ΔΕΙΤΕ ΟΛΑ ΤΑ
ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ

ΤΡΙΤΗ
17 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2017

ΚΑΙΡΟΣ

ΑΘΗΝΑ 4°C

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

Η αγωνία του κολαούζου

Το περασμένο καλοκαίρι, ο δεκατετράχρονος γιος μου ζήτησε το 75άρι να κυνηγήσει λίγο στα ρηχά. Δεν προβληματίστηκα, τα 14 είναι μια καλή ηλικία για να αρχίσει ένα παιδί να μυείται στην τέχνη του υποβρύχιου ψαρέματος. Θα του έκανα, λοιπόν, τον βαρκάρη. Από την αρχή ο Αγις τα πήγαινε περίφημα. Εκεί που βουτούσε, δεν άργησε να βρει ένα κοπάδι σκαστές τσιπούρες γύρω στα 600-700 γρ. και έχοντας υπόψη του τις βασικές αρχές του καρτεριού άρχισε να πιάνει τη μία μετά την άλλη. Σε μια στιγμή, μάλιστα, πέτυχε δύο μαζί, κι αυτό από μόνο του αρκούσε για να του φτιάξει τη διάθεση για το υπόλοιπο της ημέρας. Εμένα, όμως, με είχε φάει η αγωνία! Παράλογη αγωνία, αφού το βάθος δεν ξεπερνούσε τα 6-7 μέτρα, ενώ από μικρός είχε έφεση στην άπνοια. Παρ’ όλα αυτά, κάθε φορά που τραβούσε τη βουτιά λίγο πιο παρατεταμένα, εγώ ετοιμαζόμουν να πέσω! Δεν στρεσάρομαι συνήθως όταν τύχει να κάνω τον βαρκάρη. Ανησυχώ λιγάκι κι έχω τον νου μου όταν ακολουθώ ψαράδες που δεν ξέρω τις επιδόσεις τους, ενώ υπήρξα απολύτως χαλαρός όταν έτυχε να ακολουθώ τον Γιάννη Βλάχο αλλά και τον Κούλη Κούρτογλου. Με το μικρό όμως ήμουν ανήσυχος, όχι μόνο επειδή είναι γιος μου, αλλά επειδή είναι και νεοφώτιστος. Αυτή ήταν και η αφορμή για να γραφτεί το σημερινό άρθρο. 

  • ΨΑΡΕΜΑ
  • 9:57, 23/3/2011
Παράλογη αγωνία, αφού Το βάθος δεν ξεπερνούσε τα 6-7 μέτρα, ενώ ο μικρός είχε έφεση στην άπνοια.

Παράλογη αγωνία, αφού Το βάθος δεν ξεπερνούσε τα 6-7 μέτρα, ενώ ο μικρός είχε έφεση στην άπνοια.

Aπό τους ήρωες του υποβρύχιου ψαρέματος, ο πλέον άσημος, εκείνος που παίρνει το μικρότερο μερτικό της φήμης αλλά και των ψαριών είναι ο βαρκάρης. Θεωρητικά είναι εκείνος που κάνει την εύκολη δουλειά, δεν κουράζεται, δεν κρυώνει και έχει όλη την ευχέρεια να πίνει το καφεδάκι του και να φουμάρει το τσιγαράκι του στη λιακάδα, όσο οι υπόλοιποι ξεθεώνονται στις βουτιές. Γι’ αυτό και είναι ο λιγότερο προβεβλημένος, η δουλειά του δεν στέφεται από δόξες και τιμές, ούτε προβάλλεται από την αρθρογραφία και την τηλεοπτική εικόνα. «Είναι μια εύκολη δουλειά», θα πουν οι περισσότεροι όταν τους τεθεί το ερώτημα. Είναι όμως έτσι τα πράγματα;

Κατ’ αρχάς θα πρέπει να πούμε ότι η δουλειά του βαρκάρη είναι θεμελιώδης. Ανέκαθεν ήταν βασικότατη στο υποβρύχιο κυνήγι, τόσο πολύ που τα παλιά τα χρόνια, τότε που ψαροτούφεκο σήμαινε κολύμπι μεγάλων αποστάσεων, δεν ήταν δυνατόν να ψαρέψει κανείς χωρίς κάποιον να τον ακολουθεί με τη βάρκα. Και αργότερα, όμως, όταν τα ταχύπλοα σκάφη άρχισαν να πολλαπλασιάζονται στις ελληνικές θάλασσες, ο βαρκάρης ήταν και πάλι απαραίτητος. Σήμερα ακόμα περισσότερο βέβαια.

