Ν. Ζηλανδία: Το video game από το «πάρτι» του θανάτου
(AP Photo/Mark Baker)

Ν. Ζηλανδία: Το video game από το «πάρτι» του θανάτου

Τελευταία Ενημέρωση
Τρεις λεπτομέρειες δίνουν τον σουρεαλιστικό τόνο στην επίθεση

Του Χρήστου Γ. Κτενά
 

Ένα βίντεο 16 λεπτών και 56 δευτερολέπτων: Ένα «πάρτι» σφαγής που αναμεταδίδεται ζωντανά στο διαδίκτυο, προετοιμασμένο θεατρικά, σχεδόν σε κάθε λεπτομέρεια, με τον πρωταγωνιστή ταυτόχρονα σκηνοθέτη, καμέραμαν, ηχολήπτη και βέβαια εκτελεστή.

Το όνομα του Brenton Harrison Tarrant, για τον οποίον ελάχιστα γνωρίζουμε πέρα από την ηλικία του -28 ετών- το «μανιφέστο» μίσους που δημοσιοποίησε και τον αυτοπροσδιορισμό του ως «λευκό, αγγλοσάξονα, φασίστα, δεξιό και αριστερό ανάλογα την περίπτωση, από εργατική οικογένεια, χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση πέρα από το ίντερνετ».

Το βίντεο όμως που ο ίδιος τράβηξε κατά τη σφαγή στο τέμενος Masjid Al Noor στο Christchurch της Νέας Ζηλανδίας είναι ένα σπάνιο ντοκουμέντο. Από αυτά που δεν μπορείς να τα προβάλλεις στο ευρύ κοινό, αλλά ως δημοσιογράφος είσαι υποχρεωμένος να μελετήσεις, αναζητώντας πληροφορίες ή έστω ενδείξεις για το πώς ένας άνθρωπος μπορεί να καταλήξει σε μια τέτοια πράξη: όχι μόνο ακραίου μίσους και κτηνώδους τρομοκρατίας αλλά και στην πλήρη αποσύνδεση από τον εαυτό του. Καθώς ο Tarrant δεν «κοιτά» στον καθρέπτη, δεν βλέπει το είδωλο του όπως όλοι μας. Αντίθετα, προτιμά να το κατασκευάσει, να γίνει ένα avatar σε ένα videogame, ντυμένο με παραλλαγή, αλεξίσφαιρο, επιγονατίδες, γιλέκο μάχης φορτωμένο γεμιστήρες, να βάλει μια κάμερα στο κεφάλι του και να μας κάνει όλους -διαδικτυακά- κοινωνούς μιας ταυτόχρονα απόλυτα ρεαλιστικής αλλά και απόλυτα εικονικής πραγματικότητας. Εκείνης όπου όσα διαδραματίζονται έχουν νοητά γίνει χιλιάδες φορές πρόβα, εκεί όπου το αίμα που κυλά στο πάτωμα και τα πτώματα που διασκελίζει έχουν προβλεφθεί για να ολοκληρωθεί το θέαμα, μιας φαντασίωσης που «επιτέλους όλοι θα πιστέψουν», σε μια εποχή γεμάτη από ψευδείς και κενές περιεχομένου ειδήσεις.

Το βίντεο ξεκινά με τον Tarrant να μπαίνει στο αυτοκίνητο, λέγοντας «let’s get this party started» ενώ στο πάτωμα μπροστά από το κάθισμα του συνοδηγού διακρίνονται τρία όπλα. Όλα διακοσμημένα με κομβικές φράσεις, ονόματα «χριστιανών ηρώων» και ημερομηνίες μαχών, και αυτά αποσυνδεδεμένα δηλαδή από τον φονικό τους ρόλο, έχοντας πρόσκαιρα μετατραπεί σε μεταλλικά μνημεία «υπεροχής» έναντι του Ισλάμ. Τα ένα φαίνεται να είναι τύπου ΑR15 (το τυπικό αυτόματο του αμερικανικού στρατού και το όπλο που έχει χρησιμοποιηθεί περισσότερο σε μαζικές δολοφονικές επιθέσεις στις ΗΠΑ) και τα άλλα δύο επαναληπτικές κυνηγετικές καραμπίνες. Ο Tarrant έχει επίσης επάνω του κρεμασμένο ακόμη ένα AR15, κι αυτό ζωγραφισμένο. Όλα έχουν πρόσθετα εξαρτήματα, όπως χειρολαβές, σκοπευτικά και ειδικούς υποκοπάνους, κάτι που φανερώνει το πάθος του για αυτά.

