ΔΕΙΤΕ ΟΛΑ ΤΑ
ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ

ΠΕΜΠΤΗ
27 ΙΟΥΛΙΟΥ 2017

ΚΑΙΡΟΣ

ΑΘΗΝΑ 24°C

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

Τι θα βρει ο αρχαιολόγος του μέλλοντος από τη σύγχρονη Πομπηία; Μέρος Β'

Ως φοιτητής αρχαιολογίας στο Εδιμβούργο, ο Ινδός Σ.Μ. συνέλαβε την ιδέα δημιουργίας ενός ειδικού κλάδου μελέτης με στόχο τη διάσωση των ιδεών, των φαντασιώσεων, των πεποιθήσεων και των ονείρων που συναποτελούν το ανθρώπινο συναίσθημα.

  • ΕΘΝΟΣ
  • 10:35, 29/12/2008

Εύα Στάμου
Μουσείο Συναισθημάτων

Ως φοιτητής αρχαιολογίας στο Εδιμβούργο, ο Ινδός Σ.Μ. συνέλαβε την ιδέα δημιουργίας ενός ειδικού κλάδου μελέτης με στόχο τη διάσωση των ιδεών, των φαντασιώσεων, των πεποιθήσεων και των ονείρων που συναποτελούν το ανθρώπινο συναίσθημα.

Καρπός των προσπαθειών του ήταν η ίδρυση, το 2147, του Emotional Research Archive - του σημαντικότερου Μουσείου Συναισθημάτων στην Ευρώπη. Η απόφαση να ανεγερθεί το κτίριο του πρωτότυπου Μουσείου στην Αυστρία ελήφθη από μία επιτροπή επιστημόνων η οποία συνεδρίασε στο Λονδίνο. Ενας ανθρωπολόγος πρότεινε τη Γερμανία: «Πουθενά αλλού», είπε «δεν έχουν καταγραφεί τόσο έντονα τα συναισθήματα του μίσους και της ενοχής που εδώ και δεκαετίες έχουν ατονίσει και τείνουν να εξαφανιστούν». Στο τέλος, επέλεξαν τη Βιέννη προς τιμήν κάποιου γιατρού ο οποίος, πριν από αιώνες, σκέφτηκε να μελετήσει και να καταγράψει τα όνειρα, τις φοβίες και τις φαντασιώσεις των συμπολιτών του.

Ο Σ.Μ., στην όγδοη πια δεκαετία της ζωής του, είχε φτάσει πριν από λίγες ώρες στην Αθήνα με σκοπό να συναντήσει μια Ελληνίδα αρχαιολόγο, η οποία έκανε τη διατριβή της για την ερωτική φαντασίωση των αρχών του 21ου αιώνα. Θα έτρωγαν μαζί σ' ένα ξενοδοχείο με θέα την Ακρόπολη, ένα από τα λίγα μνημεία της αρχαιότητας που είχε μείνει σχεδόν άθικτο από τις καταστροφές της προηγούμενης δεκαετίας. Θα της έδινε μια συστατική επιστολή που θα της εξασφάλιζε εύκολη είσοδο στο ERA.

O Σ.Μ. γνώριζε ότι τα αρχεία του Μουσείου ήταν πολύτιμα για την Ελληνίδα, καθώς τα γνωρίσματα που παραδοσιακά συνέθεταν τη «θηλυκότητα» και την «αρρενωπότητα» δεν υπήρχαν πια. Οι πρόσφατες κλιματολογικές καταστροφές είχαν παρασύρει στον θάνατο τον μισό πληθυσμό της γης, άντρες στην πλειοψηφία τους που προσπάθησαν να σώσουν την οικογένεια και την περιουσία τους από τον αφανισμό. Η μορφή του γυναικείου σώματος είχε ως έναν βαθμό μεταλλαχθεί, αφού για να επιβιώσει κανείς στη νέα πραγματικότητα έπρεπε να διαθέτει αντοχή και μεγάλη σωματική ρώμη. Τα γυναικεία σεξουαλικά χαρακτηριστικά εξασθένησαν, η γυναικεία φόρμα άρχισε να μοιάζει με την αντρική, όπως είχε γίνει λίγο νωρίτερα και με τη γυναικεία συμπεριφορά.

Οταν η νεαρή έφτασε στο σημείο συνάντησης το πρώτο που παρατήρησε ο Σ.Μ. ήταν τα πυκνά, μακριά της μαλλιά, χτενισμένα με τρόπο ξεπερασμένο. Η βραδιά κύλησε ευχάριστα με τη γυναίκα να κάνει ερωτήσεις αλλά και να χαρίζει φιλοφρονήσεις στο είδωλό της, που επιτέλους είχε την τύχη να γνωρίσει από κοντά. «Η πρόσβαση σε χιλιάδες πηγές, στοιχειοθετημένες από τους ειδικούς του συναισθήματος, όπως προσωπικά ημερολόγια, τηλεφωνικές συνομιλίες, βιντεοταινίες από ιδιωτικές στιγμές, αλλά κυρίως η πρόσβαση σε μαγνητοφωνημένες ψυχοθεραπευτικές συνεδρίες, θα αποτελέσουν πολύτιμο υλικό για την έρευνά σου».

«Πιστέψτε με, είμαι ενθουσιασμένη», απάντησε η Ελληνίδα. «Ισως το μόνο αίσθημα που ξεπερνά τη χαρά μου για την επίσκεψη στην Αυστρία είναι το δέος που με κυριεύει κάθε φορά που κοιτάζω την Ακρόπολη».

Ο Σ.Μ. χαμογέλασε κι έκανε μια παύση. Θέλησε να παρατηρήσει καλύτερα τη γυναίκα η οποία, λόγω του ξαφνικού κύματος ζέστης, είχε βγάλει τη ζακέτα κι είχε μείνει με μια διάφανη μπλούζα, σαν αυτές που συνήθιζαν να φορούν τα κορίτσια στο μακρινό παρελθόν.

Ο Σ.Μ. κατάλαβε ότι η νεαρή είχε τόσο επηρεαστεί από το θέμα της διατριβής της ώστε προσπαθούσε να μιμηθεί το ντύσιμο και τους τρόπους των γυναικών στις αρχές του 21ου αιώνα.

Την κοίταξε με παιχνιδιάρικο βλέμμα και συνέχισε: «Από κάθε έκπτωτη πόλη αυτό που αξίζει να κρατήσει κανείς είναι ό,τι δεν μπορούμε να διαφυλάξουμε πραγματικά: τα πάθη και τα συναισθήματα.

Τα έργα τέχνης και τα μνημεία με αφήνουν αδιάφορο». «Ο τρόπος σκέψης σας είναι καταπληκτικός», απάντησε θερμά η γυναίκα. Ο Σ.Μ. άφησε το βλέμμα του να ακολουθήσει τις καμπύλες της όπως διαγράφονταν μέσα από τη λεπτή μπλούζα, κι απάντησε χαμηλόφωνα: «Καταπληκτικός είναι εκείνος που θα καταφέρει κάποτε ν αποθηκεύσει την αίσθηση της αφής».

Γιάννης Καλπούζος
Ο κύριος Μελλοντικός

Αφότου ο Ν. Μελλοντικός άνοιξε τα μάτια του πέρασε αλλεπάλληλα στάδια ψυχικών εντάσεων και διαταραχών. Καταστάσεις μεταξύ φρενίτιδας, φαντασιώσεων και πνευματικής νάρκης. Μεταξύ γελοίου, ακατανόητου και θρησκευτικής μεταφυσικής πλάνης.

Χρειάστηκε τουλάχιστον ένας χρόνος με ψυχολογική υποστήριξη και φαρμακευτικές αγωγές μέχρι να εννοήσει και να πεισθεί ότι μια ομάδα επιστημόνων τον επανέφερε στη ζωή 2.000 χρόνια μετά το θάνατο του, ο οποίος είχε συντελεστεί το 2008. Διαφορετικές ομάδες επιστημόνων είχαν επαναφέρει στη ζωή δεκάδες προγόνους, με ακατανόητες σε κείνον μεθόδους, στα πλαίσια μιας έρευνας περί των γραμμάτων και της λογοτεχνίας από γενέσεως τους στη Γη, ενώ άλλοι ερευνούσαν την πνευματική παραγωγή όντων άλλων πλανητών. Ως γενική ανατροπή χαρακτήριζε ο Ν. Μελλοντικός όσα κατά τον κύκλο των εργασιών έρχονταν σε γνώση του και αφορούσαν την αντιμετώπιση των πνευματικών έργων των παρελθουσών χιλιετιών.

Οι αρμόδιοι περί της πολιτιστικής κληρονομιάς, διαπιστώνοντας την υπερπληθώρα των βιβλίων κάθε λογής, είχαν λάβει προ καιρού ρηξικέλευθες αποφάσεις. Κάθε κείμενο το οποίο κρίθηκε ότι εμπεριέχει στοιχεία επανάληψης, ανεξάρτητα εάν επρόκειτο για απλή σύμπτωση ή προϊόν κλοπής, εξαφανίστηκε ή αποψιλώθηκε κατά το επαναλαμβανόμενο μέρος με αποτέλεσμα πολλά, κατά κύριο λόγο μυθιστορήματα, να ακυρωθούν στο σύνολό τους. Εξαιρέθηκαν μόνο όσα γονιμοποιούσαν την κλοπή ή την επανάληψη με τους στήμονες της αναδημιουργίας.

