ΔΕΙΤΕ ΟΛΑ ΤΑ
ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ

ΤΕΤΑΡΤΗ
28 ΙΟΥΝΙΟΥ 2017

ΚΑΙΡΟΣ

ΑΘΗΝΑ 25°C

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

Μαγική περιπλάνηση στα δάση του Αμαζονίου

Από το κοστούμι και τη γραβάτα ως τη γύμνια και το τατουάζ, από τα Ισπανικά στα χειμαρρώδη κροταλίσματα της γλώσσας των Ματσι-γκένγκα, από τη λογική στη μαγεία?

  • ΕΘΝΟΣ
  • 10:12, 14/3/2011
Ταξίδι... στη ζούγκλα στον «Aνθρωπο που έλεγε ιστορίες» του Μάριο Βάργκας Λιόσα

Ταξίδι... στη ζούγκλα στον «Aνθρωπο που έλεγε ιστορίες» του Μάριο Βάργκας Λιόσα

Μια ομάδα ημίγυμνων ανδρών και γυναικών, καθισμένων σταυροπόδι σε κύκλο, κάτω από το φως του σούρουπου, και στραμμένων σε μια ανδρική σιλουέτα που, όρθια στην καρδιά του κύκλου των μαγνητισμένων Ματσιγκένγκα, μιλούσε, κινώντας τα χέρια.

Είναι ο «ιστορητής» των ιθαγενών του δάσους του Αμαζονίου, ο αφηγητής ιστοριών που κρατά ζωντανή την κουλτούρα της νομαδικής φυλής. Γιατί η αφήγηση είναι «κάτι παραπάνω από απλή διασκέδαση», «κάτι πρωτογενές, κάτι από το οποίο εξαρτάται η ίδια η ύπαρξη ενός λαού». Αγγίζει «μια κρυφή χορδή και τέρμα».

Η φωτογραφία σε μια γκαλερί της Φλωρεντίας συγκλονίζει τον έναν από τους δύο αφηγητές του μυθιστορήματος, που έγραψε το 1987 ο Περουβιανός νομπελίστας Μάριο Βάργκας Λιόσα και το οποίο μεταφράζεται για πρώτη φορά στα Ελληνικά. Ο εν λόγω αφηγητής, alter egο του συγγραφέα, βρίσκεται στη Φλωρεντία του 1981 και θέλει να ξεχάσει για λίγο το Περού, όμως η φωτογραφία τον γυρίζει πίσω στη Λίμα της δεκαετίας του 1950 και του θυμίζει τον φίλο του Σαούλ Σουράτας, παθιασμένο με τους Ινδιάνους Ματσιγκένγκα. «Μιλούσε για εκείνους τους ινδιάνους, για τα έθιμα και τους μύθους τους, για τον τόπο και τους θεούς τους, με τον θαυμασμό που εγώ επεφύλασσα για τον Σαρτρ, τον Μαλρό και τον Φόκνερ», ομολογεί.

Αυτός ο φίλος, που έχει εξαφανίσει τα ίχνη του, ένας συμπαθής και καλόψυχος Περουβιανός Εβραίος (καθόλου τυχαία η επιλογή), με το παρατσούκλι Μασκοφόρος, εξαιτίας «μιας ελιάς βαθυκόκκινης σαν μπρούσκο κρασί, απλωμένης σε όλη τη δεξιά πλευρά του προσώπου του», είναι ο δεύτερος αφηγητής. Παίρνει εναλλάξ τη σκυτάλη της αφήγησης οδηγώντας την εξέλιξη του μυθιστορήματος σε δύο παράλληλους μονολόγους.

Ο Μασκοφόρος ζει μια περιθωριακή ζωή εξαιτίας του ελαττώματος στο πρόσωπο, έχει έναν πατέρα που τον καταπιέζει με την αγάπη του, παρατά τη Νομική για να σπουδάσει Εθνολογία και έρχεται σε επαφή με τους ιθαγενείς στη ζούγκλα του Αμαζονίου. Η επαφή με έναν αδάμαστο κόσμο ανθρώπων, θύματα αρπαγών και αγριοτήτων, του γεννά «ηθικές αντιρρήσεις» ως εθνολόγου.

Αυτή η πρωτογενής ύπαρξη που εκφράζουν οι Ματσιγκένγκα τον προσηλυτίζει και μεταδίδει το ενδιαφέρον για τους Ματσιγκένγκα στον φίλο του, τον δεύτερο αφηγητή. Ο Σαούλ αφήνει να εννοηθεί ότι επέστρεψε στο Ισραήλ, αλλά στην πραγματικότητα, όπως αποκαλύπτεται προς το τέλος του βιβλίου έχει γίνει ο ίδιος ιστορητής, που γυρνά από τόπο σε τόπο νομάδων και αφηγείται ιστορίες. Αυτές αποτελούν και το δεύτερο αφηγηματικό ιστό του μυθιστορήματος.