Είναι όμως εύκολη η δουλειά του βαρκάρη; Κατά την ταπεινή μας άποψη, μόνο εύκολη δεν είναι. Κατ’ αρχάς, πρέπει να βρίσκεται πάντα σε εγρήγορση. Δεν επιτρέπεται να ξεφεύγει ούτε στιγμή από το θέμα του. Το βλέμμα του οφείλει να ελέγχει διαρκώς τον ορίζοντα για το ενδεχόμενο να εμφανιστεί ταχύπλοο. Αν συμβεί αυτό, θα πρέπει να πλησιάσει τους δύτες για να τους επιστήσει την προσοχή και ταυτόχρονα να δώσει στον χειριστή του επερχόμενου σκάφους να καταλάβει ότι στο σημείο εκείνο υπάρχουν άνθρωποι στη θάλασσα. Οφείλει, επίσης, να τρέχει να παίρνει τα ψάρια, να δίνει δεύτερο όπλο ή οτιδήποτε άλλο χρειαστεί, να μαζεύει σχοινιά και εργαλεία, να σηκώνει την άγκυρα, να τακτοποιεί τα πράγματα και γενικά να απαλλάσσει αυτούς που κοπιάζουν μέσα στο νερό από τις δευτερεύουσες αλλά και λίαν απαραίτητες εργασίες. Είναι πολύ παράξενο, αλλά στατιστικά αποδεδειγμένο, ωστόσο, το γεγονός ότι οι βαρκάρηδες πολύ σπάνια μπαίνουν στη θάλασσα για να κολυμπήσουν! Ακόμη και αυτοί που έμπαιναν πριν γίνουν βαρκάρηδες, με το που αποκτούν τα παράσημα του ανθυποκαπετάνιου απαρνιούνται απόλυτα το υγρό στοιχείο, σε βαθμό που αν πρέπει να βρέξουν τα πόδια τους για να μπουν στη βάρκα, είναι πρόθυμοι να σε εξαγοράσουν αντιπροτείνοντας διάφορες αγγαρείες που θα κάνουν, αν δεχτείς να τους μπαρκάρεις καβάλα! Ναι, δεν πρόκειται για σχήμα λόγου, ούτε για αστείο, όλα αυτά τα έχουμε ζήσει επί δεκαετίες!

Αντίθετα, μόλις ο βαρκάρης ξεμπαρκάρει οριστικά, είτε επειδή βαρέθηκε είτε επειδή κάποια μεγάλη λαχτάρα πέρασε κατά τη διάρκεια της δουλειάς του, μετατρέπεται αυτομάτως σε δελφίνι! Μίλια και μίλια διανύονται καθημερινά από τους κάποτε εχθρούς του νερού! Είναι και αυτό στατιστικά αποδεδειγμένο, και μάλιστα κάποιοι συνεχίζουν και τους χειμώνες αδιαλείπτως, λες και προσπαθούν να αναπληρώσουν τα καλοκαίρια που χάθηκαν στο κουπί και στο τιμόνι! Μυστήρια πλάσματα αυτοί οι βαρκάρηδες! Ενα άλλο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό του κολαούζου είναι ότι πάντα χρησιμοποιεί τον πληθυντικό αριθμό όταν αναφέρεται στην ψαριά. «Πιάσαμε Χ συναγρίδες, βγάλαμε Ψ σαργούς, ανεβάσαμε Ζ κολοχτύπες» Εντάξει, μια ταύτιση με τον ψαρά καλό είναι να υπάρχει, υπάρχει δε και η λογική ότι ο ένας τα ανεβάζει από τον βυθό στην επιφάνεια κι ο άλλος από την επιφάνεια στη βάρκα. Οχι όμως και «μας ξεψάρισε μια συναγρίδα»! Αφού δεν την είδε ούτε στον ύπνο του ποτέ, πώς «τους» ξεψάρισε; Από την άλλη, πρόκειται για μια δουλειά που είναι μάλλον βαρετή. Καθώς δεν συμμετέχει στο ψάρεμα παρά μόνο έμμεσα, δεν του προσφέρεται ιδιαίτερο κομμάτι από τη χαρά και τη συγκίνηση του ψαρέματος. Είναι πολλές οι ώρες της απραξίας κι αν μάλιστα δεν βγαίνουν ψάρια τη συγκεκριμένη ημέρα, η ανία είναι πραγματικά αφόρητη. Οι πιο δύσκολες από όλες τις δουλειές είναι πραγματικά εκείνες που δεν έχει κανείς αντικείμενο, τίποτα ενδιαφέρον να ασχοληθεί. Πρέπει να αντιμετωπίζει συνεχώς και αδιαλείπτως τον εαυτό του, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Αργία μήτηρ πάσης κακίας! Γι’ αυτό και μόνο τον λόγο θεωρούμε τη δουλειά του κολαούζου επίπονη και ψυχοφθόρα, σε βαθμό που αν συγκαταλεγόταν στις «επίσημες» εργασίες, θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνεται στα «βαρέα και ανθυγιεινά» ασυζητητί. Για του λόγου το αληθές, παραθέτουμε πέντε ιστορίες βαρκάρηδων που ζήσαμε από κοντά, «νίλες» που σημάδεψαν τις ψυχές των συμπαθών συνεργατών μας. Οι δύο τελευταίες, ωστόσο, είναι σχετικά εκτός θέματος, αφού σε αυτές δεν περιγράφεται η αγωνία του βαρκάρη, αλλά η αγωνία του ψαρά που βιώνει τις συνέπειες της ατζαμοσύνης του βαρκάρη! 