Παράλληλα, και κατά περίπτωση, διέγραψαν όσα υστερούσαν σε λογοτεχνική αξία ή σε επιστημονική τεκμηρίωση. Βασικό επιχείρημα στην εν λόγω απόφασή τους, η άποψη ότι στη σύντομη ζωή του ο άνθρωπος -κι ας σημειωθεί ότι πλέον ο προσδόκιμος χρόνος ζωής ανερχόταν στα 400 χρόνια, από τα οποία αφιέρωναν τα πρώτα πενήντα στις σπουδές- χάνεται αναίτια μέσα στον τεράστιο όγκο των βιβλίων και σπαταλά ενέργεια και χρόνο, όταν θα μπορούσε να τον αξιοποιήσει για την ουσιαστική μελέτη των διαμαντιών της παγκόσμιας τέχνης. Με έκπληξη διαπίστωνε ότι από την εναπομείνασα ελληνική γραμματεία -όπου και ο τομέας της δικής του συμμετοχής στην πραγματοποιούμενη έρευνα- απουσίαζαν παντελώς πλείστα όσα τρανταχτά ονόματα της εποχής του, αλλά και προηγούμενων αιώνων, ενώ από ορισμένους διατηρήθηκαν ελάχιστα αποσπάσματα ως δείγμα χειρισμού της γλώσσας, αφού για τα νοήματα ή τις άλλες λογοτεχνικές αρετές κρίθηκε ότι αποτελούν αντιγραφή «σύγχρονων» ή προγενέστερων. Υπερσύγχρονοι υπολογιστές, με την καθοδήγηση των υπευθύνων, επιστρατεύτηκαν για το ξεσκαρτάρισμα, ενώ κανένα ρόλο δεν έπαιξαν στην τελική κρίση οι κατά καιρούς κριτικές περί των έργων και των συγγραφέων τους, ούτε ο αναπαραγόμενος επί μακρόν μύθος τους. Οι δάφνες τις οποίες πολλοί έδρεψαν στον καιρό τους, ή και για αιώνες τα έργα τους, δεν άντεξαν. Το ίδιο συνέβαινε και για πασίγνωστους δημιουργούς των άλλων κρατών, οι οποίοι θεωρήθηκαν υπερτιμημένοι και από ιδιοτέλεια αναπαραγόμενοι επί αιώνες.

Για πολλούς, το άλλοτε πολύτομο έργο τους περιοριζόταν σε μερικές σελίδες, υπό μορφή περίληψης ή συμπερασμάτων, μεταφρασμένα στην παγκόσμια γλώσσα η οποία είχε επικρατήσει τουλάχιστον 500 χρόνια πριν, μείγμα όλων των γλωσσών της Γης.

Η έκπληξή του γινόταν ακόμη μεγαλύτερη βλέποντας το έργο του, καθώς και άλλων άσημων και παραγνωρισμένων στους καιρούς τους, να καταλαμβάνει σημαντική θέση στον νέο κόσμο, όπου σημειωτέον όλοι οι άνθρωποι έφεραν χαρακτηριστικά μιγάδων σύμφωνα με την πάλαι ποτέ κατηγοριοποίηση των φυλών. Εξάλλου, έφθαναν σε γνώση του ριζικές αλλαγές και σε τομείς του επιστημονικού πεδίου. Για παράδειγμα η Ιστορία είχε πλέον ως αντικείμενο τη μελέτη της καθημερινής, κοινωνικής και πνευματικής ζωής των ανθρώπων κατά χρονική περίοδο, με ελάχιστες αναφορές σε πολεμικά γεγονότα ή στους εκάστοτε ηγέτες. Ειδικά στους τελευταίους αναφέρονταν μόνο όταν με τις αποφάσεις ή τις ενέργειές τους επηρέαζαν καθοριστικά την εξέλιξη της καθημερινής ζωής και πάλι συνοπτικά, χωρίς καμιά νύξη για τον προσωπικό ή οικογενειακό τους βίο. Τα ονόματα της συντριπτικής πλειοψηφίας τους, δεν αναφέρονταν καν στις εγκυκλοπαίδειες. Από τα νέα, άυλα, βιβλία πληροφορούνταν και περί της τύχης των θρησκευτικών συγγραμμάτων. Τα κείμενα όλων των θρησκειών της παλιάς εποχής, ομαδοποιημένα περιληπτικά σε ένα μικρό «τόμο», αποτελούσαν κατά κάποιον τρόπο το προοίμιο της από τρεις αιώνες παγκόσμιας επικρατούσας θρησκείας, η οποία παρέπεμπε στην Παντός Σύμπαντος Δύναμη της Γένεσης και του Θανάτου. Παρ όλα αυτά επιτράπηκε σε διάφορες περιθωριακές ομάδες να διατηρούν αρχεία κατά την κρίση τους και εν είδει αιρετικών βουτούσαν στη χαώδη ψηφιοποιημένη βιβλιοπαραγωγή του παρελθόντος. Απολιθωμένους ερευνητές τους ονόμαζαν οι υπόλοιποι και ο Ν. Μελλοντικός τους έβλεπε να κυκλοφορούν σαν μεθυσμένοι ή μισότρελοι, χαμένοι σε μια εμφανή σύγχυση και θολούρα, καίτοι ο ανθρώπινος εγκέφαλος λειτουργούσε πλέον με δεκαπλάσιες ικανότητες. Ο Ν. Μελλοντικός...

Ζωή Σαμαρά
Το δώρο του Προμηθέα

Τα περσινά και τα πρόσφατα τραγικά γεγονότα έδειξαν ότι, αν και σεισμογενής, η χώρα μας δεν κινδυνεύει από τον Γίγαντα Εγκέλαδο, αλλά από το δισήμαντο δώρο του Τιτάνα Προμηθέα. Η πατρίδα μας, δάδα του πολιτισμού, έγινε πυροδοτική θρυαλλίδα και πυροβολεί την καρδιά της. Με ποιο πρόσωπο να διεκδικήσουμε το δίκιο μας στο εξωτερικό, όταν στο εσωτερικό επικοινωνούμε με σφαίρες και εμπρησμούς.

Πόλη αφιερωμένη στη λατρεία της Αφροδίτης που έφερε το όνομά της (Πομπηιανή), η πανέμορφη Πομπηία ήταν θέρετρο των Ρωμαίων. Αν και δεν κατακτήθηκε ποτέ από Ελληνες, δέχθηκε την επίδραση των Ελλήνων της Κύμης, σαν να τους έδεναν βαθιές συγγένειες. Ενας σεισμός το 63 έγινε η αρχή της καταστροφής της. Πριν προλάβει να ανοικοδομηθεί, χάθηκε κάτω από λάβα, στάχτη και περιφλεγείς πέτρες, σε μια έκρηξη του Βεζούβιου στις 24 Αυγούστου 79. Η καταστροφή περιγράφεται από τον Πλίνιο τον νεότερο σε δύο επιστολές στο φίλο του Τάκιτο, με αφορμή το θάνατο του θείου και θετού πατέρα του, Πλίνιου του Πρεσβύτερου, ο οποίος, ως ναύαρχος του στόλου, θεώρησε υποχρέωσή του να σπεύσει με τις τριήρεις του και να συμπαρασταθεί στο λαό. Οι αρχαιολόγοι, μετά από μακροχρόνιες ανασκαφές, έφεραν στην επιφάνεια την πόλη και άντλησαν πληροφορίες για τη ζωή των Ρωμαίων την εποχή εκείνη.

Οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος δεν θα χρειαστούν ανασκαφές: θα έχουν ντοκουμέντα σύγχρονης τεχνολογίας. Θα έχουν την ευκαιρία να δουν τον Ελληνα μπροστά στην τηλεόραση, εμποτισμένο με τηλεοπτική αισθητική, να χρησιμοποιεί ελληνικά της προχειρότητας: επίθετο να προσδιορίζει άλλο επίθετο, η προστακτική του ενικού να διαμορφώνεται από τον αόριστο, το άμεσα να κλαίει και να οδύρεται, γιατί κάποιοι το θεωρούν φτωχό συγγενή του αμέσως -προφανώς γι αυτούς καθαρεύουσα-, τόσο που να μην ξέρεις πού να κρυφτείς. Οι φιλόλογοι του μέλλοντος τους ακούνε εμβρόντητοι και αναρωτιούνται, με το στίχο του ποιητή: «Ποια γλώσσα ανύπαρκτη μιλάς;»

Για να μην παρεξηγηθώ. Κάποια προγράμματα της τηλεόρασης είναι ένα αναβαθμισμένο δημόσιο πανεπιστήμιο. Και ακόμη, η τηλεόραση είναι μια διακριτική φίλη. Σου κρατά παρέα όταν τη χρειάζεσαι, σε διασκεδάζει, σε πληροφορεί, και αν σε εκνευρίσει ή τη βαρεθείς, δεν έχεις παρά να πατήσεις ένα κουμπάκι.

