ΔΕΙΤΕ ΟΛΑ ΤΑ
ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ

ΣΑΒΒΑΤΟ
29 ΙΟΥΛΙΟΥ 2017

ΚΑΙΡΟΣ

ΑΘΗΝΑ 20°C

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

«Λαβωμένος» από τις πέρδικες!

Λαβωμένος από τη σαϊτα του κυνηγιού, παιδί, πριν ακόμη κλείσει τα δέκα, βγήκε στα βουνά και μαγεύτηκε. Γέμιζε πάθος και δύναμη από τους περιπάτους στα δάση, οπότε σαν ενηλικιώθηκε και πήρε πια μόνος τα πατήματα των δασκάλων του στο κατόπι, απελευθερώθηκε!

  • ΚΥΝΗΓΙ
  • 9:59, 26/6/2009

Το κυνήγι ήταν πλέον το μοναδικό σινιάλο ανεξαρτησίας στη ζωή του. Το μεγάλο πάθος του η πέρδικα. «Το πιο αντρίκειο κυνήγι», έλεγε και το εξηγούσε: «Θέλεις ποδάρι και πνευμόνια αθλητή. Τέτοια έλεγε και είχε τα δίκια του. Ξέχναγε όμως και μιαν άλλη αρετή που πρέπει να συνοδεύει τις κυνηγετικές εξορμήσεις για να είναι πετυχημένες: την τύχη. Και από τύχη; Μηδέν!

Την πρώτη φορά που έφτασε σε απόσταση τουφεκιάς από ένα κοπαδάκι πέρδικες στα αλπικά μονοπάτια των Βαρδουσίων, τον είχε πιάσει ένας βήχας επίμονος. Λίγο πριν είπε να κόψει την πείνα του με ένα παξιμάδι και ένα άτιμο ψίχουλο τον έπνιξε. Κάτι ο βήχας, κάτι η φασαρία με το βαρύ περπάτημα στα βράχια, οι πέρδικες φτεροκόπησαν. Το όπλο ήταν κρεμασμένο στον ώμο, το σκυλί, ένα μισότρελο κούρτσχααρ, κυνηγούσε μόνο του δυο βουνά παραπέρα, η τύχη κι αυτή μόνη κυνηγούσε σε άλλα υψώματα και αυτός έμεινε κεραυνόπληκτος, με μάτια απορημένα και μυαλό βουτηγμένο στην ομίχλη... Ο βήχας σταμάτησε, ο χρόνος σταμάτησε, όλα έμοιαζαν σταματημένα σε ένα κακό παραμύθι.

- «Τα μάζεψα και έφυγα σαν τουφεκισμένη αλεπού», έλεγε με χαμόγελο μέρες μετά.

Ηταν η πρώτη του επαφή με πέρδικες και τη θεώρησε συμβολική. «Λες να με πάει έτσι και στο μέλλον», αναρωτιόταν.

Και πραγματικά η ιστορία είχε μέλλον... Τη δεύτερη φορά που έφτασε σε περδικότοπο πέταξε τα παξιμάδια. Είχε στείλει το κούρτσχααρ σε έναν φίλο για απόσυρση και πλάι του είχε ένα συνετό βίζσλα, τον Δία. Μέχρι και ο αορτήρας του όπλου είχε αφαιρεθεί. Ομως μπορείς να δέσεις την τύχη; Δεν μπορείς! Ολη τη μέρα στα υψώματα του Παρνασσού και πέρδικα δεν είχε σηκωθεί. Κουράστηκε ο κυνηγός, κουράστηκε και το έρημο το σκυλί. Και πάνω στην κούραση είπε να αδειάσει την ουροδόχο κύστη του που τον πίεζε εδώ και ώρα. Ακούμπησε το τουφέκι στο χώμα, αφού το άδειασε, μη γίνει κανένα κακό, έλυσε και τη φυσιγγιοθήκη.

Πάθημα δεύτερον
Το σκυλί κάτι πήρε μυρουδιά, αλλά πού να τρέχει τώρα στα δέκα μέτρα μπροστά του. Ο κυνηγός όταν κατάλαβε τι έγινε ήταν με... κάτι άλλο στο χέρι και όχι με το τουφέκι! Οι πέρδικες είχαν απαγκιάσει ούτε δέκα μέτρα πάρα κάτω και θες το ένστικτό τους, θες η τύχη η ανάποδη του κυνηγού φτερούγισαν στον πιο απίθανο χρόνο για τον εχθρό τους...

