ΔΕΙΤΕ ΟΛΑ ΤΑ
ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ

ΣΑΒΒΑΤΟ
29 ΙΟΥΛΙΟΥ 2017

ΚΑΙΡΟΣ

ΑΘΗΝΑ 20°C

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

Ο ερωτικός εφιάλτης μιας «λευκής νέγρας»

Ενα ψυχολογικό θρίλερ απ όπου αναδύονται όλα τα σκοτεινά σημεία της γυναικείας ψυχής, αλλά και η σύγκρουση δύο διαφορετικών κόσμων είναι «Η πλατιά θάλασσα των Σαργασσών» της Τζιν Ρις

  • ΕΘΝΟΣ
  • 11:55, 11/5/2008

«Δεν είμαι συνηθισμένη στην ευτυχία» είπε. «Με φοβίζει». «Τι θα σε βοηθούσε;» Δεν έδωσε καμία απάντηση σε αυτό και μια νύχτα ψιθύρισε: «Αν πέθαινα. Τώρα που είμαι ευτυχισμένη. Θα το έκανες αυτό; Δεν θα χρειαζόταν να με σκοτώσεις. Πες Πέθανε και θα πεθάνω. Δεν με πιστεύεις; Τότε προσπάθησε, προσπάθησε, προσπάθησε, πες Πέθανε και θα με δεις να πεθαίνω».

Και είναι η Αντουανέτ Κρόσγουεϊ, Κρεολή κληρονόμος που ζει στην Τζαμάικα και είναι ο νεαρός Αγγλος τζέντλεμαν, ο κύριος Ρότσεστερ. Στο μυθιστόρημα της Τζιν Ρις «Η πλατιά θάλασσα των Σαργασσών» που εκδόθηκε το 1966, όταν η συγγραφέας του, μία από τις σημαντικότερες μυθιστοριογράφους της εποχής, ήταν 76 χρονών, περίπου 27 χρόνια μετά το προηγούμενο μυθιστόρημά της. Και μετά 119 χρόνια απ όταν η Σάρλοτ Μπροντέ το 1847 έγραφε τη σχεδόν αυτοβιογραφική «Τζέιν Εϊρ», αποδεικνύοντας ότι η πανέμορφη Κρεολή Αντουανέτ, η τρελή Μπέρθα Μέισον που έκαιγε τα πάντα στο Θόρνφιλντ Χολ, υπήρξε! Και ότι στα νιάτα της ήταν μια άλλη!

Γεννημένη στον Αγιο Δομίνικο από Ουαλό πατέρα και λευκή κρεολή μητέρα, η Τζιν Ρις, βιώνοντας πάντοτε ένα αίσθημα εκπατρισμού, αισθανόταν να τη στοιχειώνει για μια ολόκληρη ζωή της Σάρλοτ Μπροντέ η «Τζέιν Εϊρ». Οι «εγκλωβισμένες γυναίκες» της ζωής και της γραφής της σαν να ζητούσαν δικαίωση:

Παρείσακτη
«Η τρελή πρώτη σύζυγος στην Τζέιν Εϊρ πάντα με ενδιέφερε. Ημουν πεπεισμένη πως η Σάρλοτ Μπροντέ πρέπει να είχε κάτι εναντίον των Δυτικών Ινδιών και θύμωνα γι αυτό. Πώς αλλιώς εξηγείται το ότι παρουσιάζει μια γυναίκα από τις Δυτικές Ινδίες σαν μια απαίσια τρελή, ένα τόσο τρομακτικό πλάσμα;» έγραφε το 1968 σε άρθρο της στην εφημερίδα «Γκάρντιαν».

