Κάποιοι «τραυματίστηκαν» από την εμπειρία των πυρκαγιών, μερικοί τη συγκρίνουν με πόλεμο, αλλά όλοι μιλούν για πανικό, απελπισία και πόνο, για την ολιγωρία του κρατικού μηχανισμού και τους περήφανος γέροντες που δεν άφηναν τα σπίτια τους.
Κώστας Βαξεβάνης
«Οι πυρκαγιές με βρήκαν στη Γενεύη. Εκεί έχουν ένα σύστημα που όταν ανέβει πολύ η θερμοκρασία, τα δάση ποτίζονται αυτόματα με τεχνητή βροχή. Επέστρεψα στη δική μας κόλαση. Στη χώρα μας αφήνουμε τα δάση μας να καούν και καίμε και τους ανθρώπους. Ημουν στην Εύβοια. Οι φωτιές έκαιγαν εκεί επί μέρες και ο κόσμος ήταν ανυπεράσπιστος. Περίμενε απλά τον άνεμο να αλλάξει κατεύθυνση. Οι λιγοστοί πυροσβέστες ορμούσαν με αυτοθυσία πάνω στις φλόγες και το κράτος δεν υπήρχε πουθενά. Ενα κράτος που μιλά για εξωγήινους εμπρηστές, για τρομοκράτες εμπρηστές. Οποιες και αν είναι οι αιτίες των πυρκαγιών, ασύμμετρες, υπαρκτές, ανύπαρκτες, έχω την απαίτηση, όπως και όλοι, το κράτος να με προστατεύει».
Νικόλας Βαφειάδης
«Η τραγωδία αυτή δεν έχει προηγούμενο. Εχω καλύψει 11 πολέμους. Εχω βρεθεί σε πεδία μαχών. Ομως αυτή η τραγωδία είναι ανείπωτη. Η θέση μας ήταν δύσκολη, δεν μπορούσαμε να αποδώσουμε σωστά ούτε το δημοσιογραφικό μας καθήκον. Ολοι καλούσαν εμάς σε βοήθεια. Σαν εικόνα, η μάνα με τα τέσσερα παιδιά στην αγκαλιά της με έχει συγκλονίσει. Μια γριούλα μου έλεγε σήμερα πως θέλει να αυτοκτονήσει γιατί κάηκαν τα ζωντανά της και δεν έχει άλλους πόρους να ζήσει. Αφήσαμε κι εμείς τις κάμερες και πιάσαμε τους κουβάδες όταν άνθρωποι δίπλα μας καίγονταν. Τι να κάναμε; Οι ψυχές μας πλέον έχουν στεγνώσει γιατί η κατάσταση είναι τραγική. Εχουν καταστραφεί ζωές, άνθρωποι. Υπάρχει παντού πόνος, θρήνος και οδυρμός. Για τις ζωές που χάθηκαν, για το βιος που καταστράφηκε. Ολόκληρες οικογένειες ζούσαν με ένα μπουκαλάκι νερό αυτές τις μέρες, χωρίς σπίτι και χωρίς να έχουν πού να πάνε...»
Γιώργος Γεωργιάδης
«Η καρδιά μας έχει πλέον ταφεί στο μνημείο του Ντε Κουμπερτέν, μου είπε μια κυρία στην αρχαία Ολυμπία. Εκεί είχε στηθεί ένα άτυπο κέντρο Τύπου. Πολυπρόσωπο, με ξένους απεσταλμένους, ανταποκριτές που όλοι κινηθήκαμε στη γύρω περιοχή. Δεν θα ξεχάσω την έκφραση του αρχηγού της Πυροσβεστικής εκεί στην Ολυμπία όταν με τους 12 πυροσβέστες του κατάφερε να σώσει το μουσείο και την Ακαδημία. Ηταν σαν να είχε σώσει οικογένειες και παιδιά. Με αυτοθυσία και υπερπροσπάθεια κατάφεραν να σώσουν την αρχαία Ολυμπία».