Ο Δίας, ψιλοτρόμαξε με το φτεροκόπημα, ο κυνηγός ψιλοέβρισε, ο ουρανός ψιλόβρεχε. Και για... το «ψιλό», που λένε στην αργκό, χάθηκε χοντρό κοπάδι. Πάνω από είκοσι πουλιά.

Εβρεχε για τα καλά! Τα μάζεψε και χάθηκε στη σιωπή του βουνού, συντροφιά με έναν κόμπο στο στομάχι και μια τουφεκιά στο μυαλό. Για χρόνια δεν ξανασκαρφάλωσε σε βράχια για πέρδικες. Κάποιες τσίχλες και κάτι ορτυκάκια γέμιζαν το πάθος του, ή καλύτερα σκέπαζαν την πληγή του. Γιατί η πληγή ήταν οι πέρδικες και αυτή η πληγή δεν έκλεινε με τίποτα!

Τα χρόνια τον ωρίμασαν, πέρασαν σκυλιά από τα χέρια του, πέρασαν εμπειρίες, πέρασαν βροχές και χιόνια, χιόνια που στάθηκαν και στα μαλλιά χωρίς να λιώνουν... Για πέρδικα δεν ξαναβγήκε.

«Δεν με θέλει και αφού δεν με θέλει δεν τη θέλω και εγώ», έλεγε κοφτά, αλλά η φωτιά σιγόκαιγε.

Και κάποια στιγμή, η τύχη τον έφερε στη Χίο. Για κάτι δουλειές. Πήρε μαζί και το δίκαννο. Πήρε και δυο κουτιά φυσίγγια και είπε να ξεδώσει.

Νοίκιασε ένα αυτοκίνητο και ξεκίνησε. Ο τόπος ιδανικός. Πέτρα και ηρεμία. Ξημέρωνε και άκουσε το κακάρισμα που του ανέβασε τους σφυγμούς. Είχε πέρδικες, σκυλί δεν είχε, αλλά θα τα κατάφερνε και χωρίς αυτό. Αλλωστε ποτέ δεν τον είχε βοηθήσει σκυλί όταν χρειάστηκε!

Είχε κρύο. Ψηλά, πάνω στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου σαν πιάνει ο χιονιάς γεμίζει ο τόπος ταξιδιάρικα πουλιά κυνηγημένα από τη Μικρασία. Γιατί ο βοριάς ο ανατολικός, ο Γραίγος που λένε οι θαλασσινοί, είναι σκληρός στα μέρη εκείνα.

Κόντρα στο βοριά
Κατεβαίνει από τις στέπες της Ρωσίας, σαρώνει τα βουνά της Ανατολίας και σπάει σα μανιασμένο κύμα στα μικρασιατικά παράλια διώχνοντας, όπως τους κατατρεγμένους πρόσφυγες, τα πετούμενα που ψάχνουν να βρουν τόπο να σταθούν. Ετσι και τότε. Με το που φύσηξε ο Γραίγος, η Χίος γέμισε μπεκάτσες, γερακότσιχλες, τσίχλες, παπιά, καλλημάνια και ό,τι άλλο φτερωτό βάζει ο νους του κυνηγού.

Στα πρώτα βήματα, στις κορφές του Αίπους ( έτσι το λέγανε το ύψωμα), αντί για φτεροκόπημα πέρδικας άρχισαν να ανεμίζουν γερακότσιχλες, ανάμεσα στα λιγοστά μικρά πευκάκια. Και μαζί με τις γερακότσιχλες, να και οι τσίχλες, ενώ ξοπίσω τους κοπαδιαστές οι φάσσες. Απέναντι, τα υψώματα της Σμύρνης δεν φαίνονταν. Χιόνιζε με μανία στη Μικρασία.

Ακόμη στη Χίο δεν είχε φτάσει η μεγάλη αντάρα, όμως ο ουρανός έδινε σημάδια για το τι θα ακολουθούσε. Πήρε κάτι τσίχλες, κατέβασε και μια φάσσα, τουφέκισε και κάποιες γερακότσιχλες που πλανάριζαν να κουρνιάσουν στον πευκιά.

