ΔΕΙΤΕ ΟΛΑ ΤΑ
ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ

ΤΕΤΑΡΤΗ
28 ΙΟΥΝΙΟΥ 2017

ΚΑΙΡΟΣ

ΑΘΗΝΑ 25°C

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

Στο «ναρκοπέδιο» της νεότερης Ιστορίας μας

Η Σοφία Νικολαΐδου επιχειρεί με τόλμη να αγγίξει επώδυνες ιστορικές σελίδες, ξεχασμένες ή πιο σύγχρονες, της χώρας μας, στο μεταμοντέρνο μυθιστόρημά της «Απόψε δεν έχουμε φίλους»

  • ΕΘΝΟΣ
  • 12:02, 14/8/2010

«Κυρία Νίνα, της είχε πει περνώντας για μια καλημέρα από την αυλή της, άτιμο πράγμα η Ιστορία. Πέφτει επάνω στη ζωή και την πλακώνει».

Με τον τίτλο «Απόψε δεν έχουμε φίλους», ειρωνική φοιτητική κραυγή από τη νύχτα της μεγάλης Φωτιάς, η Σοφία Νικολαΐδου επιχειρεί ένα τολμηρό εγχείρημα, ν’ αγγίξει την νεότερη Ιστορία και να τα πει με τ’ όνομά τους τα γεγονότα, με ονόματα, και όσο γίνεται αντικειμενικά. Εξάλλου, ακόμα, συνέπειες πληρώνουμε, έστω κι αν έχει ξεθωριάσει τόσο μέχρι που να είναι πια αόρατη και η αιτία και η αφορμή.

Δεκέμβριος 2008
Θεσσαλονίκη και ο χρόνος πηγαινοέρχεται. Σπαράγματα πεμπτουσίας του αρχίζοντας από το παρόν. Δεκέμβριος 2008, φωτιά και συνθήματα σε μια μεγάλη πανεπιστημιακή σχολή. «Κουβάλα τον προτζέκτορα/ να σε κάνουν λέκτορα», το μόνο σταθερό μέσα στον χρόνο. Εξάλλου:

«Για τον Μαρίνο η Ιστορία δεν φορούσε εσθήτα και δάφνινο στεφάνι, όπως την απεικόνιζαν οι πίνακες. Δεν έγραφε με φτερό από αγριόχηνα. Τη φανταζόταν πιο πολύ σαν μια γιαγιά με ρόμπα και στραβοπατημένες παντόφλες, που έλεγε ιστορίες στα εγγόνια της, την ώρα που τηγάνιζε πατάτες».

Και το άλμα του χρόνου εκτινάζεται αντί για το μέλλον πρώτα στο πρόσφατο παρελθόν.

Σιγά σιγά κανείς επιστρέφει πίσω, ναρκοθετημένο το χθες αλλάζει αναλόγως με το παρόν. Η γνώση (και η επίγνωση) το κάνει ν’ αλλάζει.

Μυθιστόρημα που δεν αγαπήθηκε τυχαία το «Απόψε δεν έχουμε φίλους» της Σοφίας Νικολαΐδου συνδυάζει Ιστορία, ψυχολογία, πολιτική, κοινωνιολογία και μια καθημερινότητα ποιητικά επώδυνη αλλά μαγική...
Μυθιστόρημα που δεν αγαπήθηκε τυχαία το «Απόψε δεν έχουμε φίλους» της Σοφίας Νικολαΐδου συνδυάζει Ιστορία, ψυχολογία, πολιτική, κοινωνιολογία και μια καθημερινότητα ποιητικά επώδυνη αλλά μαγική...

Οκτώβριος 1981-1989. Ανυποψίαστος αλλά αποφασισμένος ιστορικός αποφασίζει να θέσει το χέρι επί τον τύπον των ήλων, το διδακτορικό του απαγορευμένο, δωσίλογοι και γερμανοφασιστικές οργανώσεις στην πόλη κατά την κατοχή. Ο καθηγητής του προοδευτικός και αυτοδημιούργητος.

Τον παροτρύνει, τον πιστεύει, τον εμπιστεύεται, τον προδίδει. Το «προοδευτικό» έχει όριο. Αλλά στο μεταξύ εκείνος γυρίζει πίσω, σε επικίνδυνες, επώδυνες ιστορικές σελίδες, θαμμένες, και ξεχασμένες, παλιές. Θεσσαλονίκη 1934-1944, Ναζιστική Γερμανία, Εβραίοι, διώξεις κι ένας καθηγητής φιλοναζιστής. Ποτέ του δεν γνώρισε την αποκαθήλωση. Τριγύρω γονείς, φοιτητές, προδότες και πατριώτες, μικρές και μεγάλες ζωές.