Ξένια Γώγου
«Εμείς οι δημοσιογράφοι χρησιμοποιούμε πολύ συχνά την έκφραση πύρινος εφιάλτης. Αυτήν τη φορά όμως τον ζήσαμε στην κυριολεξία. Ανθρωποι έτρεχαν γύρω μας πανικόβλητοι, παιδιά εκλιπαρούσαν για βοήθεια. Στα χωριά βλέπανε την κάμερα και ζητούσαν βοήθεια. Εγκλωβιστήκαμε σε ένα χωριό κι αν άλλαζε ο άνεμος, θα καιγόμασταν ζωντανοί. Είχα καλύψει πέρυσι και άλλες πυρκαγιές, αλλά φέτος αυτό που ζήσαμε είναι απερίγραπτο. Κάποια στιγμή καίγονταν τα πρόσωπά μας από τις φλόγες, ήμασταν μαζί με το συνεργείο περικυκλωμένοι από τις φλόγες στην αυλή του σχολείου, το σούπερ πούμα δεν μπορούσε να κατέβει και ήμασταν μαζί με τους πολίτες αβοήθητοι. Ακόμη και τώρα που έχουν σβήσει οι φωτιές σε πολλές περιοχές από τις πληγείσες, άνθρωποι μένουν στο καμένο τους σπίτι, χωρίς ρεύμα και φαγητό όλο το πρωί και το βράδυ πηγαίνουν για ύπνο στα παιδιά τους σε κάποιο χωριό που επέζησε της καταστροφής».
Σωτήρης Δανέζης
«Αυτό που ζήσαμε ήταν χειρότερο και από πόλεμο. Στον πόλεμο υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Εδώ είδαμε μόνο ανθρώπους ηττημένους. Μιλάω για τους πυρόπληκτους, αλλά και τους πυροσβέστες, τους απλούς ανθρώπους που προσπαθούσαν με ένα κομμάτι κλαδί να σβήσουν ένα πύρινο ποτάμι. Μιλάω για τους ανθρώπους που είχαν μέρες να φάνε, που ζούσαν με ένα μπουκαλάκι νερό, που έτρεχαν αλλόφρονες δεξιά κι αριστερά για να προλάβουν τα χειρότερα, για να προλάβουν τα μοιραία. Μια ηλικιωμένη γυναίκα λίγο έξω απ το Αλιβέρι είχε ανοίξει διάλογο με τον πιλότο του αεροπλάνου που έκανε ρίψεις από πάνω της. Εδινε οδηγίες και ευχές στο παλικάρι, όπως τον αποκαλούσε. Δεν υπήρχε κανένας συντονισμός. Εθελοντές από άλλες περιοχές τηλεφωνούσαν στους δήμους και ζητούσαν να βοηθήσουν, παρέχοντας νερό και φαγητό στους κατοίκους και τους πυροσβέστες, όμως κανείς δεν υπήρχε να κατευθύνει αυτήν τη βοήθεια. Κάποια στιγμή σταμάτησαν οι καταγγελίες και τη θέση τους πήρε η σιωπή και μερικοί απλά είχαν φτάσει στο σημείο να κοιτούν τη φωτιά. Κάποια στιγμή πρέπει να σιωπήσουμε όλοι και να κάνουμε τη δική μας αυτοκριτική. Να σκεφτούμε την επόμενη φορά που θα πετάξουμε το τσιγάρο μας, να σκεφτούμε επιτέλους τι κράτος θέλουμε».
Σταύρος Θεοδωράκης
«Είναι μεσημέρι και κατεβαίνω από το χωριό της μεγάλης καταστροφής, την Αρτέμιδα. 23 καμένοι, σας θυμίζω. Σκεφτόμουν ένα παλικάρι που άφησε τις δουλειές του στην Αθήνα και έφυγε πριν από 3 χρόνια για την περιοχή. Τον βρήκα στην πλάτη του καμένου καφενείου του χωριού να βαριανασαίνει κοιτάζοντας στη μικρή χαράδρα τις καμένες στέγες. Με κοίταξε με την άκρη του ματιού του. Τι να κάνω τώρα, μου λες; Να ζήσω σε ένα χωριό με μαυροφορεμένες και να παρακαλάω για καμιά επιδότηση; Ηταν ανίκανοι να σώσουν τον τόπο, θα καταφέρουν να τον ξαναφτιάξουν; Μεταξύ τους θα τα φάνε. Γαλάζιοι, πράσινοι, κόκκινοι, όλοι στο σύστημα είναι. Γι αυτό έφυγα από την Αθήνα, για να κάνω κάτι μόνος μου, με τα χέρια μου. Αντε τώρα να βρω κουράγιο να ξαναρχίσω. Μπα, θα φύγω.Στην κατηφόρα αυτό το θα φύγω χτυπούσε στα μηνίγγια μου, ώσπου ξαφνικά στη μέση του δρόμου είδα έναν μεσήλικα με σορτσάκι να πλένει με το λάστιχο το αμάξι του. Ενα καινούργιο, μπλε σκούρο αυτοκίνητο από αυτά που προτιμούν οι πολιτικοί. Επλενε με το λάστιχο το αυτοκίνητο όταν στα χωριά δεν υπήρχε νερό ούτε για τα ποτήρια. Ηταν ο οδηγός ενός τοπικού βουλευτή. Νεοδημοκράτη, αλλά δεν νομίζω ότι έχει και μεγάλη σημασία. Και προφανώς προετοίμαζε το αυτοκίνητο για την απογευματινή εξόρμηση».
