ΔΕΙΤΕ ΟΛΑ ΤΑ
ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ

ΠΕΜΠΤΗ
27 ΙΟΥΛΙΟΥ 2017

ΚΑΙΡΟΣ

ΑΘΗΝΑ 24°C

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

ΣΥΛΛΑΣ ΤΖΟΥΜΕΡΚΑΣ

Η κρίση οδήγησε τους μικροαστούς στα άκρα...

Από τις 27 Νοεμβρίου, η «Εκρηξη», η δεύτερη ταινία του Σύλλα Τζουμέρκα που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ του Λοκάρνο, θα προβάλλεται στις αίθουσες. Εστιάζοντας σε μια γυναίκα (Αγγελική Παπούλια) που παίρνει την κατάσταση στα χέρια της, έχοντας επωμιστεί πολλά βάρη απέναντι στον σύζυγό της (Βασίλης Δογάνης), την αδελφή της (Μαρία Φιλίνη), τη μητέρα της (Θέμις Μπαζάκα) και τον πατέρα της (Γιώργος Μπινιάρης), ο 36χρονος σκηνοθέτης εξηγεί στο «Εθνος» την προσωπική του ματιά.

  • ΕΘΝΟΣ
  • 10:00, 25/11/2014

Τέσσερα χρόνια μετά τη «Χώρα προέλευσης», επανέρχεσαι με την «Εκρηξη», μία ακόμη ταινία πάνω στην ελληνική κρίση. Γιατί;

Η «Χώρα προέλευσης» και η «Εκρηξη» είναι πολύ διαφορετικές ταινίες. Στην πρώτη, ταινία με πολυπρόσωπο καστ, το βασικό θέμα είναι η μεταπολίτευση και η οικογένεια. Στη δεύτερη, το βασικό ζήτημα είναι η ιστορία μιας γυναίκας η οποία λειτουργεί μέσα σε μία οικογένεια την τελευταία δεκαετία στην Ελλάδα κατά την οποία η ελληνική μικροαστική τάξη πιέστηκε τρομερά. Οταν κάνεις μια ρεαλιστική ταινία, δεν μπορείς να μην έχεις τα στοιχεία της πολιτικής που οδήγησαν μια τάξη στα άκρα.

Η «Εκρηξη» θίγει και το ζήτημα της μητρικής εγκατάλειψης, που επίσης αποτελεί συνιστώσα της πρώτης σου ταινίας.

Η ηρωίδα αποφασίζει να συγκρουστεί με ό,τι έχει χτίσει στη ζωή της και όλους τους ρόλους της νεότητάς της. Μέσα στην πορεία που κάνει αυτός ο χαρακτήρας για να βρει ξανά τον αυτοσεβασμό του, θα συγκρουστεί και με τον ρόλο της μητέρας που πρέπει να είναι σώνει και καλά με ένα συγκεκριμένο τρόπο με τα παιδιά της. Η εγκατάλειψη των παιδιών συμβαίνει πιο συχνά απ’ ό,τι πιστεύουμε και δεν είναι απαραίτητο να είναι κυριολεκτική. Η ιδέα της ορφάνιας ενώ έχεις γονείς είναι μια πολύ απελευθερωτική ιδέα, βάζει τον άνθρωπο σε πολύ ενδιαφέροντα μονοπάτια, κατά την άποψή μου, συναισθηματικά και πνευματικά.

Τις ιδέες τις δούλεψες ξανά με τη συνεργάτιδά σου, τη Γιούλα Μπούνταλη.

Φανταστήκαμε μια γυναίκα που ξυπνάει από τον λήθαργο της νεότητας και αποφασίζει να περάσει στη δράση, χωρίς να μεμψιμοιρεί που είναι της μόδας. Συγκρούεται με ό,τι την κάνει δυστυχισμένη.

Η οργή και η βία που εξωτερικεύει, μήπως είναι ένα πρόβλημα της ελληνικής οικογένειας που διαχέεται στην κοινωνία;

Δεν θα ήθελα να μπω στα περί παθογένειας της ελληνικής οικογένειας σήμερα και όλα όσα λέγονται. Είναι κενά περιεχομένου και ανήκουν στην κατηγορία της ανοησίας. Η οικογένεια, κατ’ εμέ, είναι δραματουργικό εργαλείο. Δηλαδή, οικογένειες έχουμε όλοι. Οι δεσμοί είναι πολύ γεροί και, όταν θέλεις να φτιάξεις μια ιστορία με ανθρώπους, αυτοί οι δεσμοί είναι το υλικό με το οποίο δουλεύεις. Οικογένεια σημαίνει πολλά πράγματα: προστασία, ελπίδα, χαρά, αλλά και την ίδια στιγμή, μίσος, οργή, ζήλια, φθόνος. Είναι άνθρωποι που μένουν μαζί, φτιάχνουν μαζί μια ζωή, αλλά η ζωή δεν είναι πάντα αυτό που περιμένουμε. Και όταν συμβαίνει αυτό, προκύπτει η οργή, το ξέσπασμα. Ολα αυτά με τις «παθογένειες» τα θεωρώ πλέον βλακώδη, όχι όμως και το να μιλάς για το πώς αισθάνονται οι άνθρωποι μέσα σε μια οικογένεια.

