Την αντιπαράθεση των τελευταίων ημερών, με τους σεισμολόγους στα τηλεοπτικά παράθυρα να κατακεραυνώνουν αλλήλους, την έχουμε ξαναζήσει έντονα την περίοδο μετά τον φονικό σεισμό της 7ης Σεπτεμβρίου του 1999, όταν 5,9 Ρίχτερ έσπειραν την καταστροφή στις γειτονιές της Αττικής.
Στις 10 Σεπτεμβρίου καταγράφηκε μετασεισμός μεγέθους 4,3 Ρίχτερ. Στις 15 το ΥΠΕΧΩΔΕ έλαβε τηλεγράφημα του καθηγητή Παναγιώτη Βαρώτσου για επικείμενο μεγάλο σεισμό. Οι σεισμολόγοι τους οποίους συμβουλευόταν το υπουργείο, προέτρεψαν να αγνοηθεί (!) η πρόβλεψη. Το υπουργείο με ανακοίνωσή του διέψευσε τις πληροφορίες, για ύπαρξη πρόβλεψης σεισμού και σύστησε ψυχραιμία.
Στις 20 Σεπτεμβρίου σημειώθηκε σεισμός 4,1 Ρίχτερ στη θαλάσσια περιοχή κοντά στη Σαμοθράκη. Στις 27 του ίδιου μήνα η ομάδα ΒΑΝ έστειλε νέο τηλεγράφημα, με την καταγραφή προσεισμικών ηλεκτρικών σημάτων. Το ΥΠΕΧΩΔΕ και ο ΟΑΣΠ αντιμετώπισαν με ειρωνεία την πρόβλεψη...
Πηγαίνοντας τον χρόνο ακόμα πιο πίσω συναντούμε την ομάδα, με πολλές δυσκολίες από την έλλειψη υποδομών, να εκπονεί μελέτες σημάτων βαλλόμενη από παντού. Το 1984 ο καθηγητής Π. Βαρώτσος ανακοίνωσε ότι από σύνολο 23 σεισμών, 21 είχαν προβλεφθεί με επιτυχία, βάσει των ηλεκτρικών σημάτων που είχαν καταγραφεί 6 ως 115 ώρες πριν την εκδήλωσή τους.
Το 1985 η ομάδα ΒΑΝ κοινοποίησε ότι στην περιοχή της Θεσσαλονίκης είχαν καταγραφεί 10 ηλεκτρικά σήματα, που επαληθεύτηκαν με σεισμούς μεσαίου μεγέθους.
Το 1986, ανακοίνωσε ότι για 11 σεισμούς υπήρξαν ηλεκτρικά σήματα 7 ώρες ως 5 ημέρες, πριν την εκδήλωση του σεισμού. Ηταν η εποχή που η ομάδα ΒΑΝ συνέχιζε να εκλιπαρεί για την ανάπτυξη ενός πλήρους δικτύου αισθητήρων καταγραφής σημάτων σε σεισμογενείς περιοχές.
«Επεφταν» τα τηλέφωνα
Στην αρχή και η ίδια η ομάδα, πριν βελτιώσει τις τεχνικές της, αντιμετώπισε προβλήματα τόσο στον τρόπο συλλογής των ηλεκτρικών σημάτων, όσο και σε θέματα που αφορούσαν την επεξεργασία τους. Από τους λιγοστούς σταθμούς, άλλοτε παρατηρούνταν κλοπή εξοπλισμού και άλλοτε καταστροφή καλωδίων. Δεν έλειψαν μάλιστα και οι περιπτώσεις, που ο ΟΤΕ ειδοποιούσε ότι διακόπτονται οι συνδέσεις με τους σταθμούς!
Χρειάστηκε να φτάσουμε στον Σεπτέμβριο του 1999 για να εκδηλωθούν και δημόσια οι συντονισμένες κινήσεις απαξίωσης του ΒΑΝ, με σφοδρές φραστικές επιθέσεις, από τις... «άλλες μη φίλιες δυνάμεις» και κύριο επιχείρημα, «ένας επιστήμονας δεν πρέπει να ασκεί επιστήμη με... τηλεγραφήματα»!
Ορισμένοι πάντως από τους σεισμολόγους που έβαλαν κατά του καθηγητή Βαρώτσου, αργότερα παραδέχθηκαν το λάθος τους και προσχώρησαν στους μαχητικούς υποστηρικτές της ομάδας ΒΑΝ, κάτι σαν τον... Σαούλ που έγινε Παύλος!
Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1999, ο Π. Βαρώτσος αποπέμφθηκε από την Επιστημονική Επιτροπή Εκτίμησης Σεισμικού Κινδύνου.
Εν τω μεταξύ, ο Ιάπωνας καθηγητής Ουγιέντα, που συνεργαζόταν με την ομάδα ΒΑΝ, ανέβασε στο Ιντερνετ καταγραφή στον Σταθμό Λαμίας ενός σήματος διαφορετικού από όσα λάμβανε κάθε ημέρα.
Την επομένη, η Επιτροπή συνήλθε χωρίς τον Π. Βαρώτσο και δύο ημέρες αργότερα, σημειώθηκε στην Αττική μετασεισμός 4,1 Ρίχτερ. Η συνέχεια, όπως ήταν αναμενόμενο, γράφτηκε στα... δονούμενα τηλεοπτικά παράθυρα.
Από την ομάδα του 1981 σε αυτή του 2007
Ο Παναγιώτης Βαρώτσος μαζί με τον Καίσαρα Αλεξόπουλο και τον Κωνσταντίνο Νομικό ανέπτυξαν το 1981 τη μέθοδο πρόγνωσης σεισμών ΒΑΝ (ακρωνύμιο των ονομάτων τους). Στην ομάδα συμμετείχε επίσης ο καθηγητής -σήμερα- Κωνσταντίνος Ευταξίας.
Στην πορεία, οι άλλοτε συνεργάτες του Βαρώτσου ακολούθησαν αυτόνομο ερευνητικό δρόμο. Ο ίδιος εξελέγη το 1986 καθηγητής του τμήματος Φυσικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στον τομέα Φυσικής Στερεάς Κατάστασης. Επίσης διετέλεσε Πρόεδρος του Τμήματος τα έτη 1994-1996.
Η πλούσια επιστημονική δράση του βραβεύτηκε επανειλημμένα. Το 1978 τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών, το 1986 από το Εμπειρίκειο Ιδρυμα και το 1995 από το Ιδρυμα Ωνάση. Τον Οκτώβρη του 1994, τα πανεπιστήμια Αθηνών και Ιωαννίνων ίδρυσαν το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Φυσικής του Στερεού Φλοιού της Γης ορίζοντας διευθυντή τον Παναγιώτη Βαρώτσο, αναπληρωτή διευθυντή τον Κωνσταντίνο Ευταξία και μέλη τους Β. Χατζικωντή, Α. Ντόβα-Βασιλικού, Ι. Γραμματικάκη, Π. Κωσταράκη, Δ. Παπαδημητρίου και Ε. Θεοδωρίδου. Η σημερινή ομάδα έχει στελεχωθεί ξανά από τον κ. Βαρώτσο, με άμεσους συνεργάτες στην καταγραφή και τη μελέτη προσεισμικών σημάτων τους πανεπιστημιακούς Ν. Σαρλή, Ε. Σκορδά, Χ. Τανάκα και τη σύζυγό του Μαρία Λαζαρίδου.
Η πρόγνωση σεισμών και το εστιακό... λάθος της πολιτείας
Η επαλήθευση την περασμένη Πέμπτη, της πρόβλεψης Βαρώτσου, για επικείμενο μεγάλο σεισμό, άνω των 6 Ρίχτερ, όπως αποκάλυψε στις 10 Φεβρουαρίου το «Εθνος της Κυριακής», θέτει ξανά επί τάπητος το θέμα της «εκτίμησης επικείμενου σεισμού».
Ερωτηματικά γεννά η στάση τόσο της Επιτροπής Αξιολόγησης Σεισμικού Κινδύνου, όσο και του ΟΑΣΠ, καθώς ο καθηγητής Ακης Τσελέντης με δηλώσεις του ανέφερε ότι ήδη μία εβδομάδα πριν από τον σεισμό ο ίδιος έστειλε ειδοποίηση στην Επιτροπή.
Μάλιστα ανέφερε ότι ενημέρωσε προσωπικά με επιστολή του τον πρόεδρο της Επιτροπής κ. Γεράσιμο Παπαδόπουλο στις 6 Φεβρουαρίου, η οποία κοινοποιήθηκε στον πρόεδρο του ΟΑΣΠ κ. Μακρόπουλο και στον διευθυντή του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου κ. Σταυρακάκη.