Ο Αρίστος στο Αρκούδι

Ο Αγις τριών χρονών, μικρότερος από τον ροφό!

Ο Αγις τριών χρονών, μικρότερος από τον ροφό!
Είναι μια ιστορία που έχω περιγράψει παλιότερα σε άρθρο με τίτλο «Αγνοούμενος», γι’ αυτό και περιληπτικά μόνο θα την αναφέρω εδώ. Κατά τη διάρκεια του ψαρέματος ο φίλος μου ο Αρίστος με έχασε και δεν με ξαναβρήκε εξαιτίας της θαλασσοταραχής! Το αποτέλεσμα ήταν να πιστέψει ότι είχα (χτύπα ξύλο) πνιγεί και να φύγει για το Θιάκι σε τραγική κατάσταση. Το αίσιο τέλος της ιστορίας δόθηκε με την ανεύρεσή μου αρκετές ώρες αργότερα, ωστόσο η ιστορία αυτή άφησε βαθύ τραύμα στην ψυχή του φίλου μου. Τόσο βαθύ, που έκανε πολλά χρόνια όχι μόνο να ξαναμπεί σε βάρκα αλλά και να ξανακολυμπήσει! 

Ο Λάλας με το λάδι
Ο Αντρέας ο Λάλας διετέλεσε βαρκάρης του υπογραφόμενου τη διετία 84-86. Είχε μπει στη δουλειά φουριόζος και του άρεσε πολύ. Του άρεσε και το κουπί ως μέσο άσκησης και ενθυμούμενος τη στρατιωτική του θητεία το ονόμαζε ΣωΒε! (Σωματική βελτίωσις). Στην πραγματικότητα μόνο καμπούρα «φτιάχνει» το κουπί, αλλά τέλος πάντων.

Ηταν νωρίς το καλοκαίρι, Μάιος προς Ιούνιο, και ψαρεύαμε στην ανατολική Κεφαλονιά, κάπου μεταξύ Αγίας Ευφημίας και Φισκάρδου. Κολυμπούσα παράκτια με τον Λάλα να με ακολουθεί από κοντά με το κουπί, στα δέκα μέτρα. Κάπου υπάρχει μια δίδυμη σπηλιά, με δύο μπούκες. Μπήκα από τη μία, μήπως έβρισκα κανένα λουφαγμένο σαργό. Δεν είχε μέσα ψάρι, βγήκα από τη δεύτερη έξοδο και συνέχισα. Γενικώς δεν είχε ψάρια εκείνη την ημέρα και θα είχα κολυμπήσει κανένα μισάωρο και περάσει δυο-τρεις κάβους, όταν επιτέλους έπιασα έναν μεγάλο ροφό. Δεν βράχωσε και τον ανέβασα στην ίδια βουτιά. Γυρνάω να τον δώσω του Λάλα, πουθενά η βάρκα! Με έζωσαν τα φίδια! Ηταν μυστήριο, η θάλασσα ήταν λάδι, δεν φυσούσε για να υπέθετα ότι τον είχε πάρει ο αέρας και δεν είχε μπορέσει να βάλει μπρος τη μηχανή, της οποίας τη μανιβέλα δεν ήξερε να χειριστεί. Να είχε ξεκαρφωθεί κανένα μαδέρι στα καλά καθούμενα και να πήγε σούμπιτη; Εντάξει, τα ‘χε τα χρονάκια της η ψαρόβαρκα, αλλά έτσι, χωρίς λόγο;