Και κάπως έτσι «νιώθοντας και η ίδια περιθωριοποιημένη, παρείσακτη και ως γυναίκα αλλά και ως άποικος», όπως αναφέρει στην εξαιρετική εισαγωγή της η μεταφράστρια και συγγραφέας Αργυρώ Μαντόγλου, ζούσε για χρόνια κάτω από τη σκιά της Αντουανέτ-Μπέρθα. Ο πρώτος τίτλος που είχε σκεφτεί για το βιβλίο της ήταν το «Le Revenant» που ενείχε την έννοια του ζόμπι και του στοιχειωμένου.

Αλλά και ο τίτλος που επικράτησε τελικά «Η Θάλασσα των Σαργασσών» δεν ήταν κάτι πολύ διαφορετικό, εφόσον επρόκειτο για μια περιοχή στον Ατλαντικό Ωκεανό ανάμεσα Ευρώπη και Καραϊβική, όπου τα καράβια ήταν συχνά ακινητοποιημένα και κυκλοφορούσαν φήμες ότι η θάλασσα γεμάτη φύκια εκεί τα παγίδευε, δολοφονώντας τους πάντες κάτω από τον καυτό ήλιο.

Ε, ακριβώς σαν αυτή τη θάλασσα περιγράφονται όλοι οι μυθιστορηματικοί, ειδυλλιακοί τόποι. Με αφήγηση πολυπρισματική: της ίδιας της Αντουανέτ που αφηγείται τα παιδικά χρόνια στην Τζαμάικα στο πρώτο μέρος. Του κυρίου Ρότσεστερ (παρ ότι δεν τον κατονομάζει πουθενά) που αναφέρεται στον γαμήλιο μήνα της κοινής ζωής τους στα μαγικά και μαγευτικά νησιά Γουίντγουορντ. Και της Γκρέις Πουλ (υπηρέτρια στην Τζέιν Εϊρ, η οποία είναι και η δεσμοφύλακας της Αντουανέτ) στην Αγγλία στο Θόρνφιλντ Χολ, με την Αντουανέτ πια τρελή Μπέρθα!

Οι αφηγήσεις της Καραϊβικής σπαρταριστές, με ένα περιβάλλοντα χώρο που σε σκοτώνει μέσα στην πολλή ομορφιά και σε στοιχειώνει. Ο απόλυτος φόβος στον οποίο ζούσε η όμορφη Αντουανέτ από παιδί, με τους ντόπιους να τη θεωρούν «λευκή νέγρα» και με τη μητέρα σχεδόν να την αγνοεί απορροφημένη εντελώς με τον ασθενικό αδελφό της. Και με την Κριστοφίν, την νταντά της, βυθισμένη μονίμως έως τον λαιμό σε βασκανίες και μάγια. Ο κύριος Ρότσεστερ θα εισβάλει στην, ούτως ή άλλως, διαταραγμένη ζωή της σαν αναγκαίο κακό μετά τον δεύτερο πλούσιο γάμο της μητέρας και μετά την πυρκαγιά που θα στερήσει τη ζωή στον μικρό αδελφό και την ψυχική υγεία της μητέρας. Ο γάμος, σχεδόν πράξη αγοραπωλησίας και παρά την αρχική έλξη, οι δυο σύζυγοι θα παραμείνουν δυο ξένοι. «Αλλη χώρα»!

Δεν θα της πει «πέθανε» όπως τον εκλιπαρεί τον πρώτο καιρό ερωτευμένη κι ευτυχισμένη. Διψούσε γι αυτήν, αλλά παρέμεινε για κείνον μια ξένη». Αποξενώνοντάς την σιγά σιγά κι από τον ίδιο της τον εαυτό: «Το Μπέρθα δεν είναι το όνομά μου. Προσπαθείς να με κάνεις κάποια άλλη».