Εννοείται επίσης ότι ξέρω πως η γλώσσα είναι ζωντανή και αλλάζει διαρκώς. Μα να αποφασίζει η άκρατη τηλεθέαση και όχι η κοινή χρήση; Θα μου πείτε: Οταν ένα παιδί χάνει τη ζωή του και οι πόλεις καίγονται -αφού δεν έχουμε πια δάση να κάψουμε-, ποιος νοιάζεται αν λέμε τόσα ή τόσο πολλά; Μα δεν πρόκειται για διαφορετικά πράγματα. Θα σας απαντήσω εμμέσως (δηλαδή όχι άμεσα), με τη μεσολάβηση του Σωκράτη: η κακή χρήση της γλώσσας κάνει κακό στην ψυχή. Αυτή την ψυχή έχουμε ξεχάσει. Ξένη εφημερίδα έγραφε ότι ο Ελληνας έχει την επανάσταση στο αίμα του και μάλιστα ότι το 40 ξεσηκωθήκαμε εναντίον του φασισμού. Για φαντάσου! Εδώ προχθές ακόμη κάποιος είπε δημοσίως ότι οφείλουμε να λέμε στα παιδιά την αλήθεια: το «όχι» δεν το είπε ο ελληνικός λαός αλλά ο... Δεν τον ονόμασε. Μάντευε ίσως ότι κάποια ονόματα είναι συναισθηματικά φορτισμένα.

«Το μη καλώς λέγειν ου μόνον εις αυτό τούτο πλημμελές, αλλά και κακόν τι εμποιεί ταις ψυχαίς» (Φαίδων 115e). Και βέβαια, «καλώς λέγειν» δεν αφορά μόνο στη χρήση της γλώσσας.

Πολύ προχωρημένοι οι αρχαίοι μας. Δεν είχαν όμως περίστροφα. Ούτε κουκούλες. (Δεν κάλυπταν το πρόσωπο: πρόσωπον ήταν ο ίδιος ο άνθρωπος.)

Είχαν παιδιά. Και όταν ένα παιδί χάνεται, όταν ένα παιδί εξακολουθεί να πυροβολείται ακόμη και νεκρό, το σύμπαν θρηνεί για τη διπλή βλασφημία.

Ηλίας Φλωράκης
Τα αποτελέσματα των ανασκαφών

Η παρουσίαση είχε προγραμματιστεί για τις 8. Η αίθουσα είχε γεμίσει δύο ώρες νωρίτερα. Ο κόσμος είχε σαρδελοποιηθεί για να ακούσει από πρώτο χέρι την ανακοίνωση για τους πρωτόγονους μεταχριστιανικούς προγόνους του.

Ο ΣακάλΜ θα ανακοίνωνε τα επίσημα αποτελέσματα της έρευνάς του. Ο παρελθοντολόγος αναλυτής προ και μεταχριστιανικών περιόδων της Γης και επίτιμο μέλος της Επιστημονικής διαπλανητικής κοινότητας, είχε αναλάβει να φέρει σε πέρας μια δύσκολη αποστολή.

Οπως και όλες οι αποστολές του τμήματός του, στηρίζονταν στην ανάλυση δεδομένων από ανασκαφές άλλων τμημάτων και κυρίως στην ανάλυση των μη δεδομένων.

Πριν από 30 χρόνια, μια παρόμοια μελέτη τού έδωσε την έδρα στην Επιστημονική κοινότητα. Τότε, είχε αναλύσει τη μη ύπαρξη καλωδίων, οπτικών ινών και κεραιών, στην προχριστιανική εποχή που αποδείκνυε ένα και μόνο πράγμα. Οι αρχάνθρωποι της Γης επικοινωνούσαν με τηλεπάθεια.

Μια ικανότητα που χάθηκε στο πέρασμα των αιώνων αναγκάζοντας τους αρχανθρώπους να εφεύρουν την ενσύρματη και αργότερα την ασύρματη επικοινωνία. Ικανότητα που ήταν έμφυτη στη δική του φυλή η οποία αποτελούσε το πιο εξελιγμένο ον της διαπλανητικής συμμαχίας και γι αυτό κατείχαν την πλειοψηφία των εδρών της Επιστημονικής κοινότητας. Οι λόγοι που χάθηκε η ικανότητα στους αρχανθρώπους της Γης θα αναλυόταν σε επόμενη έρευνα η οποία δεν χρειάστηκε να υλοποιηθεί ποτέ, αφού η έδρα είχε πια... εδραιωθεί.

Τα αποτελέσματα της τελευταίας του έρευνας θα αποτελούσαν την αφορμή να πάρει επιτέλους και επίσημα την πολυπόθητη προεδρία.

Ετοιμάστηκε φορώντας τον επίσημο μανδύα και κάθισε στη θέση του. Ο κόσμος από κάτω σιώπησε και καθάρισε άμεσα το μυαλό του για να δεχτεί τη γνώση. Η επίσημη ανακοίνωση ήταν σύντομη και περιεκτική.

«Το θέμα της έρευνας ήταν η ύπαρξη των Αστυνομικών Αρχών, των Διοικητικών Αρχών, των Εκτελεστικών Αρχών και των Αρχών Ηθικής στους αρχανθρώπους της μεταχριστιανικής περιόδου προ ολοκαυτώματος. Μετά από έρευνα χρόνων και μελέτη όλων των δεδομένων και των μη δεδομένων για την περίοδο αυτή μέχρι και την αρχή της προηγούμενης τριχιλιετίας, η έρευνα για την εύρεση αποδείξεων του τμήματος ανασκαφών απομακρυσμένων πλανητών και η ανάλυση των στοιχείων από την ομάδα μου, μας οδήγησαν στα εξής συμπεράσματα. Πινακίδες, χώροι και εμβλήματα πιστοποιούν την ύπαρξη των Αστυνομικών και των Διοικητικών Αρχών στον πλανήτη Γη με γνωστές αρμοδιότητες. Η πορεία των αρχανθρώπων και οι λόγοι του ολοκαυτώματος αποδεικνύουν την ύπαρξη της Εκτελεστικής Αρχής.

Δεν υπάρχει όμως καμιά απτή απόδειξη για την ύπαρξη των λεγόμενων Ηθικών Αρχών. Συμπεραίνουμε τελικά ότι ποτέ δεν υλοποιήθηκε στην πράξη τέτοιο τμήμα με άγνωστες για μας αρμοδιότητες. Υπάρχει όμως η πιθανότητα ότι οι Αρχές Ηθικής να αποτελούν στην ουσία υποτμήμα των Αρχών Παλαιολ-ηθικής, παράλληλο τμήμα της Παλαιολ-ογίας που μελετούσε το παρελθόν των αρχανθρώπων. Αυτή όμως η πιθανότητα θα αποτελέσει από μόνη της έρευνα για το τμήμα μας στα επόμενα χρόνια».

Ερευνα που δεν χρειάστηκε ποτέ να υλοποιηθεί αφού η προεδρία καταλήφθηκε.

Το κοινό ενθουσιάστηκε. Η γνώση από τα δεδομένα και τα μη δεδομένα που απορροφήθηκε ήταν κατανοητή και εύπεπτη. Η αίθουσα άδειασε αμέσως και το πλήθος διασκορπίστηκε για να διοχετεύσει τη γνώση στους υπόλοιπους. «Σαν το φως του Πάσχα», σκέφτηκε ο ΣακάλΜ, αν και δεν αποδείχθηκε ποτέ η ύπαρξή του.

Πένυ Παπαδάκη
«Χρηματιστήριο Βαλτοπεδίου»

Ο γίγαντας ξύπνησε, τεντώθηκε, βρυχήθηκε και τίναξε από πάνω του τόνους λάβας και στάχτης, θάβοντας την Πομπηία, παγώνοντας και νεκρώνοντας κυριολεκτικά με έναν ξαφνικό θάνατο τη ζωή 20.000 ανθρώπων.

Αιώνες αργότερα, αυτές οι εικόνες προκάλεσαν φρίκη και δέος από τη διαπίστωση πως ο άνθρωπος είναι ανίσχυρος απέναντι στην παντοδυναμία της φύσης, και ιδιαίτερα όταν δεν τη σέβεται κι όταν δεν αφουγκράζεται τις προειδοποιήσεις της. Η ιστορία είναι για να μας διδάσκει. Μα, στ αλήθεια, διδαχτήκαμε; Τι θα έβρισκαν οι μελλοντικοί αρχαιολόγοι από τον αιώνα μας; Ας αρχίσει, λοιπόν, η ανασκαφή.

Στους δρόμους, τόνοι από ακινητοποιημένα αυτοκίνητα που δεν έχουν πια χώρο να κινηθούν. Ανθρωποι παστωμένοι σε λεωφορεία, θυμίζουν τσαμπιά σταφύλια που έχουν χάσει το χρώμα τους, τους χυμούς τους. Η έκφρασή τους δείχνει θυμό, αγανάκτηση, παραίτηση και μια παγωνιά που δεν οφείλεται στους τόνους της στάχτης. Κρατούν τσάντες με πιστωτικές κάρτες, λογαριασμούς και άδεια πορτοφόλια. Στους δρόμους κανείς δεν περπατά. Ολοι τρέχουν και μιλούν μόνοι τους. Μερικοί έχουν σταματήσει μπροστά από ένα ΑΤΜ για να βγάλουν ό,τι απέμεινε, προκειμένου να το βάλουν σε ένα άλλο μηχάνημα μιας άλλης τράπεζας πιο πέρα. Αλλοι είναι θαμμένοι κάτω από τη γη μέσα σε μεταλλικούς συρμούς. Εχουν στ αυτιά τους ακουστικά και κινούνται μηχανικά από αυτό που ακούν. Τι ακούνε και τι βλέπουν; Πάντως, κανείς τον διπλανό του.