Μην ξέροντας τι να υποθέσω, πολύ ανήσυχος ωστόσο, ξεκίνησα να κολυμπάω προς τη σπηλιά, όπου τον είχα δει τελευταία φορά, σέρνοντας και τον ροφό. Κάποια στιγμή έφτασα και τι να δω; Εναν κάτωχρο Λάλα να ρίχνει στη σπηλιά το λάδι που είχαμε σε ένα μπουκάλι για να βρέχουμε το ψωμί μας! Μόλις με είδε άρχισε τα σταυροκοπήματα!

Tο 1987 με τον Κώστα περιστασιακό βαρκάρη μου.

Tο 1987 με τον Κώστα περιστασιακό βαρκάρη μου.

- Βρε, τι κάνεις εκεί;

- Νόμιζα ότι σφήνωσες στη σπηλιά κι έριχνα λάδι να σε διακρίνω!

Ηταν απίστευτο! Δεν με είδε που βγήκα από τη διπλανή έξοδο και μην έχοντας τίποτα πιο χρήσιμο να κάνει, προσπαθούσε να επιβεβαιώσει το μαντάτο που θα πήγαινε στο νησί! Και να πεις ότι δεν ήξερε μπάνιο, ή ότι δεν είχαμε δεύτερη μάσκα, ή ότι ήταν μεγάλο το βάθος; Ούτε τρία μέτρα δεν ήταν ο βυθός της σπηλιάς. Τον είχε απλώς χτυπήσει το μικρόβιο που κάνει τους βαρκάρηδες να μη θέλουν να βρέξουν τον ποπό τους ούτε κι αν τίθεται θέμα ζωής και θανάτου! Καταπώς νόμιζε δηλαδή.

Δeν είχε διάρκεια ως βαρκάρης ο Αντρέας ο Λάλας. Το επόμενο καλοκαίρι ξεμπαρκάρισε οριστικά για να ασχοληθεί με τη σωματική βελτίωση! Κάθε μέρα κολυμπάει ξεβράκωτος στο Σαρακήνικο και δεν βγαίνει από το νερό αν δεν καλύψει τουλάχιστον δύο μίλια. Ασε που περπατάει και τέσσερα χιλιόμετρα να πάει και να ‘ρθει στην παραλία. Αμα βρει, δε, και κανέναν κορμό δέντρου στον δρόμο, τον ρίχνει στην πλάτη για ακόμα περισσότερη βελτίωση! 

Το τραγί του Μάκη

Ηταν μια από εκείνες τις φρικτές για τον βαρκάρη ημέρες. Ο Πάτροκλος με τον Αργύρη κολυμπούσαν επί ώρες χωρίς να βγάζουν λέπι κι ο Μάκης σκυλοβαριόταν στη βάρκα, χωρίς να βρίσκει τρόπο να δώσει λίγο ενδιαφέρον στη ζωή του. Οπως είπαμε, όμως, και πιο πάνω (για την ακρίβεια, το δανειστήκαμε από τη σοφία των αρχαίων ημών προγόνων), αργία μήτηρ πάσης κακίας! Στα 5 μέτρα από τα βράχια έπλεε η άδεια από ψάρια βάρκα, όταν σε ένα γύρισμα του κάβου ο Μάκης αντίκρισε ένα τραγί που είχε κατέβει να ποτιστεί στη θάλασσα. Το κάνουν αυτό τα άγρια κατσίκια, για την ακρίβεια μάλιστα δεν πίνουν θάλασσα, αλλά το γλυκό νερό που αναβλύζει από τις σχισμές του βράχου και λόγω διαφοράς θερμοκρασίας δεν ανακατεύεται με το θαλασσινό, αλλά σχηματίζει ένα πολύ λεπτό στρώμα στην επιφάνεια. Που λέτε, λοιπόν, μόλις ο Μάκης είδε το κατσίκι, θεώρησε ότι βρήκε τον θεάρεστο τρόπο να σκοτώσει την ώρα του, σκοτώνοντας το ίδιο το τραγί! Οπλισε λοιπόν ένα ψαροτούφεκο που βρήκε πρόχειρο και μπαμ, στο ψαχνό! Το έρμο το τραγί προσπάθησε να φύγει, αλλά πού να πήγαινε έτσι που ήταν καρφωμένο, ούτε δευτέρωμα δεν ήθελε.

