Οι µπαλαντέρ και οι µάγκες της Βουλής
(EUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ)

Οι µπαλαντέρ και οι µάγκες της Βουλής

Τελευταία Ενημέρωση
Ελληνες βουλευτές αποχωρούν από ένα κόµµα και προσχωρούν µε ιδεολογική άνεση σε ένα άλλο, ενώ γενικότερα οι βουλευτικές «µαγκιές» δεν λείπουν ανάµεσα στα έδρανα

Ο µπαλαντέρ, προερχόµενος από τη γαλλική λέξη «baladeur» (ο περιφερόµενος), έχει απώτερη αρχαιοελληνική προέλευση από το ρήµα «βάλλω». Μπαλαντέρ είναι το τραπουλόχαρτο που χρησιµοποιείται στη θέση οποιουδήποτε άλλου χαρτιού, άρα έχει την ικανότητα να «µετακινείται». Με µεταφορική έννοια, µπαλαντέρ είναι αυτός που µπορεί να έχει εναλλακτικούς ρόλους, ανάλογα µε τις περιστάσεις. Οπως και κάποιος (µάγκας) βουλευτής, δηλαδή...

Ο µάγκας, συνήθης κοινωνικός χαρακτήρας της προπολεµικής περιόδου της Ελλάδας, αναπόσπαστη φιγούρα τού ρεµπέτικου και του µεσοπολέµου, ήταν άντρας -βασικά- των λαϊκών αστικών στρωµάτων και χαρακτηριζόταν από υπερβολική αυτοπεποίθηση ή έπαρση, καθώς και από ιδιάζουσα εµφάνιση – και συµπεριφορά. Μακρύ µουστάκι, µυτερά παπούτσια µε γυρισµένες µύτες, καβουράκι, παντελόνι µε ρίγα, κοµπολόι. Οι µάγκες φορούσαν στη µέση ζωνάρια – για να κρύβουν µαχαίρια και πιστόλια. Περπατούσαν µε ιδιόρρυθµο τρόπο, σαν να κουτσαίνουν -από ’κεί και το «κουτσαβάκης»-, φορώντας µόνο το ένα µανίκι από το σακάκι.

Οι µάγκες εµφανίστηκαν ως κουτσαβάκηδες γύρω στα 1870 και έδρασαν περίπου µέχρι το 1892, οπότε ο τότε διευθυντής της Αστυνοµίας Μπαϊρακτάρης τούς κυνήγησε. Εκτός από τη φυλάκιση και το κούρεµα µε την ψιλή, έδωσε εντολή να τους κόβουν το µισό µουστάκι, υποχρεώνοντάς τους να ξυρίσουν και το άλλο µισό – θανάσιµη προσβολή. Τους έκοβε, επίσης, τις µύτες από τα παπούτσια και το µανίκι που κρεµόταν. Μετά τον Α’ Παγκόσµιο Πόλεµο ο τύπος του µάγκα γνώρισε καινούργια αναβίωση, συνδεµένος µε την κουλτούρα του ρεµπέτικου. Για την ετυµολογία της λέξης υπάρχουν αρκετές απόψεις: µία αναφέρει ότι προέρχεται από την τουρκική «manga» (µικρό στρατιωτικό σώµα), µία άλλη από την αλβανική λέξη «µάγκα» που σηµαίνει την ενωµοτία άτακτων πολεµιστών και, τέλος, από το λατινικό «mango» (σωµατέµπορος).

Σήµερα, ο ίδιος όρος εφαρµόζεται, µεταφορικά, για τον λαϊκό παλικαρά, άτοµο που επιδεικνύει προκλητικά ή επιθετικά τη δύναµή του – τη «µαγκιά» του, µε άλλα λόγια. Χρησιµοποιείται και υποτιµητικά σε φράσεις όπως «κάνει τον µάγκα» ή «τζάµπα µάγκας». Επίσης, συνηθίζονται οι σύνθετες λέξεις «ψευτόµαγκας», «σαχλόµαγκας» κ.λπ. Αλήθεια, όλα αυτά σας θυµίζουν συγκεκριµένα µόνο έναν Ελληνα βουλευτή;

ΣΧΟΛΙΑ <% totalComments %>
ΞΕΚΙΝΗΣΤΕ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Tο ethnos.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο το οποίο είναι σχετικό με το θέμα. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετεί τις απόψεις αυτές. Διατηρεί το δικαίωμα να μην δημοσιεύει συκοφαντικά, υβριστικά, ρατσιστικά ή άλλα σχόλια που προτρέπουν σε άσκηση βίας. Επίσης, σχόλια σε greeklish και κεφαλαία δεν θα δημοσιεύονται ενώ το ethnos.gr, όταν και όπου κρίνει, θα συμμετέχει στον διάλογο.

Δείτε εδώ τους όρους χρήσης.

Προσθήκη Σχολίου
<% replyingComment.name %>
Ακύρωση
Το σχόλιό σας έχει προωθηθεί για έγκριση
Αυτός ο ιστότοπος προστατεύεται από το reCAPTCHA και ισχύουν η Πολιτική Απορρήτου και οι Όροι Παροχής Υπηρεσιών της Google.
ΕΞΥΠΝΗ ΠΛΟΗΓΗΣΗ