Απαντώντας ο κ. Παπαδόπουλος τόνισε ότι η ενημέρωση ήταν γενικού περιεχομένου, χωρίς κανένα απολύτως στοιχείο για την περιοχή της Μεθώνης και δεν υπήρχε λόγος αξιολόγησης.
Την ίδια θέση εξέφρασε και ο καθηγητής Βασίλης Παπαζάχος, που τονίζει ότι «δεν στάλθηκε έγγραφο στις αρμόδιες αρχές και δεν υπήρξε καμιά πρόβλεψη». Κανένας ωστόσο δεν ζήτησε διευκρινίσεις και περισσότερες λεπτομέρειες.
Μετά την επαλήθευση και της τελευταίας πρόβλεψης η ομάδα ΒΑΝ, με το «σερί» των προηγούμενων επιτυχών προβλέψεων, που έχουν αναρτηθεί στην τράπεζα δεδομένων του Πανεπιστημίου Cornell, παίρνει ρεβάνς έναντι όσων την πολέμησαν λυσσαλέα στο παρελθόν και είχαν καταφέρει για ένα διάστημα να την απομονώσουν.
Η βελτίωση των υποδομών και των μεθόδων της ομάδας, οι επιτυχείς προβλέψεις του περασμένου χρόνου αλλά και η νέα επιβεβαίωση με τους πρόσφατους σεισμούς στην Πελοπόννησο, δεν αφήνουν περιθώρια για να συνεχίσουν να αγνοούνται από την Πολιτεία οι εκτιμήσεις του καθηγητή Π. Βαρώτσου.
Η πρόβλεψη
Στην έκθεσή του ο καθηγητής Παναγιώτης Βαρώτσος έκανε κυρίως λόγο για τα σήματα που είχαν καταγραφεί πέρσι, στις 8 Φεβρουαρίου, στις 23 Απριλίου, στις 24 Απριλίου και στις 7 Νοεμβρίου.
Στη συνέχεια εξηγούσε τι συνέβη με το σήμα της 8ης Φεβρουαρίου και ανέλυε τα στοιχεία του σεισμού, που σημειώθηκε στις 25 Μαρτίου στην περιοχή της Κεφαλονιάς.
Τα σήματα της 23ης και 24ης Απριλίου σχετίζονταν με σειρά φαινομένων ως την 25η Ιουνίου οπότε είχαμε σεισμό 5,8 Ρίχτερ στην περιοχή κοντά στους Παξούς.
Το σήμα της 7ης Νοεμβρίου, αφορούσε την περίοδο κοντά στην Πρωτοχρονιά. Από τις 30 Δεκεμβρίου παρατηρήθηκε σειρά σεισμικών φαινομένων και στις 6 Ιανουαρίου είχαμε τον μεγάλο σεισμό 6,5 Ρίχτερ, με επίκεντρο το Λεωνίδιο της Πελοποννήσου, που έγινε αισθητός σ' ολόκληρη την Ελλάδα, την Τουρκία και την Ιταλία.
Αυτό όμως, που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην αναφορά, είναι ότι στις σελίδες 11 και 12 γίνεται λόγος για νέα σήματα που κατέγραψαν οι σταθμοί ΒΑΝ, μόλις πριν από μερικές εβδομάδες, στην Πάτρα και τον Πύργο, τα οποία προανάγγελλαν μεγάλο σεισμό πάνω από 6 Ρίχτερ.
Ειδικότερα, προκύπτει από τις αναφορές σε συγκεκριμένα σχεδιαγράμματα, όπως το υπ αριθμ. 9, ότι μελετάται μια περιοχή που περιλαμβάνει Πάτρα, Ολυμπία, Δυτικό Κορινθιακό, Κεφαλονιά, Ζάκυνθο και μέρος της Αιτωλοακαρνανίας, καθώς και τον ευρύτερο χώρο προς Νότο.
Τελικά, σ' αυτήν την περιοχή, που στην έκθεση προσδιορίζεται από τις γεωγραφικές συντεταγμένες Ν38.6 36.0 Ε22.5 20,0, έγινε τελικά ο διπλός μεγάλος σεισμός της περασμένης Πέμπτης και πλέον εξελίσσεται η μετασεισμική ακολουθία.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΡΗΤΙΚΟΣ
jkritikos@pegasus.gr