Ο Μάκης το «ψάρεψε» με όλους τους κανόνες της τεχνικής: άνοιξε μουλινέ, άφησε λίγα μπόσικα μην είχαμε κανένα ξεκατσίκωμα, κι αφού το κούρασε, το έφερε κοντά και το ‘σφαξε. Απέμενε το γδάρσιμο, αλλά ο Μάκης είναι της δουλειάς, δεν είχε τέτοιο πρόβλημα. Το έγδαρε, λοιπόν, μαστορικά, το έπλυνε καλά στη θάλασσα και το έβαλε στον πάγο.

Ολα είχαν γίνει άψογα, πλην όμως μια περίεργη φαγούρα άρχισε να τον πιάνει! Δεν άργησε να καταλάβει την αιτία, αφού ήταν και της δουλειάς: είχε γεμίσει γιδόψειρες από την κορφή μέχρι τα νύχια! Οταν οι άλλοι δύο ανέβηκαν στη βάρκα, βρήκαν τον Μάκη να ξύνεται σαν μανιασμένος!

Το πλησιέστερο αντιψειρικό ήταν κάνα δυο ώρες δρόμο, όσο και το λιμάνι δηλαδή, και ο Μάκης θα είχε μαρτυρήσει μέχρι να φτάνανε, αν το πρακτικό μυαλό της υπαίθρου δεν έδινε τη λύση: πετρέλαιο! Πήρε λοιπόν το μπάνιο του με πετρέλαιο ο Μάκης κι ορκίστηκε να μην ξαναπάει ποτέ για ψάρεμα χωρίς αντιψειρικό στο φαρμακείο της ψαρόβαρκας!

Καραβοφάναρο
Είπαμε πιο πάνω ότι η δουλειά του βαρκάρη είναι απαιτητική και προϋποθέτει ναυτική επάρκεια και γνώσεις. Ως εκ τούτου, αν δεν καλύπτονται αυτές οι προϋποθέσεις, είναι καλύτερα χωρίς βαρκάρη, παρά με κάποιον που δεν έχει ιδέα από θάλασσα. Αντί να φανεί χρήσιμος, θα προκαλέσει από μικροζημιές μέχρι ναυάγιο, αν του εμπιστευτεί ο ψαράς το κουμάντο της βάρκας όσο βρίσκεται στη θάλασσα.

Εχοντας όλα αυτά υπόψη, μια μέρα που βρέθηκα να ψαρεύω σε μεσοπέλαγη ξέρα, με επιβάτες (και όχι πλήρωμα) τον Σωτήρη, τη Βίκυ και την Εριφύλη, προτίμησα να αγκυροβολήσω το τρεχαντήρι, παρά να το αφήσω στα χέρια τους. Για τα κορίτσια δεν ετίθετο ζήτημα διακυβέρνησης, δεν γνώριζαν τα θέματα, όσο για τον φίλο μου, το μόνο «σκάφος» που είχε κυβερνήσει μέχρι τότε ήταν μια φουσκωτή πολυθρόνα θαλάσσης, πάνω στην οποία συνήθιζε να λιάζεται με τις ώρες.