-«Πού να βρεις με τέτοιο χαλασμό πέρδικες;», σκέφτηκε και σωστά, για να λέμε του στραβού το δίκιο. Μέχρι και δυο μπεκάτσες ξεπέταξε ανάμεσα σε βράχια και πυκνά και μάλιστα πήρε τη μία. Ο χιονιάς κάλπαζε από απέναντι. Ερχόταν βροντερός. Τσίχλα την τσίχλα, γερακότσιχλα την γερακότσιχλα ο κυνηγός ξεμάκραινε ολοένα. Είχε αρχίσει να πιάνει τα χαμηλά, τα απάγκια του υψώματος όταν κατάλαβε ότι τα φυσίγγια του είχαν σωθεί. Με δυο 7άρια στις κάννες και με όλη την αντάρα στην πλάτη έκανε πια να γυρίσει. Η πρώτη τουφεκιά έφυγε σε μπεκάτσα. Μαζί της έφυγε και η μπεκάτσα. Την τελευταία ριξιά είπε να την κρατήσει μην και τύχει κάτι καλό.

Και για τη ρημάδα την τύχη του, το καλό δεν άργησε να ξεπεταχτεί. Ενας λάγαρος ξεπήδησε από πουρνάρι στα 50-60 μέτρα. Τι να έκανε, να κοιτούσε; Σήκωσε το... μονόκαννο πια, σημάδεψε όσο μπορούσε καλύτερα και μπαμ. Ο λαγός πήρε τον ανήφορο αλαφιασμένος και χάθηκε στο χιονιά. Αυτό ήταν. Το τουφέκι πήρε τη θέση του στον ώμο και τα πόδια βάλθηκαν γοργά να καλύψουν την, μεγάλη ομολογουμένως, απόσταση που τα χώριζαν από το αυτοκίνητο.

Στα πρώτα είκοσι, τριάντα βήματα βρέθηκε σε κλεισμένο τόπο ήσυχο, βαθύ, που μόνο κάτι νιφάδες τον ακουμπούσαν. Μήτε βοριάς, μήτε χιονιάς. Και τότε μπροστά στα πόδια του, μα μπροστά στα πόδια του, φτερούγισε... ένα κοπάδι πέρδικες βαριά-βαριά, ράθυμα, λες και έκαναν αγγαρεία που σηκώθηκαν.

Και στην πλαγιά στα δεξιά του κι άλλο κοπάδι και πιο μπροστά κι άλλο κοπάδι. Το βαρύ φτερούγισμά τους ξεσήκωνε τον τόπο! Δεν είπε τίποτα, μόνο σφίχτηκε. Σφίχτηκε πολύ. Ούτε έκοψε τον δρόμο του. Συνέχισε σαν να μην είδε, σαν να μην άκουσε. Και στα εκατό μέτρα παρακάτω, τα ίδια και χειρότερα. Πέρδικες ξεφύτρωναν από παντού. Σαν να το ξεραν πως ο κυνηγός που ερχόταν ήταν άσφαιρος, ήταν άτυχος, ήταν άβουλος, ήταν φορτωμένος με «άλφα» στερητικά.

Το κεφάλι κάτω, η ψυχή στα κάτω και μοναχά οι πέρδικες στα πάνω τους. Στο τελευταίο κοπάδι που σηκώθηκε του πέταξε το δίκαννο. Στα τρία, τέσσερα μέτρα μπροστά του έσπασε το κοντάκι, ρήμαξε η πάπια.

Δεν έμεινε εκεί. Ετρεξε πάνω από το τραυματισμένο όπλο και άρχισε να το κλωτσάει, να το πατάει να το βρίζει με πάθος πρωτόγονο. Κι όταν του σώθηκαν οι αντοχές, σήκωσε το δικό του τ άψυχο κουφάρι, φορτώθηκε το «μισοπεθαμένο» τουφέκι του και έφυγε...

Σαν υστερόγραφο
Την ιστορία δεν την είπε πουθενά. Την έσβησε από το μυαλό του ή καλύτερα προσπάθησε να τη σβήσει.

Τώρα πια σαν ακούει πέρδικες, γελάει. Καμώνεται πως γελάει. Κι όταν οι φίλοι του κάποτε του χάρισαν μια βαλσαμωμένη «γκρέκα» απ τα βουνά της Ευρυτανίας, αυτός με χιούμορ και αυτοσαρκασμό τους την έδωσε πίσω. «Παιδιά πάρτε την. Στα δικά μου χέρια σίγουρα θα φτερουγίσει»!

Από τον Νίκο Τζιανίδη

ΕΠΟΜΕΝΟ ΑΡΘΡΟ