Ο μέσος ψηφοφόρος της Χρυσής Αυγής εκπροσωπείται στην ταινία από τον Μάκη Παπαδημητρίου, έναν τύπο που οι άλλοι έχουν του χεριού τους κι εκείνος φαίνεται χαζός αλλά και ικανός για το χειρότερο. Ποιο είναι το πορτρέτο του μέσου χρυσαυγίτη ψηφοφόρου σήμερα;

Οι πολιτικοί έχουν την ανάγκη να οριοθετούν τα πράγματα ώστε να είναι ελέγξιμα. Στο σινεμά όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Δύο είναι οι ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής που παρουσιάζονται στην ταινία. Οσο τρομακτικοί, αφόρητοι και μισαλλόδοξοι είναι, άλλο τόσο στην ταινία είναι και ανθρώπινοι. Το βασικό στοιχείο του εθνικοσοσιαλισμού είναι πάντοτε ο φθόνος. Δεν μπορείς να φτιάξεις εθνικοσοσιαλισμό αν δεν έχεις μια φθονερή μικροαστική τάξη ανθρώπων να πιέζεται. Αυτό προσπάθησα να αναδείξω. Αυτό με ενδιέφερε περισσότερο από τα σκληρά πρόσωπα των δελτίων ειδήσεων. Με ένοιαζε ποιοι είναι οι από κάτω από όλους αυτούς και προσπάθησα να τους δείξω ανθρώπινους, αλλά και τρομακτικούς, έτοιμους για το κακό, το οποίο νομίζω ότι είναι χαρακτηριστικό αυτού του κόσμου.

Είναι πολιτικό το σινεμά που κάνεις;

Στις ταινίες μου υπάρχει σίγουρα η πολιτική. Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι να διατηρείται η ελευθερία των προσώπων. Να είναι πιο απρόβλεπτα τα πρόσωπα από την πολιτική εικόνα που έχουμε γι’ αυτά. Οπως είναι και οι άνθρωποι δηλαδή.

Και ο έρωτας; Οι ερωτικές σκηνές κυριαρχούν στην ταινία.

Αποφασίσαμε να πούμε το love story μέσα από ερωτικές σκηνές, διαφορετικές μεταξύ τους που δημιουργούν μια οικειότητα με τους χαρακτήρες. Στο πρωταγωνιστικό ζευγάρι υπάρχει η λαχτάρα για τη ζωή. Είναι ηδονοθηρικοί και οι δύο.

Πώς έγινε η επιλογή των ηθοποιών;

Με την Αγγελική Παπούλια γνωριζόμαστε χρόνια. Δουλέψαμε πολύ μαζί για να είναι η ηρωίδα πάντα στην κόψη. Ο Βασίλης Δογάνης είναι σκηνοθέτης ταινιών μικρού μήκους. Παρουσίασε την ταινία του πριν από μερικά χρόνια στο Φεστιβάλ Δράμας κι εκεί τον γνώρισε ο διευθυντής φωτογραφίας Παντελής Μαντζανάς. Δοκίμασε κάτι που δεν είχε ξανακάνει ποτέ και νομίζω ότι έδωσε στον ρόλο του όλη του την ευγένεια για να βγει αντι-μάτσο. Το αντίθετο του ψωρονταή της γειτονιάς που αποτελεί πρόβλημα σήμερα.

Χρειάζεται, πιστεύεις, μια «έκρηξη»;

Να συγκρουστούμε με όλους; Η ταινία δεν μιλάει γι’ αυτό. Ο κεντρικός χαρακτήρας συγκρούεται κυρίως με τον εαυτό του. Κι εκεί είναι το δύσκολο. Πρέπει να συγκρουστείς πρώτα με τον εαυτό σου για να πάρεις το δικαίωμα να συγκρουστείς με τους άλλους.

ΑΝΤΑ ΔΑΛΙΑΚΑ
adaliaka@pegasus.gr

ΕΠΟΜΕΝΟ ΑΡΘΡΟ