Μέσα σε αφιλόξενα κτίρια, οι εικόνες είναι πανομοιότυπες. Οι εργαζόμενοι, κρυμμένοι πίσω από μια οθόνη υπολογιστή, λες και ντρέπονται. Η χαρά χαμένη από το πρόσωπό τους πριν από τη ζωή τους. Τα σπίτια μεγάλα και πολυτελή. Μεγάλες κουζίνες, αλλά άδειες και αχρησιμοποίητες. Χωρίς οσμές, χωρίς φαγητά, μόνο πλαστικό. Πιάτα, σακούλες, μαχαιροπίρουνα και φαγητά, όλα πλαστικά. Σαλόνια άδεια και παγωμένα. Μικρά υπνοδωμάτια με μοναχικούς ανθρώπους μπροστά από τηλεοράσεις.

Η μία έχει βαφτεί κόκκινη από το αίμα αθώων και αμάχων που τρέχουν να σωθούν από τα όπλα της «ειρήνης». Η άλλη σταμάτησε στη χειραψία ενός μαύρου και ενός άσπρου προέδρου στην «παγκόσμια συνδιάσκεψη συμφέροντος». Κι όταν το συμφέρον του ισχυρού καταπατάται, τότε σηκώνονται οι πύραυλοι και σκύβουν τα κεφάλια. Σε μια άλλη, ο χρόνος σταμάτησε σε ένα μοναστήρι που στην εποχή του θεωρούνταν άβατο από κάθε αμαρτία, και κυρίως γένους θηλυκού. Πριν χρόνια ήταν η Μονή Βατοπεδίου. Μόνο που η πινακίδα άλλαξε σε «χρηματιστήριο Βαλτοπεδίου», με συναλλαγές ντροπής. Παπάδες χρηματιστές, κελιά μοναστηριών άντρα ακολασίας.

Η τελευταία οθόνη έχει σταματήσει στους πολιτικούς. Ιδια ονόματα με άλλα πρόσωπα, για ένα «θα» και μια «διαφάνεια». Κύριοι, η μόνη διαφάνεια που έχετε είναι μέσα στο συρτάρι σας για να τυλίγετε τα τούβλα των χρημάτων από τις συναλλαγές των κουμπάρων σας.

Μελαγχόλησα. Δεν τα βρήκατε όλα, κύριοι αρχαιολόγοι. Δεν βρήκατε καθαρό αέρα και ουρανό. Τον θυσιάσαμε στον βωμό της... ανάπτυξης.

Δεν βρήκατε δάση. Τα κάψαμε και τα γεμίσαμε μπετόν για το χατίρι της χλιδής. Δεν βρήκατε θαλάσσιο πλούτο.

Τον καταστρέψαμε. Γιατί; Γιατί απλά εμείς οι άνθρωποι αυτού του αιώνα δεν ξέραμε να διαχειριστούμε τον πολιτισμό και τη γη που κληρονομήσαμε. Γεμίσαμε τον πλανήτη με απόβλητα. Βιάσαμε τη φύση και τη ζωή μας για να γεμίσει η τσέπη μας. Σταματήσαμε να γεννάμε παιδιά, γιατί δεν είχαμε χρόνο, κι αν είχαμε, ήταν γεμάτος από ανασφάλεια για το μέλλον τους, μιας και ήδη το δικό μας ήταν μελανό.

Σταματήσαμε να γεννάμε ιδέες, αφού το μυαλό μας νεκρώθηκε πριν από την ολική καταστροφή. Εν ολίγοις, ο Βεζούβιος της σημερινής εποχής δεν είναι άλλος από τον άνθρωπο. Κρίμα. Και ήταν στο χέρι μας. Είναι ακόμα στο χέρι μας. Γιατί ας μην ξεχνάμε:

«Αυτόν τον κόσμο τον καλό άλλοι τον καρτεράνε. Σκέψου, φίλε μου, την ώρα που θα φεύγεις».

Νάσος Χριστογιαννόπουλος
Κάπου στην Ελλάδα - 2308 μ.Χ.

Συνέντευξη στο κανάλι «Τότε & Τώρα»Δημοσιογράφος: Αγαπητοί τηλεθεατές, καλησπέρα. Απόψε, έχουμε τη μοναδική χαρά να δείξουμε αδημοσίευτες εικόνες από μια βιβλική καταστροφή.

Από μια θεομηνία, θα έλεγα. Να πέσει, παρακαλώ, το πρώτο πλάνο. Πολύ όμορφα. Κι ερωτώ τη συνομιλήτριά μου: πώς είναι βέβαιο ότι βλέπουμε τη διαλυμένη Αθήνα του 21ου αιώνα;

Αρχαιολόγος: Μα είναι πολύ απλό: βρέθηκαν άθικτες πλαστικές φιάλες της εποχής, πεταγμένες στους πρόποδες του Παρθενώνα, με την ημερομηνία λήξεως. Οπως γνωρίζετε, το πλαστικό θέλει περίπου διακόσια χρόνια για να λιώσει.

Η τηλεοπτική οθόνη είναι χωρισμένη σε τρία μέρη. Δύο τρίγωνα, επάνω αριστερά και κάτω δεξιά, εμφανίζουν αντίστοιχα την παρουσιάστρια και την αρχαιολόγο. Ανάμεσά τους, σε μια φαρδιά διαγώνια λωρίδα, η κάμερα δείχνει τον Ιερό Βράχο και ζουμάρει στα πλαστικά ευρήματα. Πρόκειται για τη μέθοδο που έχει αντικαταστήσει τα... αλήστου μνήμης παράθυρα. Ας σημειωθεί, ότι η κεντρική λωρίδα κινείται με χαριτωμένους κυματισμούς.

Δημοσιογράφος: Σωστή και θλιβερή η παρατήρηση. Τι άλλο βρήκατε κατά τις αναδιφήσεις σας;

Αρχαιολόγος: Κοντά στον Παρθενώνα, που ευτυχώς έμεινε άθικτος, ανακάλυψα ένα κτίριο το οποίο πρέπει να εξυπηρετούσε επίσημους σκοπούς. Διέθετε μεγάλη αμφιθεατρική αίθουσα, μαζί με μιαν άλλη μικρότερη. Οι αίθουσες ήσαν άδειες, μα επάνω στα σαπισμένα έδρανα είδα μικρόφωνα, λιωμένα χαρτιά και κάτι ανέπαφα DVD.

Τα πρόβαλα στον υπολογιστή, αλλά δεν κατάλαβα τίποτα.

Ακούγονται κραυγές, άγνωστες λέξεις («μουσαντένιος», «παντελονάτα», «πεντακαθαρίδης») και γίνεται χυδαία αναφορά σε περιουσιακά προβλήματα μεταξύ μοναστηριών, πολιτών και κράτους.

Δημοσιογράφος: Εδώ, θα βοηθήσει η δημοσιογραφική ιδιότητά μου.

Τα αρχεία του καναλιού εμφανίζουν μια διαμάχη: κάποιοι στρέφονταν κατά της πάμπλουτης και διεφθαρμένης εκκλησίας, άλλοι υπεραμύνονταν της ορθόδοξης παράδοσης.

Ο καβγάς αφορούσε χρήματα σε ύψος δυσθεώρητο, λέει.

Η αρχαιολόγος σταυροκοπιέται, καθώς η κάμερα περνάει από ρασοφορεμένα πρόσωπα με περιπαικτικά βλέμματα και σατανικά χαμόγελα σε πολυτελείς ναούς και σε βρόμικες χαμοκέλες. Μετά, μακρινό πλάνο της κατεστραμμένης πόλης.

Αρχαιολόγος: Φαίνεται πως, την εποχή εκείνη, το κυκλοφοριακό δεν είχε λυθεί. Κοιτάξτε όλους τους δρόμους: δεν υπάρχει σημείο κενό από οχήματα. Οι επιβάτες τους δεν διακρίνονται μετά τόσα χρόνια. Η κάμερα να κατευθυνθεί προς τα βόρεια προάστια, παρακαλώ. Ωραία. Τώρα βλέπουμε τεράστιες βίλες, λίγα απανθρακωμένα δέντρα και άφθονα λατομεία. Πρέπει να είχε σκαφτεί ολόκληρο το βουνό. Πεντέλη το ονομάζουν οι παλιοί χάρτες.

Δημοσιογράφος: Αχ, τι φρίκη! Πείτε μου, όμως: τι ήταν κάτι σαν τεράστιο άνοιγμα, την ώρα που ταξίδευε η κάμερα;

Ο φακός επιστρέφει αναζητώντας το άνοιγμα.

Δημοσιογράφος: Να, εκεί. Στη μέση είναι άδειο και γύρω-γύρω βλέπω στοιβαγμένους σκελετούς.

Αρχαιολόγος: Α, το προσέξατε! Σύμφωνα με αδιάσειστα στοιχεία, την ώρα της καταστροφής διεξαγόταν ποδοσφαιρικός αγώνας ανάμεσα σε δυο ομάδες, οι οπαδοί των οποίων δεν πρέπει να λατρεύονταν. Βρέθηκαν σκουριασμένοι λοστοί, κοφτερά μαχαίρια... Δυστυχώς, η σκαπάνη δεν κατόρθωσε να διαπιστώσει αν ορισμένοι θάνατοι οφείλονται σε σωματική βία πριν από τον σεισμό.