Δημήτρης Καμπουράκης
«Η πιο δυνατή στιγμή από όλα όσα έζησα τις τελευταίες ημέρες ήταν στον Γρύλο. Ολο το χωριό έπεσε επάνω μου κλαίγοντας και με παρακαλούσε να πάρω τηλέφωνο να έρθουν τα αεροπλάνα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Ολοι τούς είχαν εγκαταλείψει. Πήρα κι εγώ τηλέφωνο χωρίς να πιστεύω, σχεδόν απελπισμένος. Μέσα σε λίγα λεπτά τα αεροπλάνα είχαν έρθει και έκαναν ρίψεις. Οι άνθρωποι με αντιμετώπισαν σαν σωτήρα. Με κέρναγαν μπίρες και μου έφερναν τυριά από τα σπίτια τους. Λοιπόν, η κατάσταση είναι απαράδεκτη. Οι άνθρωποι είναι πλέον απελπισμένοι. Σου λένε Ασε την κάμερα και πιάσε τον κουβά, παιδάκι μου. Προχθές μια γριούλα ανέβηκε στο καμένο της σπίτι και μοιρολογούσε το σκυλάκι της που είχε καεί. Ο συντονισμός ήταν απαράδεκτος. Την πρώτη μέρα δεν κατάλαβαν τίποτα. Ξύπνησαν τη δεύτερη, οργανώθηκαν την τρίτη και τελικά απέδωσαν την τέταρτη. Εως εκείνη τη στιγμή ο κόσμος ήταν μόνος του».
Γιώργος Κοίλιαρης
«Εχω πάει σχεδόν σε όλους τους πολέμους, όταν όμως είδα από ψηλά την Πελοπόννησο να φλέγεται και ο καπνός να φαίνεται σαν πυρηνικό μανιτάρι, έχασα το λόγια μου. Βλέπαμε από το ελικόπτερο ένα μαύρο καρβουνιασμένο τοπίο και μια φωτιά να κατεβαίνει με ασύλληπτη ταχύτητα. Παγώσαμε. Αν δεν το δει κάποιος από ψηλά, δεν μπορεί να καταλάβει το μέγεθος της καταστροφής. Δεν ήμασταν προετοιμασμένοι ψυχολογικά γι αυτό που αντικρίσαμε, το θέαμα ήταν φρικιαστικό, σαν ταινία επιστημονικής φαντασίας. Οι άνθρωποι στα χωριά ζητούσαν βοήθεια, ήταν εξαθλιωμένοι και επιθετικοί. Ανθρωποι που έχασαν τα σπίτια τους και τις περιουσίες τους σπάραζαν δίπλα μας και δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα. Ηρθα στην Αθήνα με ένα βάρος και ένα αίσθημα ενοχής, γιατί δεν μπορούσα να κάνω τίποτα».
Σπύρος Λάμπρου
«Η κατάσταση είναι απελπιστική. Από τη μια η γιαγιά που την παίρναμε σηκωτή από το σπίτι της που καιγόταν και γυρνούσε το κεφάλι και έλεγε στο σπίτι της και την εκκλησία που την είχαν τυλίξει οι φλόγες σταθείτε όρθια και από την άλλη η απελπιστική επόμενη μέρα στις τράπεζες. Ηλικιωμένοι άνθρωποι κάθονταν αποσβολωμένοι μέσα στην τράπεζα και προσπαθούσαν να καταλάβουν τι πρέπει να κάνουν για να πάρουν τα 3.000 ευρώ. Τα λεφτά ήρθαν αμέσως. Η κυβέρνηση δεν ολιγώρησε σε αυτή την περίπτωση, όμως δεν υπήρχε κανείς να διευκολύνει αυτούς τους ανθρώπους που δεν ήξεραν πώς να συμπληρώσουν την υπεύθυνη δήλωση, που ήταν ενενήντα χρονών και δεν γνώριζαν τι πάει να πει ταυτοπροσωπία, που τους έπαιρναν τη σειρά τα πρεζόνια και οι Αθίγγανοι. Ετσι τους έκλεψαν και το τελευταίο κομμάτι της υπερηφάνειας τους. Η κατάσταση στην Ηλεία είναι απελπιστική. Μια γριά με πλησίασε και μου είπε με τους Γερμανούς ήμασταν καλύτερα. Τότε κρυβόμασταν και ήταν καλά».
