ΔΕΙΤΕ ΟΛΑ ΤΑ
ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ

ΚΥΡΙΑΚΗ
23 ΙΟΥΛΙΟΥ 2017

ΚΑΙΡΟΣ

ΑΘΗΝΑ 25°C

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΑΡΙΑ ΝΤΟΥΖΑ

Στα απομεινάρια της Ελλάδας υπάρχουν υλικά για να βγούμε από το αδιέξοδο

Σπούδασε σινεμά στο Λονδίνο, όπου και έμελλε να ζήσει και να εργαστεί για μια δεκαετία, μετά τις σπουδές της στη Φιλοσοφική της Αθήνας.

  • ΕΘΝΟΣ
  • 14:01, 2/2/2014
«Το δέντρο και η κούνια», που ξεκινά να προβάλλεται στις αίθουσες την ερχόμενη Πέμπτη, είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Μαρίας Ντούζα.
«Το δέντρο και η κούνια», που ξεκινά να προβάλλεται στις αίθουσες την ερχόμενη Πέμπτη, είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Μαρίας Ντούζα.

Ομως, «οι ιστορίες που θέλω να πω ανήκουν εδώ, στη χώρα μου», μας λέει η Μαρία Ντούζα, που έχει επιστρέψει προ πολλού στην Ελλάδα και, ύστερα από μακρά προϋπηρεσία στα μικρού ή μεσαίου μήκους φιλμ, τη διαφήμιση και τη σεναριογραφία, περνά θριαμβικά στη μεγάλου μήκους ταινία με την ιστορία μιας... Ελληνίδας του Λονδίνου που επιστρέφει στα πάτρια εδάφη με την κόρη της για να περάσει τις πασχαλινές διακοπές με τον πατέρα της. «Το δέντρο και η κούνια». Δράμα οικογενειακών σχέσεων και συμφιλίωσης με το παρελθόν, αλλά κι ένα σχόλιο για τη μνήμη και τη σύγχρονη μετανάστευση.

Με τους Ηλία Λογοθέτη και Μυρτώ Αλικάκη ως πατέρα και κόρη, και τη φοβερή Μιριάνα Καράνοβιτς, αγαπημένη ηθοποιό του Κουστουρίτσα («Ο μπαμπάς λείπει σε ταξίδι για δουλειές», «Underground») σε άπταιστα ελληνικά (τα έμαθε ειδικά για την ταινία), στον ρόλο της Σέρβας «οικονόμου» του σπιτιού που όμως κρύβει ανείπωτα μυστικά.

Ιδού τι μας είπε η Μαρία Ντούζα με αφορμή τον θεματικό καμβά της ταινίας, που ξεκινά να προβάλλεται στις αίθουσες την επόμενη Πέμπτη, λίγους μήνες μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ του Μόντρεαλ και τη συμμετοχή της στις Νύχτες Πρεμιέρας της Αθήνας.

Η ταινία πραγματεύεται ένα χρονικό οικογενειακής επανένωσης και συμφιλίωσης. Πώς βλέπετε τη νεοελληνική οικογένεια σήμερα; Πόσα έχει ακόμα κρατήσει από την παραδοσιακή της δομή και λειτουργία;

Η σύγχρονη οικογένεια έχει αλλάξει σε σχέση με εκείνη των προηγουμένων γενεών. Στη δομή της είναι πλέον πυρηνική, συχνά και μονογονεϊκή, στη νοοτροπία της πιο φιλελεύθερη, πιο κοσμοπολίτικη, όπως και πιο ανεκτική. Οι δεσμοί όμως των μελών της παραμένουν βαθείς και οι μεταξύ τους σχέσεις, συναισθηματικές, οικονομικές ή πνευματικές, πολύ ισχυρές.

Ο Ηλίας Λογοθέτης και η Μυρτώ Αλικάκη στους ρόλους του πατέρα και της κόρης είναι οι πρωταγωνιστές της ταινίας.
Ο Ηλίας Λογοθέτης και η Μυρτώ Αλικάκη στους ρόλους του πατέρα και της κόρης είναι οι πρωταγωνιστές της ταινίας.

Ως εκ τούτου, διατηρεί την παραδοσιακή της λειτουργία, πράγμα που φάνηκε πολύ καθαρά τώρα με την κρίση. Μπορεί να την αποδομούμε και να τη δαιμονοποιούμε όσο θέλουμε, αλλά η αλήθεια είναι ότι στη σημερινή δραματική συγκυρία η ελληνική οικογένεια αποτέλεσε ένα ισχυρό δίχτυ ασφαλείας που συγκράτησε πολλούς από πλήρη κατάρρευση. Πιστεύω ότι με τη διάλυση του κράτους πρόνοιας τα φαινόμενα περιθωριοποίησης θα ήταν πολύ εντονότερα εάν δεν υπήρχε η ελληνική οικογένεια.