Δημοσιογράφος: Θαυμάσια. Μια τελευταία εντύπωση, πριν κάνουμε διαφημιστικό break;

Αρχαιολόγος: Να σας πω. Η θάλασσα στα νότια της πόλης μοιάζει να είναι διαυγής. Υπάρχουν και πολλά ψάρια.

Δημοσιογράφος: Τι όμορφα! Σας ευχαριστώ. Αγαπητοί τηλεθεατές, τελειώσαμε. Είδατε τα απομεινάρια μιας ιδιαίτερα εξελιγμένης μεγαλούπολης.

Θα τα ξαναπούμε αύριο, με το πορτρέτο του νέου προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, από πατέρα Κινέζο και μητέρα ερυθρόδερμη. Γεια σας.

Χρύσα Σπυροπούλου
Η κυρία Μονάχους και ο κύριος Αυτόνους αναζητούν τις ρίζες τους...

Η γυναίκα φορούσε άσπρη στολή, επενδυμένη καλά με μόλυβδο για να την προστατεύει από τα τοξικά της περιοχής. Ενα λευκό κράνος καθώς και σκούρα γυαλιά ηλίου κάλυπταν το πρόσωπό της. Η μεγάλη λακκούβα που βρέθηκε από την επιστημονική ομάδα της δόκτορος Μονάχους στην περιοχή, όπου κάποτε υπήρχε η λίμνη Δοϊράνη, έφερε συγκρατημένα χαμόγελα στην ίδια και τους συνεργάτες της.

Μ ένα φωσφορίζον μπαστούνι η κυρία Μονάχους έλεγξε τα συστατικά της κοιλότητας, τα οποία καταγράφονταν αμέσως στον μικροσκοπικό ηλεκτρονικό υπολογιστή της. Στοιχεία πλουτωνίου και χρώμιο ήταν τα πιο επικίνδυνα υλικά που βρέθηκαν εκεί. Αναψε το κόκκινο λαμπάκι στο κράνος της για να λάβουν επιπλέον προστατευτικά μέτρα οι συνεργάτες της.

Με ένα νεύμα της κάλεσε τον Αυτόνους κοντά της, ενώ το μπαστούνι της έδινε όλο και περισσότερες πληροφορίες: σπασμένοι υπολογιστές -πύργοι αλλά και οθόνες-, κινητά τηλέφωνα, τηλεοράσεις, βιντεοκάμερες, αλλά και πολλά CD καθώς και DVD ήταν πεταμένα εδώ κι εκεί. Ο υπόκωφος ήχος που ακουγόταν κάθε φορά που η ράβδος ακουμπούσε σε πέτρες και τοιχώματα επιβεβαίωνε την ύπαρξη των ραδιενεργών στοιχείων. Ενας δερμάτινος φάκελος που καλυπτόταν από κάτι σαν ζελατίνα προεξείχε από τη σπασμένη οθόνη μιας τηλεόρασης.

Η κυρία Μονάχους τον τράβηξε προσεχτικά και τον έδωσε στον Αυτόνους για να τον τοποθετήσει στη δεξαμενή όπου αποστειρώνονταν όλα τα ευρήματα.

- Ισως μάθουμε τι συνέβη μ αυτούς τους ανθρώπους. Τι ήταν εκείνο που έφερε τόση καταστροφή.

Ο Αυτόνους ανυπομονούσε να μάθει το περιεχόμενο. Εβαλε τον φάκελο στον πάγκο και προτού τον ρίξει στη δεξαμενή με το απολυμαντικό, τον άνοιξε προσεχτικά με το μυτερό στυλό του. Ενα είδος ημερολογίου καθώς και αποκόμματα εφημερίδων έπεσαν από τον φάκελο. Η ημερομηνία σε ορισμένα φύλα έδειχνε: Κυριακή, 16 Νοεμβρίου του 2008. Κοίταξε το ρολόι του. Ηταν Κυριακή 16 Νοεμβρίου του 2090. Σ ένα απόκομμα εφημερίδας διάβασε: «Απογοήτευση από το πολιτικό σκηνικό». Αλλού: «Πιάσαμε πάτο. Κάτι πρέπει να γίνει».

«Οι πόλεις μας έγιναν χωματερές των βιομηχανιών και των βιοτεχνιών». Μερικές φωτογραφίες που εξείχαν από τις εσωτερικές θήκες του φακέλου έδειχναν λίμνες με νούφαρα και ερωδιούς να παίζουν στα νερά τους. Σε άλλες εμφανίζονταν καμπαναριά ναών καλυμμένα με φωλιές πελαργών. Ενα χαριτωμένο σκυλί σε μιαν άλλη κυνηγούσε πάπιες στα νερά της λίμνης!

Για τον Αυτόνους όλα αυτά φαίνονταν περίεργα και εξωτικά. Αυτός είχε μεγαλώσει σε ουρανοξύστη, στην καρδιά μιας μεγαλούπολης, μακριά από την άνυδρη εξοχή που ήταν γεμάτη χώμα και σκόνη.

Το νερό οι κάτοικοι των πόλεων το δημιουργούσαν στα εργαστήρια της φυσικής των πανεπιστημιακών σχολών, ενώ τα φυτά κατασκευάζονταν κι αυτά από τους βιολόγους, οι οποίοι διέθεταν κάποιους σπόρους που είχαν βρεθεί τυχαία σε καταψύκτες μεγάλου εργαστηρίου στον Βόρειο Καναδά. Εριξε ακόμα μία ματιά στη φωτογραφία του σκύλου και σκέφτηκε με πίκρα ότι ήταν πολύ κρίμα που δεν υπήρχαν πια σκυλιά και γάτες στον πλανήτη. Κι αυτός είχε μάθει για την ύπαρξή τους σε κάτι ηλεκτρονικά παιχνίδια κατά τη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας.

Η κυρία Μονάχους του έγνεψε να κάνει γρήγορα. Δεν είχαν καιρό για χάσιμο. Ηταν σίγουρος ότι θα τα άκουγε και πάλι απ αυτήν το βράδυ, όταν θα κάθονταν μπροστά στους υπολογιστές και θα ταξινομούσαν τα ευρήματά τους.

«Πειθαρχία» του χε πει κάποτε. «Μην παρασύρεσαι από συναισθηματισμούς και φαντασιώσεις. Πρέπει να ανακαλύψουμε τι κατέστρεψε ολόκληρους πολιτισμούς και να προσπαθήσουμε να επιβιώσουμε, αλλά και να ζήσουμε όσο πιο άνετα μπορούμε και όσο περισσότερο.

Να μην κάνουμε τα λάθη τους. Ψάχνουμε σπόρους εξαφανισμένων φυτών και οστά ζώων που μπορεί να μας δώσουν τα κλειδιά για να τα επαναφέρουμε στη ζωή! Εκείνοι, οι πρόγονοί μας, ήταν άπληστοι και άμυαλοι. Εμείς θα αποδείξουμε ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε τον δικό μας κόσμο... Πώς θα είναι άραγε αυτός; Σκέφτηκε ο Αυτόνους και συγκατένευσε στη Μονάχους, που του ένευε να συνεχίσει τη δουλειά του. Ναι, θα κανε γρήγορα. Δεν είχε λόγο να καθυστερεί με διάφορες νεφελώδεις εικασίες.

Η καλή συνεργασία μαζί της θα έφερνε το ποθητό αποτέλεσμα... Εσκυψε στα ευρήματα που ήταν αραδιασμένα μπροστά του και με τα γάντια του τα έπαιρνε ένα ένα και τα έριχνε στο απολυμαντήριο...

Δημήτρης Καρύδας
Στο μυαλό του Τελευταίου Πλανητάρχη

Ο Ευρυτάν, έπαρχος της Αρμάδας της Διαγαλαξιακής Συνομοσπονδίας, άνοιξε τον ολογραφικό βιντεο-υποδοχέα και μπροστά του εμφανίστηκε το ολόγραμμα του Αροκ. Ο αρχηγός της εξερευνητικής ομάδας που είχαν αφήσει πριν από εκατό νανοχρόνια στον άγνωστο πλανήτη του νέου Γαλαξία του φάνηκε γερασμένος. Ο Αροκ ήταν ο υπεύθυνος του τομέα της Υποθετικής Αρχαιολογίας της Αρμάδας. Η ανακάλυψη ενός πλανήτη που δεν υπήρχε στους χάρτες της Αρμάδας και βρέθηκε κυριολεκτικά από το πουθενά μπροστά στα διαστημόπλοιά τους ήταν η κορυφαία στιγμή της επιστημονικής του καριέρας. Μέχρι τουλάχιστον την απόλυτη εξερεύνησή του και την κατανόηση των συνθηκών ζωής που υπήρχαν εκεί. Η στιγμή για να του παραθέσει το σύνολο των ανακαλύψεων, ύστερα από εκατό νανοχρόνια παραμονής του στον ακατοίκητο πλανήτη, είχε φτάσει.