Μαρία Μαγκλάρα
«Από τη μια είχα το λάστιχο και από την άλλη το μικρόφωνο.Καιγόταν το σπίτι μου, το πατρικό μου στην Ολυμπία. Κάποια στιγμή δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε άλλο. Δεν υπήρχε κανένα αεροπλάνο και ό,τι κάναμε το κάναμε μόνοι μας. Με το δικό μας τρακτέρ και τις υδροφόρες του δήμου, με ραντιστικά που ήταν γεμάτα νερό και με προσωπική δουλειά μαζί με τους κατοίκους καταφέραμε και σώσαμε κάποια σπίτια. Υπήρχε πανικός εξαιτίας της αστοχίας του συντονισμού. Οι υπεύθυνοι μας έλεγαν συνεχώς να εγκαταλείψουμε. Κάηκε τελικά ο Κρόνιος λόφος. Ο ιερός λόφος της Ολυμπίας. Εχω μετανιώσει που δεν είπα πιο δυνατά στον κόσμο να κάνει ό,τι μπορεί μόνος του. Ολη τη νύχτα οργώναμε γύρω από τα σπίτια, χτίζαμε αντιπυρικές ζώνες και τελικά καταφέραμε να σώσουμε κάποια σπίτια. Μακάρι όπου μπορούσε ο κόσμος να έκανε το ίδιο με δικά του μέσα. Η περιοχή είναι πλέον αγνώριστη. Ο κόσμος παραμένει ξάγρυπνος, φοβούμενος τις αναζωπυρώσεις».
Φωτεινή Νάσσου
«Στη Φρίξα παραλίγο να καούμε ζωντανοί. Μαζί με το συνεργείο και έντεκα ακόμη άτομα, ανάμεσά τους ηλικιωμένοι και παιδιά, εγκλωβιστήκαμε στην παιδική χαρά του χωριού. Από την αρχή ήξεραν ότι η Φρίξα θα καιγόταν, καθώς απειλούνταν από δύο μέτωπα, κι από τον Γρύλο και από τη μεριά του Αλφειού. Ο κόσμος έτρεχε αλλόφρων και φώναζε. Ολοι συγκεντρωθήκαμε στην παιδική χαρά και περιμέναμε βοήθεια. Τηλεφωνούσα διαρκώς και ήμουν σε ανοιχτή συνομιλία με τον ΑΝΤ1 και παρακαλούσα να στείλουν βοήθεια. Για ένα τέταρτο μας είχε σκεπάσει ένα σύννεφο καπνού και δεν μπορούσαμε να αναπνεύσουμε, κάποια στιγμή κι όταν πλέον τα κουκουνάρια είχαν αρχίσει να σκάνε επάνω μας και η φωτιά να βρίσκεται λίγα μέτρα μακριά μας, ήρθε το πρώτο αεροπλάνο. Οταν ήρθε το ελικόπτερο, κανείς δεν ανέβηκε μαζί μου να φύγει. Ολοι παρέμειναν εκεί στα αποκαϊδια. Ημουν και στην Ινδονησία με το τσουνάμι, αλλά τέτοια κατάσταση απελπισίας δεν έχω ξαναδεί. Ο κόσμος έκλαιγε πάνω στα αποκαϊδια του καφενείου, αγκάλιαζε τα δέντρα του. Κανείς δεν πήγε να πάρει από το συσσίτιο την επόμενη μέρα. Από πείσμα. Περήφανοι άνθρωποι κάθονταν εκεί στα καμένα».