Τη στιγμή που πολλοί από όσους μπορούν φεύγουν από την Ελλάδα της κρίσης στο εξωτερικό, η ηρωίδα της ταινίας επιστρέφει σ' αυτήν, προσωρινά μεν, αλλά με «ανοιχτή» την ατζέντα της. Πώς βλέπετε το σύγχρονο «κύμα» μετανάστευσης προς τη Δύση, ειδικά δε ως άνθρωπος που έχει ζήσει σε αυτήν;

Η καινούργια μετανάστευση των Ελλήνων που ξεκίνησε με αυτήν την κρίση είναι διαφορετική από τις παλιότερες. Παλιά έφευγαν κυρίως εργάτες και αγρότες που δεν μπορούσαν να βρουν απασχόληση με αξιοπρεπείς όρους ή προοπτικές. Οι άνθρωποι αυτοί με τα χρόνια αποτέλεσαν πηγή σοβαρού εσόδου για τη χώρα χάρη στα εμβάσματα που έστελναν και εμμέσως η μετανάστευση εκείνη συνέβαλε στην ανάπτυξη της χώρας.

Σήμερα φεύγουν μορφωμένοι άνθρωποι, έμπειροι επαγγελματίες, επιστήμονες, καλλιτέχνες, όχι για να στείλουν πίσω στις οικογένειές τους χρήματα -συχνά φεύγουν με τις οικογένειές τους- αλλά για να ξεκινήσουν μια νέα ζωή κάπου αλλού, κάπου όπου τα προσόντα τους θα αναγνωριστούν και θα ανταμειφθούν.

Αυτούς τους ανθρώπους η χώρα μας τους χάνει. Επομένως αυτή η μετανάστευση φτωχαίνει, εξασθενεί τη χώρα. Είναι σαν μια αιμορραγία πολύτιμου ανθρώπινου δυναμικού.

Το φιλμ, αν και κινείται ανάμεσα σε διαφορετικές χώρες και πολιτισμούς, αποπνέει μια απόλυτα αναγνωρίσιμη ελληνικότητα. Τι πιστεύετε πως είναι εκείνο που προσδιορίζει την εθνική ταυτότητα μιας ταινίας σήμερα;

Νομίζω ότι είναι ο τρόπος που μια ταινία αξιοποιεί και προβάλλει μια εθνική κουλτούρα. Συνήθως ένας δημιουργός κινείται πιο άνετα και εκφράζει αβίαστα τη δική του παράδοση. Ομως αυτό δεν είναι υποχρεωτικό, μπορεί να είναι και θέμα επιλογής.

Στη δική μου ταινία η απόφαση ήταν να «χτιστεί» το σύμπαν μιας Ελλάδας αγροτικής αλλά κι αρχοντικής, τοπικής αλλά και κοσμοπολίτικης, ίσως επειδή πιστεύω ότι στα «απομεινάρια» αυτής της άλλης Ελλάδας που υπήρχε κάποτε μπορούμε να βρούμε υλικά και ιδέες για να βγούμε από τη σημερινή μας αδιέξοδη κατάσταση.

Αν και δεν υπάρχουν λεφτά για παραγωγές, ταινίες γυρίζονται και διακρίνονται σε διεθνή φεστιβάλ. Πώς βλέπετε την τρέχουσα εξέλιξη του ελληνικού σινεμά;

Είναι πραγματικά εντυπωσιακός ο αριθμός ταινιών που παράγονται χωρίς ή με λίγα χρήματα. Και είναι σίγουρα αξιοθαύμαστο αυτό που συμβαίνει. Ενέχει όμως κινδύνους. Επειδή ο δημιουργός που δουλεύει με τέτοιους όρους δεν ελέγχεται από κανέναν και κάνει ό,τι θέλει, κάποιες φορές μπορεί να ξεχάσει ότι μια ταινία φτιάχνεται για να τη δει το κοινό. Αφού δεν υπάρχει η λογική της χρηματοδότησης που οδηγεί στην παραγωγή κι από εκεί στη διανομή που πρέπει να έχει απόδοση για να υπάρξει επόμενη χρηματοδότηση κ.ο.κ., απουσιάζει και η λογική ότι την ταινία πρέπει να τη δει ο κόσμος, ότι πρέπει να κάνει εισιτήρια.

Το ότι διανέμεται σε φεστιβάλ, συζητιέται και επιβραβεύεται είναι σίγουρα πολύ καλό, θα ήταν όμως ακόμα καλύτερο εάν οι ταινίες έφταναν στο κοινό. Οσο, ως εθνική κινηματογραφία, δεν καταφέρνουμε να φέρουμε τον κόσμο στην αίθουσα, εγώ δεν θα είμαι ούτε περήφανη ούτε εφησυχασμένη. Η δική μου προσπάθεια είναι εστιασμένη σε αυτό. Με ενδιαφέρει το κοινό, το οποίο σήμερα είναι κινηματογραφικά πολύ εκπαιδευμένο και απαιτητικό. Σε αυτό το κοινό απευθύνομαι με πλήρη επίγνωση του πόσο δύσκολο είναι.

Η ταινία μου είναι μια αφηγηματική ταινία που σε ταξιδεύει και σε συγκινεί. Για μένα αυτή είναι η βάση για να μπορέσεις να κερδίσεις τον θεατή. Αν το καταφέρεις, τότε και τα μηνύματα, και οι ιδέες, και οι προβληματισμοί θα περάσουν. Ο θεατής πρέπει να βγει από την αίθουσα διαφορετικός από όταν μπήκε, επηρεασμένος.

ΡΟΜΠΥ ΕΚΣΙΕΛ
reksiel@pegasus.gr

 

ΕΠΟΜΕΝΟ ΑΡΘΡΟ