«Σύμφωνα με τις μετρήσεις μας», ξεκίνησε ο Αροκ, «ο πλανήτης είχε ζωή για περισσότερα από πέντε χιλιάδες νανοχρόνια και είχε φτάσει σε ένα αρκετά αναπτυγμένο επίπεδο λίγο πριν από την καταστροφή. Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τον πολιτισμό του μεταβιομηχανικό και πρέπει να καταστράφηκε πριν από δέκα ή δώδεκα χιλιάδες νανοχρόνια. Τα ευρήματα της ομάδας ήταν αρκετά και σημαντικά. Σημαντικότερο όλων ότι η ατμόσφαιρα του πλανήτη, παρά την εκτεταμένη παρουσία μεθανίου, που προήλθε από την έκρηξη ηφαιστειακών σχηματισμών και βρίσκεται ακόμη και στην ατμόσφαιρα των δεκαπέντε χιλιομέτρων από την επιφάνεια, επιτρέπει και πάλι τη δημιουργία ζωής. Ηδη στον πλανήτη έχουν αρχίσει και εξελίσσονται διάφορα ζωικά είδη και κυριαρχεί ένα δίποδο ον με ανεπτυγμένη τριχοφυϊα. Δυστυχώς δεν υπάρχει ακόμη η δυνατότητα επικοινωνίας αλλά ίσως κάτι τέτοιο γίνει εφικτό με τη μετάλλαξή του σε λογικό ον ύστερα από διακόσια ή τριακόσια νανοχρόνια».

Ο Αροκ άρχισε να εξηγεί λεπτομέρειες από άλλα είδη ζώων ή πανίδας που διασώθηκαν στον πλανήτη, αλλά ο Ευρυτάν δεν έδινε μεγάλη σημασία ούτε στην ύπαρξη ενός μικρού φυτού που θύμιζε το χαμομήλι του πλανήτη του, ούτε ενός μικρού ζώου μαύρου χρώματος που μπορούσε να είναι κάτι πολύ κοντινό με τις κατσαρίδες. Περισσότερο τον ενδιέφερε η ατμόσφαιρα της Νέας Γης, όπως ήταν η κωδική ονομασία που είχαν δώσει στον πλανήτη και αν ήταν εφικτή η εγκατάσταση ομοίων του. Η υπόσχεση που είχε δώσει στους υπεύθυνους της Διαγαλαξιακής Συνομοσπονδίας όταν τους παρουσίασε το μεγαλεπήβολο φιλόδοξο σχέδιό του για εξερεύνηση του κοντινού Γαλαξία τον κυνηγούσε εδώ και εκατοντάδες νανοχρόνια. Είχε δεσμευθεί ότι θα ανακάλυπταν πλανήτη που θα έκανε απόσβεση στην τεράστια επένδυση για τη δημιουργία της Αρμάδας Διαπλανητικών Σκαφών και θα χρησίμευε είτε για μετεγκατάσταση πληθυσμών, είτε θα παρουσίαζε μεγάλες προοπτικές για την εξασφάλιση τουριστικών εσόδων από τον διαγαλαξιακό τουρισμό. Και αυτός ο πλανήτης ήταν ο πρώτος που συναντούσαν και προσφερόταν για την υλοποίηση των σχεδίων του.

Το ολόγραμμα του Αροκ συνέχιζε να του δίνει στοιχεία: «Εχουν διασωθεί ογκώδη κτίσματα από ένα υλικό που μοιάζει με το δικό μας παλιό μπετόν. Πολυώροφα που προφανώς εξυπηρετούσαν κάποιους θρησκευτικούς σκοπούς. Από υλικά συλλέξαμε εκατομμύρια γυάλινα και πλαστικά μπουκάλια. Εμφανώς, το πλαστικό που ανακυκλώνεται με μεγάλη δυσκολία και καθυστέρηση είχε αντικαταστήσει ολοκληρωτικά τα μέταλλα».

Ο Ευρυτάν ενδιαφερόταν να μάθει κάτι ακόμη. Τι είχαν ανακαλύψει στο παράξενο καταφύγιο στο πιο βόρειο μέρος του πλανήτη που κάποτε -σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των επιστημόνων της Υποθετικής Αρχαιολογίας- ήταν σκεπασμένο από πάγους.

Ακριβώς αυτή η χαμηλή θερμοκρασία είχε διασώσει το κάποτε υπόγειο καταφύγιο που πλέον μετά το λιώσιμο των πάγων βρισκόταν στο επίπεδο της επιφάνειας και όχι κάτω από αυτή. Ο Αροκ άρχισε να του εξηγεί με περιττές λεπτομέρειες τα προβλήματα που αντιμετώπισαν τα εξερευνητικά άρματα στην προσπάθειά τους να σκαρφαλώσουν στην ψηλότερη βουνοκορφή του πλανήτη και του ζήτησε να επισπεύσει. Πάντοτε τον κούραζε η πολυλογία των αρχαιολόγων που θεωρούσαν ότι οι λεπτομέρειες της δουλειάς τους ήταν σημαντικότερες του αντικειμένου τους που δεν ήταν άλλο από την εξόρυξη του παρελθόντος. Ζήτησε από το ολόγραμμα του υπεύθυνου της Υποθετικής Αρχαιολογίας να επισπεύσει.

«Το καταφύγιο χρησίμευσε», κατέληξε τελικά ο Αροκ ύστερα από διάστημα που έμοιαζε με εκατοντάδες νανοχρόνια άχρηστων λεπτομερειών, «για τη σωτηρία ενός ανώτερου δείγματος ζωής του πολιτισμού της Νέας Γης. Κάποιου θεού ή άρχοντα της εποχής. Υπάρχει και ένα οπτικό εύρημα, ένας πλαστικός δίσκος που λειτουργούσε με τη βοήθεια ακτίνων λέιζερ και θυμίζει τα DVD που χρησιμοποιούσαμε πριν από την ανακάλυψη των ολογραμμάτων. Χρειάστηκε να δουλέψουμε πάνω στο υλικό». Ο Ευρυτάν ζήτησε να δει το εύρημα. Το ολόγραμμα του Αροκ εξαφανίστηκε και στην οθόνη του μέσα σε πολλά παράσιτα εμφανίσθηκε ένα πρόσωπο. Δέρμα σκούρου χρώματος, λάμψη φόβου στα μάτια, φορούσε κάτι που έμοιαζε με υφασμάτινο κουμπωμένο μέχρι τον λαιμό ρούχο και από τον λαιμό του κρεμόταν ένα κομμάτι ύφασμα κόκκινου χρώματος που θύμιζε προβοσκίδα. «Ετσι έμοιαζαν λοιπόν οι κάτοικοι του πλανήτη», σκέφθηκε ο Ευρυτάν την ώρα που συνδεόταν με τον αυτόματο μεταφραστή. Το σκουρόχρωμο πρόσωπο στην οθόνη χανόταν και εμφανιζόταν μέσα στα παράσιτα του φθαρμένου από τον χρόνο δίσκου και ο λόγος ήταν αποσπασματικός.

«....όλα έγιναν ξαφνικά....μάθαμε ότι ο πλανήτης....ξεφεύγει από την τροχιά του....αδιευκρίνιστο....αποτέλεσμα της αλλαγής της τροχιάς η εκτεταμένη οικολογική καταστροφή που ξέσπασε απρόσμενα....Σεισμοί, εκρήξεις ηφαιστείων...κατακλυσμοί...πάγωσαν τα πάντα....Η ζωή τελειώνει...σώθηκαν λίγοι ελάχιστοι άνθρωποι...αμφιβάλλω αν θα επιβιώσουν πάνω από μερικά χρόνια... το τέλος του πλανήτη. Με έκλεισαν οι αρχές ασφαλείας στο πυρηνικό καταφύγιο του Βόρειου Πόλου...έχουν περάσει πέντε χρόνια από τότε....οι άλλοι....πέθαναν...δεν ξέρω τι γίνεται στην επιφάνεια...είναι γραφτό μου να πεθάνω εδώ...όπως οι άλλοι...για όποιον βρει στο μέλλον αυτή τη μαρτυρία είμαι ο Μπάρακ Ομπάμα, τελευταίος πρόεδρος των....όλα ξεκίνησαν ξαφνικά δώδεκα το μεσημέρι πριν από πέντε χρόνια...ήταν Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009».

Ελένη Στασινού
Ο αρχαιολόγος των Βαττών

Το 2100 και το γένος των Βαττών η Κανθαρίδων, υπάρχει καθώς πάντοτε, ευπροσάρμοστο και ενθουσιώδες -ιδίως κατά την αναπαραγωγική του υποχρέωση- εμπλουτισμένο με ανθρώπινα τινά ιδιώματα αλλά και ευφυϊα η οποία συνετέλεσε στο να οργανωθεί η νεότερη κοινωνία τους σε αξιοθαύμαστο εύρος. Ετσι, ο νεαρός Βλάττης Αρχαιολόγος, κατά τι επαρμένος και ιδιαίτερα ευσυγκίνητος, εν μια νυκτί θα κατακλυστεί από τα αλλότρια συναισθήματα, σαν ανακαλύψει το «ΕΥΡΗΜΑ» εκατό πόδια υπό την τοξική ιλύν και που αστραπιαία θα μεταφερθεί στο πλησιέστερο Βιο-Χημικο-Γενετικό κέντρο.

Και ναι μεν θα νιώσει να καταρρακώνεται η βεβαιότητά του για εύφημον μνείαν, στην καθολική ακινησία εν αναμονή των αποτελεσμάτων, όμως η ελπίδα για υστεροφημία δεν θα κατασταλεί από τη σοβαρότητα της στιγμής.

Εν πάση περιπτώσει θα αναγγελθεί ότι: το «ΕΥΡΗΜΑ» περιέχει φιαλίδιο με βλαστοκύτταρα του ανθρώπινου είδους έτοιμα για αναπαραγωγή, καθώς και δίσκο παλαιοτάτης τεχνολογίας, είδος κληροδοτήματος-παρακαταθήκης, οποίον βεβαίως όφειλαν απαξάπαντες να ακούσουν ως δημοκρατία διαφάνειας.