Γιώργος Παγάνης
«Οι εικόνες που αντίκρισα ήταν αντίστοιχες με αυτές που έζησα πέρυσι στον Λίβανο. Ενα γαϊδουράκι στον Μάκιστο έστεκε μια ολόκληρη ημέρα μισοκαμένο και ετοιμοθάνατο πάνω από το απανθρακωμένο ζευγάρι των ηλικιωμένων αφεντικών του, ώσπου να υποκύψει κι αυτό στον μαρτυρικό του θάνατο. Είναι εξοργιστικό να βλέπεις αυτή την καταστροφή και από την πλευρά της πολιτείας να μην υπάρχει καμία αντίδραση. Στα χωριά που πηγαίναμε, στην αρχή πήγαιναν να μας λιντσάρουν γιατί νομίζανε πως ήμασταν εκπρόσωποι της πολιτείας. Μόλις έβλεπαν τις κάμερες, μας ζητούσαν βοήθεια και η οργή έδινε τη θέση της στην απόγνωση».
Αντώνης Παπαδόπουλος
«Είχα συγγενείς στα χωριά που καίγονταν στην Ηλεία και δεν πρόλαβα να πάω να τους δω. Το όλο πράγμα είναι παραλογισμός. Ο κόσμος ήταν αγανακτισμένος. Σχεδόν μας επιτέθηκαν. Αυτή η ιστορία ήταν μια δοκιμασία για όλους. Ολοι δοκιμαζόμαστε στα χειρότερα και όταν αυτά έρχονται, περιμένουμε κάποιον να σταθεί δίπλα μας. Σε αυτή την περίπτωση τίποτα τέτοιο δεν συνέβη. Ολοι μας ήμασταν ανέτοιμοι να αντιμετωπίσουμε αυτή την κατάσταση. Και οι πολίτες και το κράτος. Καιγόταν το χωριό και δεν υπήρχαν αντιπυρικές ζώνες. Δεν υπήρχε συντονισμός. Αν ο καθένας είχε πάρει νωρίτερα την ευθύνη που του αναλογούσε απέναντι στο δάσος, τότε όλα θα ήταν καλύτερα. Αυτό που μου έμεινε ήταν η κουβέντα ενός χωρικού που μου είπε πως θέλουμε να βλέπουμε το δάσος, να ζούμε μέσα στο δάσος, αλλά δεν ξέρουμε πώς να ζούμε μέσα σε αυτό και πώς να το προστατεύουμε».
Γιώργος Σόμπολος
«Ο κόσμος έχει χάσει τα λογικά του. Σε έναν οικισμό κοντά στα Κρέστενα ένας άνθρωπος ξέθαβε από ένα νεκροταφείο συγγενή του για να μπορέσει να πάρει δείγμα DNA ώστε να αναγνωρίσει κάποιον που έχασε στη φωτιά! Ολοι είναι άγρυπνοι μέρες, ορισμένοι δεν έχουν επαφή με την πραγματικότητα. Είναι αγανακτισμένοι. Κανείς μηχανισμός δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει με τις παρούσες συνθήκες. Τα μέτωπα εκτείνονταν έως και 300 χιλιόμετρα».
Γιώργος Φιλιππάκης
«Το Σάββατο το μεσημέρι τρέχαμε μαζί με το συνεργείο έξω από η Μεγαλόπολη στα Παραδείσια. Οσο προχωρούσαμε ο καπνός ήταν τόσο πυκνός που σταματήσαμε να βλέπουμε. Κάποια στιγμή κοιτάξαμε δίπλα μας και είδαμε έναν ολόκληρο οικισμό στις φλόγες. Σπίτια, καταστήματα, ποιμνιοστάσια, χωράφια όλα καίγονταν. Οι πάντες ούρλιαζαν, άνθρωποι για βοήθεια, οι χοίροι έτρεχαν καμένοι, πρόβατα ξεπετάγονταν μέσα από τη θολούρα του καπνού. Οι άνθρωποι εκεί μας ζήτησαν βοήθεια. Κατεβάσαμε τις κάμερες και μαζί με το συνεργείο και τους Ηλία Φρεμενίτη και Νίκο Σκίτσα προσπαθήσαμε να σβήσουμε τη φωτιά. Η πλέον συγκλονιστική στιγμή για εμένα ήταν όταν αντίκρισα το χωριό Ισαρης κι ένα δάσος με λεύκες, φτελιές και πλατάνια, να το ζώνουν οι φωτιές και να μην μπορεί να τις σταματήσει κανείς».
