Είναι μυστηριώδεις, μαγικές, μακροσκελείς, που περνούν από το ένα θέμα στο άλλο και οι δυτικοί αδυνατούν να παρακολουθήσουν. Είναι θρύλοι και δοξασίες, με το καλό και το κακό, τη ζωή και το θάνατο, τον ύμνο στη φύση και στον άνθρωπο να κυριαρχούν. Οι άνθρωποι της φυλής, τοξότες, παγανιστές, παράδοξοι, ανιμιστές, προστατεύουν τον ιστορητή τους, σαν να προστατεύουν την ίδια την ύπαρξή τους, τη συλλογική προφορική μνήμη που εκείνος ενσαρκώνει.

Από την άλλη πλευρά της αφήγησης, ο φίλος του Μασκοφόρου, καθαρός εκπρόσωπος του δυτικού ορθολογισμού, σύγχρονος συγγραφέας, προσπαθεί να ανακαλύψει τα μυστικά του παλιού του φίλου και να κατανοήσει γιατί ακολούθησε αντίστροφη πορεία «από το κοστούμι και τη γραβάτα ώς τη γύμνια και το τατουάζ, από τα Ισπανικά στα χειμαρρώδη κροταλίσματα της γλώσσας των Ματσιγκένγκα, από τη λογική στη μαγεία...».

Με αυτό το συναρπαστικό βιβλίο του, ο Βάργκας Λιόσα χωρίς να απορρίπτει τον σύγχρονο πολιτισμό δεν διστάζει να καταφερθεί εναντίον του, μέσα από τα λόγια του Μασκοφόρου, ο οποίος καταδικάζει τον δυτικό πολιτισμό που θέλει να αφομοιώσει τις φυλές αυτοχθόνων. Τόσο οι ιεραπόστολοι που θέλουν να εκχριστιανίσουν ταχύρρυθμα τους αυτόχθονες όσο και οι επιστήμονες γλωσσολόγοι/εθνολόγοι που προσπαθούν να τους εκπολιτίσουν, με το να περάσουν από τη νομαδική στη στατική ζωή, ζώντας σε χωριά, έχοντας ατομική ιδιοκτησία, διοικητικές αρχές, φορώντας δυτικά ρούχα και αναπτύσσοντας το εμπόριο, αλλά και η βιομηχανία που εγκληματεί στον Αμαζόνιο, αλλοιώνουν, αν δεν αφανίζουν, τους μαγικο-θρησκευτικούς πολιτισμούς. Διαλύουν και τη συλλογική συνείδηση, την οποία περιφρουρεί ο παραδοσιακός ιστορητής-αφηγητής.

Σελιδοδείκτης
«Μας δίνουν το δικαίωμα τα αυτοκίνητα, τα κανόνια, τα αεροπλάνα και η κόκα κόλα να τους εξοντώσουμε επειδή εκείνοι δεν τα έχουν; Ή μήπως πιστεύεις σ' αυτό που λένε ''εκπολιτισμό των άγριων'', φίλε μου; Πώς θα γίνει αυτό; Θα τους στείλουμε φαντάρους; (?) Θα τους αναγκάζουμε ν' αλλάξουν γλώσσα, θρησκεία, συνήθειες, όπως θέλουν οι ιεραπόστολοι; Τι κερδίζουμε έτσι; Τους εκμεταλλευόμαστε καλύτερα, τίποτα παραπάνω. Γίνονται ζόμπι, καρικατούρες ανθρώπων, όπως οι μισο-αφομοιωμένοι ιθαγενείς στους δρόμους της Λίμα» (σελ. 31)

 «...οφείλουμε να σεβαστούμε αυτές τις κουλτούρες. Και ο μόνος τρόπος είναι να μην τις πλησιάσουμε. Να μην τις αγγίζουμε. Η δική μας κουλτούρα είναι υπερβολικά δυνατή, υπερβολικά επιθετική. Ο,τι αγγίζει το καταβροχθίζει» (σελ. 99)

«Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΕΛΕΓΕ ΙΣΤΟΡΙΕΣ»
ΜΑΡΙΟ ΒΑΡΓΚΑΣ ΛΙΟΣΑ
Είδος: Μυθιστόρημα
Μετάφραση: Τατιάνα Ραπακούλια
Εκδόσεις «Καστανιώτη»
Σελίδες: 248
Τιμή: 13 ευρώ

ΔΗΜΗΤΡΑ ΡΟΥΜΠΟΥΛΑ
dirouboula@pegasus.gr

ΕΠΟΜΕΝΟ ΑΡΘΡΟ