ΔΕΙΤΕ ΟΛΑ ΤΑ
ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ

ΣΑΒΒΑΤΟ
24 ΙΟΥΝΙΟΥ 2017

ΚΑΙΡΟΣ

ΑΘΗΝΑ 29°C

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ

Ο άνθρωπος που πέφτει...

Ανέβαινε ασθμαίνοντας τις κυλιόμενες σκάλες που όμως κατέβαιναν, πασχίζοντας να νικήσει την αντίθετη φορά τους, την ταχύτητα και τη συνήθεια

  • ΕΘΝΟΣ
  • 10:00, 12/8/2011
ΜΑΤΙΣ
Ο κύκλος της ζωής στο εικαστικό σύμπαν του Χένρι Ματίς και η ζωή που δεν φαίνεται αλλ' εν τούτοις είναι η μοναδική όντως ζωή στο διήγημα του Γιάννη Ευθυμιάδη.
ΜΑΤΙΣ Ο κύκλος της ζωής στο εικαστικό σύμπαν του Χένρι Ματίς και η ζωή που δεν φαίνεται αλλ' εν τούτοις είναι η μοναδική όντως ζωή στο διήγημα του Γιάννη Ευθυμιάδη.
  • Γεννήθηκε στον Πειραιά, σπούδασε Φιλολογία και αρχαίο ελληνικό δράμα, ο Γιάννης Ευθυμιάδης είναι ποιητής. Εχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Στίγμα» (ιδιωτική έκδοση, 2004), «Καινός διαιρέτης» (Νεφέλη 2007), «Γράμματα στον πρίγκιπα» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Μικρή Αρκτος» πρόσφατα με εγκωμιαστικές κριτικές. Φόρμα πυκνή, λιτός λόγος, χαμηλοί εξομολογητικοί τόνοι, με ισχυρή την παρουσία εσωτερικού ρυθμού. Μέσα στα ποιήματα συναντιούνται και τέμνονται ο χώρος και ο χρόνος, το προφανές και το ασύλληπτο. Τα ποιήματα του βιβλίου συνθέτουν -όπως κάθε ποιητικό βιβλίο οφείλει- ένα κλειστό σύστημα, έναν περίκλειστο Παράδεισο, στον οποίο η αλήθεια του Λόγου κρατά τα κλειδιά. Ποιήματά του έχουν περιληφθεί σε ανθολογίες και έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός, έχει εκδώσει φιλολογικά βιβλία για τη Μέση Εκπαίδευση και είναι συνεργάτης σε λογοτεχνικά έντυπα και περιοδικά.

 

Κάθε πρωί ξυπνούσε ανάμεσα σε ψιθυριστά πουλιά και μοβ απειλητικά κυκλάμινα. Οι τοίχοι ίδρωναν τον έρωτα και τα τσιμέντα άχνιζαν αγάπη. Εκείνος έπρεπε να σηκωθεί αργά, βαριά, σχεδόν απρόθυμα. Σ’ αυτόν έπεφτε ο κλήρος της αμείλικτης φθαρμένης υποχρέωσης.

Φεύγοντας απ’ το σπίτι ολόγυμνος, όπως η κάθε πρώτη σκέψη του, αντίκριζε πάντα τους ανθρώπους με τα σκληρά μάτια και τα αφίλητα δάκρυα. Δεν τους μιλούσε. Γιατί φοβόταν. Δεν του μιλούσαν. Γιατί δεν τον έβλεπαν. Ηταν ο άνθρωπος που πέφτει. Τυχαία ή με πρόθεση, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει πως ο άνθρωπος αυτός είχε γεννηθεί για να δει και -το πιο παράξενο- για να θυμάται την πτώση του.

Κλείνοντας πίσω του την πόρτα φορούσε σφιχτή αγκαλιά αγαπημένου τη γραβάτα του. Χρώματος... ούτε που έχει σημασία. Εστριβε μόνο βιαστικά στη γωνία πριν προλάβουν να χαιρετηθούν με τις ενοχές του, πριν πέσει πάνω στα σκοτάδια μιας μέρας που μόλις ξεκινούσε.