Επιζήσαντες κάποιοι. Επιλήσμονες οι περισσότεροι. Προδότες εκόντες άκοντες οι πιο πολλοί. Προδομένοι οι περισσότεροι. Τα διλήμματα εδώ, βασανιστικά, διαρκή: η σωστή και η λάθος πλευρά. Αλλά και πάλι κατά πόσον επιλέγει κάποιος πλευρά;

«Θέλω να πω, σχολίασε κοιτώντας στα μάτια τον φοιτητή του, εγώ, παιδί μου, δεν μπορώ να γίνω κομμουνιστής. Αδύνατον. Μου σκότωσαν τη μάνα».

Εσφιξε τα χείλη και συμπλήρωσε πικρά:

Οπως καταλαβαίνεις, παιδί μου, η Ιστορία είναι υπόθεση προσωπική. Πρώτα κοιτάς πού χύθηκε το αίμα σου και ύστερα διαλέγεις πλευρά».

Ενα μεταμοντέρνο μυθιστόρημα για ένα κλασικό, παραδοσιακά κλασικό, επώδυνο και απαγορευμένο ζήτημα. Οι καζαντζακικοί αδελφοφάδες σε ένα πανεπιστημιακό μυθιστόρημα, διότι η καρδιά της μάχης -και μάλιστα με χίλιους τρόπους- δίνεται εκεί.

Χαρακτήρες αναγνωρίσιμοι και ταυτοχρόνως αρχετυπικοί, προδοσίες και καταστροφές που βαραίνουν ακόμα και φράσεις που κόβουν σαν μαχαιράκι, εικόνες αναλλοίωτες που ακόμα μας κυνηγούν, για πάντα θα μας κυνηγούν και «φωτεινά μυαλά» που σκορπίζουν στον άνεμο διότι «η ζωή δεν είναι δίκαια» εκτός και αν η δικαιοσύνη της είναι «κάπως αλλιώς» ή «αλλού».

Ελλειπτική γραφή, κατακερματισμένη αφήγηση, αυτό που απομένει εξάλλου δεν είναι... πιλάφι, αλλά αποξεχασμένες νάρκες, που ωστόσο ακόμα μας καθορίζουν, σαφώς πονούν.

Η Σοφία Νικολαΐδου αποφασίζει να θυμηθεί. Και να ψάξει. Και να τα πει. Και το κάνει τολμηρά, ποιητικά, δραματικά, αλλά μετ’ αποδοχής. «Ετσι είναι» και «Αυτά».

Δεν γυρίζει αλλιώς η σελίδα διαφορετικά. Αποφασίζει λοιπόν και κάνει αριστοτεχνικά και τη βρώμικη δουλειά.

Μυθιστόρημα που δεν αγαπήθηκε τυχαία, που συνδυάζει πολλά: Ιστορία, ψυχολογία, πολιτική, πανεπιστημιακό καθεστώς, κοινωνιολογία, μια καθημερινότητα ποιητικά επώδυνη, μαγική, σοφή. Και με λόγο, «άνευ λόγου» ποτέ.

TAYTOTHTA
Η Σοφία Νικολαΐδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1968. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία (μεταπτυχιακό δίπλωμα Κλασικών Σπουδών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο). Εχει μεταπτυχιακή εξειδίκευση στην παιδαγωγική αξιοποίηση των υπολογιστικών και δικτυακών τεχνολογιών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Συμμετείχε στην ερευνητική ομάδα που συγκρότησε το Υπουργείο Παιδείας για τη μελέτη των προβλημάτων τα οποία παρουσίαζε το ισχύον πρόγραμμα διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στο Γυμνάσιο (1994-5). Εργάζεται στη μέση εκπαίδευση ως επιμορφώτρια στις Τεχνολογίες της Πληροφορίας και της Επικοινωνίας.

Της ιδίας: «Η διδασκαλία της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας από μετάφραση στη Μέση Εκπαίδευση», Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων-Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη, 1998 (συμμετοχή στην ερευνητική και συγγραφική ομάδα), «Ξανθιά πατημένη», διηγήματα, Κέδρος, 1997, 2η έκδοση 1998, «Ο φόβος θα σε βρει και θα ‘σαι μόνος», διηγήματα, «Κέδρος», 1999, «Πλανήτης Πρέσπα», μυθιστόρημα, «Κέδρος», 2002, «Ο μοβ μαέστρος», μυθιστόρημα, «Κέδρος», 2006.

Ελένη Γκίκα
elgika@pegasus.gr

ΕΠΟΜΕΝΟ ΑΡΘΡΟ