Το τρίτο μέρος του δράματος, με εκείνον πια κυριολεκτικά απόντα, θα παιχτεί και για τους δύο στην Αγγλία. Με εκείνη πια, εντελώς Μπέρθα! Επειδή «Τα ονόματα έχουν βαρύτητα, όπως τότε που εκείνος δεν μπορούσε να με φωνάξει Αντουανέτ και είδα την Αντουανέτ να γλιστράει έξω από το παράθυρο με τα αρώματά της, τα όμορφα ρούχα της και τον καθρέφτη της». Γι αυτό και τώρα που δεν υπάρχει καθρέφτης εδώ δεν έχει ιδέα πώς είναι! Μόνο της λένε πως βρίσκεται στην Αγγλία και τους πιστεύει. Διαπιστώνει ακόμα ότι μπορεί να τους πάρει τα κλειδιά, ξέρει επίσης, ότι μισεί τα κεριά και ότι οφείλει να πραγματώσει τον εφιάλτη που ξέρει. Σαν πεπρωμένο της αναπόφευκτο «επιτέλους τώρα γνωρίζω γιατί με έφεραν εδώ και τι πρέπει να κάνω»!

Ενα συγκλονιστικό ψυχολογικό θρίλερ απ όπου αναδύονται ολοφώτεινες όλες οι σκοτεινιές της γυναικείας ψυχής και η μεγαλεπήβολη, τρομακτική σύγκρουση δύο ψυχών, δύο κόσμων. Με την οργιαστική φύση σχεδόν να πρωτοστατεί και να επιβάλλει τις δικές της μαγικές μαγκανίες. Με την Τζέιν Ρις σε ένα κρεσέντο εγκλωβισμένης ηρωίδας. Οι ηρωίδες της εξάλλου εγκλωβισμένες ηρωίδες ήταν πάντα, «η ίδια εγκλωβισμένη πάντα»: η Μάρια Ζέλι χορεύτρια στην Αγγλία κι αργότερα στο «Κουαρτέτο» παραλυμένη από τρόμο στο Μονπαρνάς. Μοναχική, γερασμένη Τζούλια στο «Μετά τον κύριο Μακένζι». Δύσπιστη Σάρα Γιάνσεν στο «Καλημέρα, Μεσάνυχτα», δηλαδή πάντα Τζιν Ρις-Αντουανέτ-Μπέρθα. Με τη δική της μελαγχολική ποιητικότητα πάντα!

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Η Τζιν Ρις γεννήθηκε στον Αγιο Δομίνικο το 1894 όπου και πέρασε την παιδική της ηλικία. Ο πατέρας της ήταν Ουαλός γιατρός και η μητέρα της Κρεολή. Σε ηλικία δεκαέξι χρόνων πήγε στην Αγγλία όπου και παρέμεινε μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά τον θάνατο του πατέρα της έκανε διάφορες δουλειές (χορεύτρια, μανεκέν, μοντέλο) και άρχισε να γράφει τη δεκαετία του 20 όταν ο πρώτος από τους τρεις γάμους της, με έναν Ολλανδό ποιητή, διαλύθηκε.

Εγραψε:«Τhe Left Βank», διηγήματα το 1927.«Κουαρτέτο» το 1928. «Αφήνοντας τον κ. Μακένζι» το 1930. «Ταξίδι στο σκοτάδι» το 1934. «Καλημέρα, Μεσάνυχτα» το 1939.

«Οι τίγρεις είναι όμορφες» όπου συγκεντρώθηκαν όλα τα διηγήματά της και το 1966 το μυθιστόρημα «Η πλατιά θάλασσα των Σαργασσών» με το οποίο απέσπασε το Royal Society of Literature Award και το W.H. Smith Awars, ενώ το μοναδικό σχόλιό της κατά την απονομή του βραβείου ήταν: «Ηρθε πολύ αργά».

Η τελευταία της συλλογή διηγημάτων «Sleep in off Lady», κυκλοφόρησε το 1976 και το «Smile Ρlease», η ημιτελής αυτοβιογραφία της, εκδόθηκε μεταθανάτια. Η Τζιν Ρις πέθανε το 1979.

ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ
elgika@pegasus.gr

ΕΠΟΜΕΝΟ ΑΡΘΡΟ