Σε τέσσερα λεπτά και είκοσι δύο δεύτερα ήταν πάντα στα σκαλοπάτια του σταθμού του Μετρό. Ντύνονταν όπως όπως δυο μπλούζες κι ένα μακρύ (μερικές φορές το πατούσε) μάλλινο παντελόνι, έβαζε δυο ζευγάρια κάλτσες και έβγαζε μονάχα... το εισιτήριο. Δεν ήθελε να ξέρει πόσο κόστιζε. Ποτέ δεν ρωτούσε. Τρόμαζε στην ιδέα να μετρήσει τα ρέστα που έπεφταν κάνοντας κρότο δίπλα στα δάχτυλά του. Τρόμαζε στην ιδέα να μετράει, μήπως και κάποτε χρειαστεί να μετρήσει τον ματαιωμένο χρόνο. Κι ούτε που ήξερε αν έδωσε και πόσα χρήματα στον υπάλληλο. Μόνο θυμόταν να χαμογελάσει στο ακυρωτικό μηχάνημα και... «Καλημέρα!» και...«Επίσης!» άκουγαν οι περαστικοί από πλάι του.

Στον συρμό μπορούσε ατάραχα να συνεχίσει να ντύνεται δίχως να τον βιάζει τίποτε. Ενα κοστούμι μέσα από τον χαρτοφύλακα, σκληρές, άκαμπτες αρβύλες, ένα τριμμένο πια παλτό και ένα ζευγάρι πλεκτά ?από ποιαν ανησυχία τάχα; γάντια. Τα δάχτυλά του πάγωναν ακόμα και μέσα απ’ αυτά, μα ήξερε πως ήταν το ελάττωμα που τον τυραννούσε από παιδί. Το ελάττωμα που ομολογούσε πως τον τυραννούσε από παιδί. Ηταν γενναίος απέναντι στο ελάττωμά του. Είχε επίγνωση της παγωνιάς, όταν αυτή πέφτει γύρω, αλλά και μέσα μας.

Στις διπλανές θέσεις κανείς δεν κοιτούσε κανέναν στα μάτια. Πίσω από σκούρα γυαλιά ηλίου, χειμώνα - καλοκαίρι, κάτω από τη γη, βαθιά μέσα στην άβυσσο μιας ανάμνησης όλοι προσπαθούσαν να κρύψουν την απόγνωση και τη λαχτάρα τους. Τη συγκρατημένη τους λαχτάρα. Κι όμως. Πίσω απ’ τα σκούρα τζάμια κοιτούσαν επίμονα τον χρόνο που έφευγε. Και γούρλωναν τα μάτια τους σαν ξαφνιασμένοι απ’ τη νεότητα που ερχόταν. Θα ζούσαν μαζί με το καινούργιο; Στις παρυφές της αντοχής τους; Στην ομορφιά ενός περίκλειστου παράδεισου; Και το κλειδί; Πού θα βρισκόταν το κλειδί; Αν δεν βρισκόταν, θα έπρεπε σίγουρα να το κατασκευάσουν απ’ αρχής. Και πού χρόνος, και πού αντοχή...

Στις επτά και πενήντα τέσσερα αποβιβαζόταν φορώντας μια πάντα κατάλευκη προσδοκία για το αναπάντεχο, που ευχόταν να μπορούσε να τον χωρέσει. Είχαν παραφουσκώσει, βλέπεις, τον τελευταίο καιρό οι ελπίδες και ξεχείλιζε από παντού η αγανάκτηση.

Ανέβαινε ασθμαίνοντας τις κυλιόμενες σκάλες που όμως κατέβαιναν, πασχίζοντας να νικήσει την αντίθετη φορά τους, την ταχύτητα και τη συνήθεια. Μάταιος κόπος! Η ταχύτητα και η συνήθεια είναι φτιαγμένες για να νικούν κάθε παρέκκλιση. Ετσι κάθε μέρα αναγκαζόταν να ακολουθήσει τελικά το ρεύμα όλων των άλλων.

Ηταν μια άσκηση αντοχής και υπομονής αυτή η μικρή επανάσταση. Ηταν σαν μια παρένθεση ονείρου μέσα στο όνειρο. Κυρίως όμως του έδινε την ευκαιρία να φορέσει έναν μακρύ σκούφο που έπεφτε ως χαμηλά στο σβέρκο και του έγδερνε με το τραχύ του πέλος τα αυτιά.

Στο γραφείο ήταν πάντα πρώτος! Πρώτος σε όλα! Εφτανε πρώτος, τέλειωνε τη δουλειά του πρώτος, υποχωρούσε πρώτος! Πρώτος ντυνόταν γρήγορα γρήγορα και το δεύτερο παντελόνι που είχε φροντίσει να του περισσέψει εκεί από την προηγούμενη. Ηταν γεννημένος να υπερέχει πάντα! (Εκείνη ακριβώς τη στιγμή που περνούσε απ’ το μυαλό του αυτή η σκέψη έσφιγγε με μια ανεπιτήδευτη χάρη τη ζώνη κι άλλο, κι άλλο, ώσπου να μη θυμάται πια αν ήταν ζώνη ή αν ήταν ο φόβος του για την αλήθεια.)