Σιωπή έως τον πορτοκαλόχροα ουρανό. Οι αποκωδικοποιητές πήραν φωτιά. Η φωνή πολλαπλασιασμένη ακούστηκε σ' όλα τα μήκη και τα πλάτη. «Ντρέπομαι για την παρακαταθήκη ευτελισμού. Που έζησα την εποχή όπου κηδεύτηκαν τα άξια και ανυψώθηκαν τα τίποτα. Για τους πολέμους ντρέπομαι. Τις γενοκτονίες. Τις φονικές δοκιμές ντρέπομαι. Χιροσίμα. Ινδονησία. Σιγκαπούρη. Πόλους και βυθούς. Έγκατα και αιθέρες. Για τα οβάλ γραφεία. Τα ροζ. Τους θηρευτές πρωθυπουργούς. Το γάλα με μελαμίνη.

Τα σκαμπό από δέρμα ελεφάντων. Τα μενού με «Δράκο του Κομόντο». Το αφανισμό του Χρυσού Πιθήκου ντρέπομαι. Τον Τρίτο κόσμο που τον βαφτίσαμε στα απόβλητα για να τον δολοφονήσουμε στην αδιαφορία μας. Για την ΟΥΝΕΣΚΟ ντρέπομαι, που πολτοποίησε 100.000 τόμους βιβλία ιστορίας και λογοτεχνίας. Γιατί γελάσαμε με τον Κουστό. Γιατί δεν κλάψαμε τα νεκρά δέντρα της Ναμίμπια.

Γιατί πεθάναμε στα Χρηματιστήρια, θεραπευτήκαμε με χολή αρκούδας, ικανοποιηθήκαμε με βοηθητικά από κέρατο νεκρού ρινόκερου και πέος Φώκιας.

Για τους γονείς που με συνέταξαν σε αίτηση. Που δεν ήσαν ο Αλ Γκορ, ο Μπουσεργέ, η ο Ρομπέρ Σουάν. Γιατί δεν υπήρξα μέλος της ΕΛΦ η της ΑΛΦ.

Γιατί χρειάστηκε «ΚΙΟΤΟ» και «ΒΑΣΙΛΕΙΑ» για να προστατευθεί η φύση.

Για την εκδίκηση της τρομοκρατημένης φύσης ντρέπομαι. Για την καμπύλη λίπους της ανθρωπότητας. Για το παιδί που αρπάζει την τροφή του πουλιού. Το πουλί που σπαράσσει τα σπλάχνα του παιδιού. Τη μάνα ντρέπομαι που καταπίνει το πουλί. Και τη γη που φτύνει τη μάνα νέο οξύ.

Για τη δυνατότητα να ανασυσταθώ ντρέπομαι. Και το δίλημμα στο οποίο θα περιέλθει όποιος ανακαλύψει το «γενετικό μου λίκνο».

Υ.Γ. Συμβουλή μου; Καταστρέψτε με για να μη καταστραφείτε!»

Εκατομμύρια αισθητήρια μετακινήθηκαν από έκπληξη σε απορία.

«Ψηφίστε.»

«Θάνατος» ακούστηκε ομαδηδόν, βουίσανε οι επτά θόλοι.

«Αν βρεθεί έστω κι ένας με σοβαρό λόγο, ίσως ν αναβιώσει το ανθρώπινο είδος»

Ο νεαρό Βάττων ακούστηκε «Και μόνο διότι μεταμελήθηκε αξίζει να αθωωθεί»

Δαγκάνες σκοτείνιασαν τον θόλο. Αφανίστηκε κάθε ίχνος του νεαρού Αρχαιολόγου.

«Εχετε δίκιο» ακούστηκε η φωνή. Δεν χρειάζεται να επαναφέρω τον άνθρωπο. Ηδη εσείς έχετε στοιχειώσει απ αυτόν»

Γιάννης Φιλιππίδης
Το κορίτσι της Ανω Κυψέλης

Ετος 2488. Μήνες μετά τον σεισμό (8,3 Ρίχτερ) που ισοπέδωσε τη Μητρόπολη, δύο αρχαιολόγοι, ψάχνουν στα χαλάσματα για ευρήματα. Με υπομονή, καρτερία και τα πιο προηγμένα όργανα μέτρησης που τους προμήθευσε η Ευρωπαϊκή Κοινοπολιτεία. Επαρχία: Ελληνική. Τοποθεσία: Ανω Κυψέλη. Ενα ακόμα αδιαπέραστο γκέτο μεταναστών και παρανόμων κάθε λογής.

Μάρτα!

Τι είναι;

Ανιχνεύω αντικείμενο, σχήμα κουτιού, ανοξείδωτο, στεγανοποιημένο.

Επιτέλους κάτι! Τι έχει μέσα;

Περιεχόμενο ψηφιακό υλικό παλιάς κοπής, κοσμήματα από χρυσό και διαμάντια, υλικά άνευ αξίας.

Ενεργοποίησε σκάνερ φωνητικής ανάγνωσης.

Ρομποτική φωνή ακούγεται:

«...Ετος 2044.

Δεν είμαι ώριμη, δεν είμαι ενήλικη, δεν είμαι παιδί. Το όνομά μου άγνωστο, δεν έχει την παραμικρή αξία να μαθευτεί. Δεν κυκλοφορώ με την Πανευρωπαϊκή μου ταυτότητα. Γράφει αγνώστου πατρός. Δεν υπήρξε ποτέ για μένα.

Μόνο στα μάτια τής μάνας έζησα τη λαχτάρα του γονιού, που νοιάστηκε κι έζησε με μένα. Με όποιο κόστος. Μέσα από τα δικά της μάτια, είδα εμένα. Εμένα όμορφη. Πώς θα μπορούσε να ναι αλλιώς, αφού της έμοιασα τόσο;...

Από τα δεκατρία βάφω το σπίτι κάθε χρόνο. Για το χατίρι της τότε. Τώρα πια και το δικό μου. Ανάβω το καντήλι. Κάθε βράδυ.

Για φωτισμό. Και προσευχή. Δίπλα στην εικόνα της Παναγιάς και του Χριστού, η δική της φωτογραφία.

Ζω δουλεύοντας περιστασιακά, μένω σ' αυτό το ερείπιο σπίτι, κληρονομιά μου. Δεν έχω αλλού να πάω. Οταν γεννήθηκα, δεν ήταν γκέτο. Τώρα είναι. Αποφεύγω να κυκλοφορώ αφού σκοτεινιάσει. Δε φοβάμαι όσους μένουν εδώ. Τις Περιπόλους φοβάμαι. Το κορμί μου είναι γεμάτο σημάδια. Από κάθε μορφής πυροβολισμούς. Πληρώνω φως, νερό. Ντύνομαι ρούχα από τρίτο χέρι. Ο,τι βρίσκω στα σκουπίδια. Γράφω. Γράφω σ' ένα pc, μου το χάρισε μια γειτόνισσα, που τη φρόντιζα. Πίστευε σε μένα. Στο τέλος πίστεψα κι εγώ. Σε μένα. Στη ζωή.

Τα κείμενά μου δε τα διαβάζει κανείς. Δε συνδέομαι στο Διαδίκτυο. Είναι επικίνδυνο.

Κοιμάμαι λίγο. Περπατάω πολύ. Δεν κουράζομαι. Εμαθα. Μ αρέσει να χαζεύω βιτρίνες, μ όσα δε θ αγοράσω ποτέ. Ολα μια ψευδαίσθηση είναι. Κάθε ξημέρωμα με βρίσκει ξύπνια. Κοιτάω τον ουρανό. Πιστεύω στο Θεό, η μάνα μ έμαθε. Οπως βλέπω το γκρίζο του κάθε χάραμα, του καρφιτσώνω κι ένα ραβασάκι. Μια προσευχή. Μια επιθυμία. Εχω γεμίσει το θόλο, δικά μου μηνύματα. Δε τα μαθαίνει άλλος, εκτός από μένα. Ετσι θέλω.

Τέλειωσα το σχολείο. Πέρασα Φιλοσοφική. Ουτοπία. Δε μπόρεσα να γραφτώ στο Πανεπιστήμιο. Ακριβά τα δίδακτρα. Πανάκριβα τα βιβλία... Προχτές, περπατούσα στο κέντρο. Μια μεγάλη διαδήλωση, έφερε πανικό. Πετροπόλεμο. Φωτιές. Καμένα μαγαζιά. Χημικά. Πλιάτσικο. Τράπηκα σε φυγή. Κάτι έλαμψε στο πεζοδρόμιο. Πεσμένα κοσμήματα. Αυθόρμητα τ άρπαξα στη χούφτα. Αρχισα να τρέχω. Εφτασα σπίτι. Λαχανιασμένη. Φοβήθηκα να τα παραδώσω. Τα χωσα σ' ένα κουτί. Μαζί με κείμενά μου.

Από φόβο μην τα βρούνε. Τα έθαψα στον ακάλυπτο. Μισό μέτρο κάτω από δύο πλακάκια. Κι αυτό το κείμενο μαζί. Φοβάμαι. Για πολλά.

Δεν είμαι ώριμη, δεν είμαι ενήλικη, δεν είμαι παιδί. Αγαπώ αλλά δεν ερωτεύομαι. Εγώ. Η ανώνυμη Ειρήνη της Ανω Κυψέλης. Και δεν πιστεύω στα όνειρα που πραγματοποιούνται. Οχι πια...»