Φουντάρισα, λοιπόν, στο κεφάλι της ξέρας κι έπεσα για να ψαρέψω τριγύρω. Σήκωσε κάποια στιγμή το συνηθισμένο απογευματινό πουνέντε και η άγκυρα ξέσυρε. Είδα το καΐκι να ωθείται από τις σπιλιάδες με ταχύτητα προς τα ανατολικά κι επειδή ήμουν σχετικά μακριά για να με ακούσουν, έβγαλα το χέρι από το νερό και με νεύματα προσπάθησα να τους δώσω να καταλάβουν πως έπρεπε να άφηναν μπόσικα, να ξανάπιανε το σίδερο. Τους είδα και τους τρεις να ανταποδίδουν τον χαιρετισμό με χαρά μεγάλη! Ξανά εγώ, με πιο έντονες κινήσεις, να προσπαθώ να τους ειδοποιήσω ότι είχαμε θέμα κι ότι έπρεπε να έκαναν ενέργειες. Πάλι χαιρετούρες και οι τρεις τους, με επιφωνήματα χαράς για την ωραία μας επικοινωνία! Ουουουυυ!

Που λέτε, λοιπόν, αν δεν παράταγα ψαροτούφεκα και μολύβια και δεν κολυμπούσα σαν πολίστας, θα φτάνανε στην Πάτρα κι ακόμα θα με χαιρέταγαν. Χαμπάρι δεν πήραν ότι ταξιδεύανε και το θεώρησαν εντελώς φυσιολογικό που ένιωσα την ανάγκη της νοηματικής επικοινωνίας στα καλά καθούμενα! 

Η γαρδούμπα
Είμαι ξανά στο τρεχαντήρι με τη Βίκυ. Εγώ θέλω να ψαρέψω κι αυτή να κολυμπήσει σε παραλία. Για να καλυφθούν οι ανάγκες και των δύο, είχα την φαεινή ιδέα να της εμπιστευτώ το τρεχαντήρι, να πήγαινε κάνα μίλι πιο κάτω που υπήρχε παραλία για κολύμπι και να έφτανα κι εγώ σιγά σιγά μέχρι εκεί, ψαρεύοντας.

Εξήγησα λοιπόν: η μηχανή δουλεύει στο ρελαντί. Βάζοντας το λεβιέ στη θέση πρόσω, πάει μπροστά. Χωρίς να ανοίξεις στροφές (μην έβαζα και δύσκολα) πας στην παραλία. Κοντά να φτάσεις, βάζεις πάλι τον λεβιέ στο κράτει, ρίχνεις την άγκυρα και σβήνεις πατώντας το κουμπί αυτό. Απλό; Κατανοητό; Απλούστατο! Δεν ήταν δα και γράμματα! Τρία πανεπιστήμια είχε τελειώσει η κοπέλα!

Εφυγε λοιπόν με το καΐκι κι εγώ προχωρούσα ψαρεύοντας προς την παραλία, βέβαιος ότι όλα θα είχαν γίνει καλά. Φτάνοντας κάμποση ώρα αργότερα εκεί, είδα πραγματικά το τρεχαντήρι φουνταρισμένο και τη Βίκυ να ηλιοθεραπεύεται στο κατάστρωμα. Χάρηκα για τη ναυτοσύνη της συντρόφου μου, όλα τα είχε κάνει άψογα! Αμ δε! Πλησιάζοντας την πρύμη για να ανέβω, είδα το σχοινί της άγκυρας τυλιγμένο σαν κοκορέτσι γύρω από τον άξονα της προπέλας. Είχε φυσικά ξεχάσει να κάνει κράτει, έριξε την άγκυρα με όλα τα μπόσικα που μπλέχτηκαν στην προπέλα, η μηχανή έσβησε βεβαίως μόνη της, η Βίκυ έδεσε και φυσικά δεν κατάλαβε γρι. Ευτυχώς δε που μπλέχτηκε το σχοινί, αλλιώς θα είχε βγει στο βουνό το τρεχαντήρι! Ούτε την προβλημάτισε που έσβησε μονάχη της η μηχανή, χωρίς να πατηθεί το περίφημο κουμπί. Ισως θεώρησε πως όταν την έφτιαχνε προπολεμικά ο κατασκευαστής Μαλκότσης, είχε προβλέψει να σβήνει αυτομάτως, μόλις έπεφτε η άγκυρα.

Kωστής Γεωργάς

 

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

  • Advertisement

ΕΠΟΜΕΝΟ ΑΡΘΡΟ