Στην επιστροφή -ούτε λόγος για καθυστέρηση. Είχε άλλωστε να περάσει πάντα, καθώς το συνήθιζε, από το γωνιακό κατάστημα, να επενδύσει χρόνο, διάθεση και φυσικά χρήμα στην αγορά ενός-δυο πουκάμισων, βρώμικων και πολυκαιρισμένων πάνω στα ράφια. Α, όλα κι όλα! Στα πουκάμισα ήταν κοκέτης! Παράξενο τον έλεγαν οι άλλοι.

«Παράξενος είσαι με τα πουκάμισα! Πάρε και κάτι πιο απλό. Ως πότε θα βρίσκεις πολυκαιρισμένα πουκάμισα;» και, μεταξύ μας, πάντα ένα νούμερο μικρότερα. Δεν αστειευόταν με τη δυσφορία! Δεν χαλάλιζε ποτέ του την ανυπόφορη αίσθηση του πάθους. Του πάθους που μπορεί να σε διαλύσει. Του πάθους που εγγυάται ένα κάποιο τέλος.

Σούρουπο πια ανηφόριζε, έξι και δώδεκα πρώτα λεπτά, τον δρόμο για το σπίτι. Εριχνε πότε πότε κλεφτές ματιές πίσω, να δει μην τον ακολουθούσαν αυτές οι έννοιες που πέταξε με τρόπο στο καλάθι του γραφείου, μήπως τύχαινε και τον έβλεπε κανείς και... πού να εξηγεί στον προϊστάμενο. Οτι θα επανορθώσει. Οτι θα αποκτήσει νέες.

Οτι θα είναι πιο αφόρητες την επόμενη φορά. Οτι, ότι... Παρόλα αυτά είχε κάθε απόβραδο την προνοητικότητα, την πονηριά πες, να φοράει -με δυσκολία είν’ αλήθεια- δυο-τρία τελευταία ρουχαλάκια, ό,τι βρισκόταν δηλαδή ξεχασμένο στον πάτο της αθωότητας. Κι έπειτα? ανέβαινε τα σκαλοπάτια. Τα πόδια του βούλιαζαν μέσα στο παγωμένο μάρμαρο, όπως παιδί βούλιαζε μέσα στην αφράτη άμμο των ονείρων του. Δεν παραξενευόταν ούτε χαιρόταν καθόλου. Μόνο βιαζόταν να κλείσει πίσω του την πόρτα και να παραδοθεί στο απέραντο κενό. Μιας τύψης ή μιας ατάραχης συνείδησης. Στεκόταν για μια στιγμή να καταφέρει να σβήσει απ’ το μυαλό του την επιμονή και την απόγνωση.

Επιανε τότε με λύσσα, με ορμή να γδύνεται από ρούχα και τρόμους, από ελπίδες και υφάσματα, για να χωθεί στη μυρωδιά μιας αγάπης που πάντα τον περίμενε. Απαρασάλευτη. Σαν αιωνιότητα. Ή σαν μικρό, ολόφωτο σύμπαν...

Επεφτε μουδιασμένος στην ηχώ του κρεβατιού του, πλάι στο ζεστό σώμα της παραφοράς. Εγερνε κι έπεφτε πάνω της σαν τη νυχτερινή υγρασία. Απόλυτα. Καθηλωτικά. Επεφτε για να μοιραστεί τον οργασμό του κοινού μέλλοντός τους. Κι ύστερα... έπεφτε σε ύπνο βαθύ. Αδιατάρακτο. Γιατί αυτός ήταν ο άνθρωπος που πέφτει. Επεφτε και κοιμόταν στα όρια του αληθινού τέλους μιας μέρας. Ως την επόμενη...

 

Μια πλειάδα σύγχρονων Ελλήνων συγγραφέων υπογράφουν καθημερινά και αποκλειστικά για το «Εθνος» «Μια ιστορία με καλό τέλος». Επειδή η ζωή έχει το χρώμα, το αίσθημα και την έκβαση -γιατί όχι;- που εμείς της δίνουμε. Διότι είναι ανοιχτή στο ενδεχόμενο και το αναπάντεχο.

    ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ 

    ΕΠΟΜΕΝΟ ΑΡΘΡΟ