Η φωνή του σκάνερ σταμάτησε.

Η Μάρτα και ο Γιόν, κοιτάχτηκαν για ώρα στα μάτια. Απόλυτα σιωπηλοί.

Ρούλα Κακλαμανάκη
Τι θα βρουν οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος από τη σύγχρονη Πομπηία;

Να μια καλή και τολμηρή ερώτηση, έτσι εξαρτημένη από πολλές υποθέσεις: θα υπάρξει μέλλον; Θα υπάρξουν αρχαιολόγοι; Θα μείνει κάτι που να μοιάζει με τη λογική του κόσμου που τώρα ζούμε; Ας πούμε πως ναι. Ολα αυτά θα υπάρξουν, μαζί με τα «αρχαϊκά» κατάλοιπα της Πομπηίας του. Κι ακόμα πως αυτό μπορεί τώρα να προβλεφθεί επαρκώς ώστε να παράγει εικόνα «αναδρομικού» μέλλοντος.

Υπάρχουν ταινίες του κινηματογράφου, βιβλία, τραγούδια, κ.ά., για το πώς βλέπουν οι τωρινοί άνθρωποι το μέλλον τους. Ενα, συνήθως, κοντινό μέλλον. Συγκλονιστικά, ανατριχιαστικά θεάματα και ακούσματα για τα μάτια και τις άλλες αισθήσεις του σημερινού ανθρώπου.

Η παρούσα όμως ερώτηση είναι, απ όσο ξέρω, πρωτότυπη.

Αναφέρεται σ' ένα μέλλον μακρινό που θα έχει πίσω του την εποχή μας, μια εποχή της αρχαιότητας πια, γι αυτό (το μακρινό μέλλον). Το αόρατο μέλλον, με την εκ των πραγμάτων κοινή μοίρα, ανθρώπων και καταστάσεων, για την ώρα απολύτως ορατών και με πολύ διαφορετική μοίρα από ήπειρο σε ήπειρο, από χώρα σε χώρα, από χωριό σε χωριό κι από πόλη σε πόλη, μα και από επάγγελμα σε επάγγελμα, από βαλάντιο σε βαλάντιο και βάλε και βάλε...

Μια ερώτηση γεμάτη φαντασία, ανοιχτή στον καθένα να πει ό,τι θέλει, ιδίως όταν δεν είναι αρχαιολόγος. Εμένα μου θύμισε μια μικρή αληθινή ιστορία, αρκετά τρυφερή για να με κάνει να συνέλθω από το σοκ που μου προκάλεσε ένα ερώτημα το οποίο μην μπορώντας να βρει μια ανταπόκριση στις γνώσεις και στην κρίση μου, ούτε καν στις δυνατότητες της δημιουργικής μου φαντασίας, πέρασε κατευθείαν στο ένστικτο και με γέμισε τρόμο, σαν να επρόκειτο να ζήσουν τα πιθανά κατάλοιπα των κυττάρων μου μια ανυπέρβλητη φρίκη, στον μακρινό αυτό χρόνο.

Ηταν μια μέρα του φθινοπώρου πριν από μερικές δεκαετίες. Μεσημέρι και γυρνούσα στο σπίτι, ύστερα από κάποιες επισκέψεις σε νηπιαγωγεία, αναζητώντας ό,τι καλύτερο για τον μικρό μου γιο.

Με είχε εντυπωσιάσει μια διευθύντρια νηπιαγωγείου μόλις επανελθούσα από το εξωτερικό, με τα αποτελέσματα των εκεί αναζητήσεών της πρωτότυπων συστημάτων για το νηπιαγωγείο της.

Μεταξύ άλλων, είχε ανακαλύψει και το καυτό ερώτημα με το οποίο θα μπορούσε να μετράει τη νοημοσύνη των μικρών «πελατών» της.

«Πώς φαντάζεσαι τον Θεό;» θα ρωτούσε τα νήπια, και θα συγκέντρωνε τις απαντήσεις σε βιβλίο που θα το διακινούσε με προσδοκία μεγάλης επιτυχίας στην αγορά. Δεν έμαθα τι κατάφερε, δεν την ξαναείδα. Εθεσα όμως από περιέργεια το ερώτημα στον μικρό μου γιο, κι αυτός χωρίς να το πολυσκεφθεί απάντησε με σοβαρό και γεμάτο αυτοπεποίθηση ύφος: «Δεν ξέρει αυτή και ρωτάει εμένα που είμαι παιδάκι;»

Σαν ένα μικρό παιδάκι κι εγώ τώρα μπροστά σε μια τέτοια ερώτηση, το μόνο που μπορώ να πω είναι: Δεν ξέρω, αλλά φαντάζομαι πως, αν υπάρχουν άνθρωποι τότε, ακόμα και αρχαιολόγοι, θα γελάνε με την έλλειψη κοινής λογικής από έναν κόσμο που είχε πολλά αγαθά και δεν ήξερε όχι μόνο πώς να τα μοιράσει, αλλά και πώς να τα απολαύσει όποιος τα είχε στην κατοχή του, ή να τα διεκδικήσει όποιος δεν τα είχε στη διάθεσή του.

Δημήτρης Βαρβαρήγος
Ηταν κάποτε ένας κόσμος

Η Ρέντιγκα και η ψυχή του ήταν οι μοναδικές πόλεις που διασώθηκαν εκείνη την αποφράδα νύχτα του 2012. Μικρός ήταν και δεν θυμόταν καλά τον όλεθρο. Στα κατοπινά δύσκολα χρόνια άκουγε κάποιες παράξενες ιστορίες που διηγούνταν ο παππούς του πριν πεθάνει και έβαλε σκοπό της ζωής του όταν μεγαλώσει να ψάξει την Ιστορία και να ανακαλύψει τον κόσμο από τον οποίο προερχότανε.

Σαράντα χρόνια μετά ο κόσμος άρχιζε να βρίσκει τους ρυθμούς του και να ξεφεύγει από τις πρώτες δυσκολίες και στερήσεις των προηγούμενων γενεών.

Ο Ορέστης ό,τι είχε περάσει με επιτυχία το στάδιο της εμφύτευσης στον εγκέφαλό του πληροφοριών από την ιστορία του παρελθόντος. Είχε φτάσει η στιγμή να ανακαλύψει γιατί ο άνθρωπος εθελοτυφλούσε παρόλο που γνώριζε ότι θα έφτανε η μέρα της καταστροφής του. Γιατί συνέχιζε με αδιαφορία και απάθεια να απολαμβάνει όσα του προσέφερε η ζωή, χωρίς να υπολογίζει το αύριο.

Με τόσες πολλές πληροφορίες που του παρείχε το μικροτσίπ υπέθετε πως, επιτέλους, θα έβρισκε μια λογική απάντηση. Ετσι έμπαινε στον χωροχρόνο, διάλεγε μια χρονολογία και μία χώρα και μάθαινε γι αυτήν.

Αρκετές μέρες τώρα έψαχνε και μάθαινε για μια χώρα που τη λέγανε Ελλάδα και είχε εκστασιαστεί με όσα άκουγε για τη μυθολογία και τον πλούτο γνώσης, με τις αμέτρητες αρετές που είχε ο λαός της.

Το πρόσωπό του έλαμπε με όσα σπουδαία και πολύτιμα μάθαινε, μα όσο περνούσε η Ιστορία στα νεότερα χρόνια το πρόσωπο του σκιαζότανε κι αναρωτιόταν:

Πώς είναι δυνατόν αυτός ο λαός, με τόσο λαμπρές καταβολές, που προερχότανε από τους σοφότερους ανθρώπους που πάτησαν ποτέ στη Γη: Ομηρος, Δημόκριτος, Πλάτωνας, Αριστοτέλης, Πυθαγόρας και πολλοί άλλοι, να ξεφτίζει τόσο πολύ και να χάνει το αληθινό νόημα της ζωής, τις αληθινές αρετές του; Να αφήνει τα μοναδικά στοιχεία, το αληθινό χρυσάφι που έχει φυσικό χάρισμα ο άνθρωπος, και που δεν είναι άλλο από τη λογική και την καρδιά, και να ακολουθεί τον μονόδρομο του εγωισμού, αδειάζοντας το μυαλό του από έγνοια κι ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπό του;

Ανακάλυπτε πως η αδιαφορία και η φιλοχρηματία ήταν τα εχέγγυά τους για προβολή κι επιβολή στον άλλον. Είχαν ξεχάσει πως τα μικρά πράγματα είναι τα σημαντικά και δίνουν αξία στη ζωή.

Ο Ορέστης, απογοητευμένος, σταμάτησε να ψάχνει και ν ακούει. Είχε καταλάβει πως κι αυτός ο λαός είχε ακολουθήσει όσα και ο δικός του. Τη Λαγνεία, τη Λαιμαργία, την Απληστία, την Οκνηρία, την Οργή, τη Ζήλια, την Αλαζονεία. Αμαρτήματα που οδηγούν σε αδιέξοδο. «Αν αυτό ήταν το βασίλειο του Θεού, καλά έπραξε και το έκανε ό,τι ήθελε».Ψιθύρισε κι ένα πικρόχολο χαμόγελο απογοήτευσης χάραξε τα χείλη του.

ΕΠΟΜΕΝΟ ΑΡΘΡΟ