Ένα χαρακτηριστικό που μοιράζεται με την μεγάλη μάζα των φανατικών λευκών ενόπλων, κυρίως στις ΗΠΑ, όπου το όπλο είναι φετίχ, πέρασμα στην ενηλικίωση, απόδειξη ανδρισμού, εργαλείο φόνου αλλά και -αν πιστέψεις τους μύθους της λευκής υπεροχής- εργαλείο «ειρήνης» καθώς κατοχυρώνει την ασφάλεια σε ένα κόσμο που τους μοιάζει ολοένα και πιο εχθρικός. Δηλαδή μια μέχρι στιγμής απόλυτη έλλειψη πρωτοτυπίας, καθώς ο σε λίγο δολοφόνος, απλώς αντιγράφει ό,τι έχει ακούσει, ό,τι έχει κλέψει από τις ειδήσεις, ό,τι έχει απορροφήσει στις ονειρώξεις του. Την αντιγραφή θα σπάσει μόνο για μια στιγμή, όταν θα στρέψει την κάμερα στον εαυτό του. «Hello lads», θα πει στο διαδικτυακό κοινό, ανοίγοντας την αυλαία της φρίκης. Είναι η μοναδική στιγμή που ίσως αντικρύσει τον εαυτό του, αλλά και πάλι μέσω ψηφιακού ειδώλου, ίσως για να συγκρίνει αν αυτό ανταποκρίνεται στη φαντασίωση του.

Τρεις λεπτομέρειες δίνουν το σουρεαλιστικό τόνο. Στον καθρέπτη του αυτοκινήτου είναι κρεμασμένο το κλασικό αρωματικό «δεντράκι», ενώ ακούγεται μια γυναικεία φωνή από το GPS να δίνει οδηγίες για να φθάσει στον προορισμό. Το τρίτο είναι η μουσική υπόκρουση. Αρχικά ακούγεται ένας βουλγαρικός λαϊκός σκοπός και μετά το γνωστό εμβατήριο των «Βρετανών Γρεναδιέρων» με τύμπανα και φλάουτα. Η βουλγαρική μουσική θα γίνει κατανοητή όταν αργότερα θα μάθουμε για την επίσκεψη του στη γειτονική χώρα. Το εμβατήριο αντίστοιχα έρχεται από τον 18ο αιώνα:

«Μερικοί μιλούν για τον Μέγα Αλέξανδρο, άλλοι για τον Ηρακλή, για τον Έκτορα και τον Λύσανδρο και άλλα τέτοια μεγάλα ονόματα. Αλλά όλου του κόσμου οι μεγάλοι ήρωες δεν μπορούν να συγκριθούν με τους Βρετανούς Γρεναδιέρους».

Όταν ο Tarrant, πλέον στο μυαλό του «Ηρακλής-Αλέξανδρος-υπερασπιστής της Λευκής Φυλής» φθάνει στον τέμενος Masjid Al Noor, παρκάρει σε ένα κάθετο παράλληλο δρομάκι. Κατεβαίνει και ανοίγει το πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου (ένα Subaru με πινακίδα KSΗ90). Μέσα βλέπουμε διάφορα σακίδια, δύο μπιτόνια βενζίνης και δύο ακόμη όπλα, ένα AR15 και μια κυνηγετική καραμπίνα. Παίρνει την καραμπίνα και βαδίζει προς την είσοδο του τεμένους χωρίς να τρέχει. Από απόσταση λίγων μέτρων πυροβολεί 3 άτομα που μπαίνουν στο κτήριο. Μετά πετά το κυνηγετικό στο πάτωμα, σηκώνει το AR15 που κρέμεται επάνω του και συνεχίζει να πυροβολεί τους ανθρώπους που φεύγουν προς όλες τις κατευθύνσεις πανικόβλητοι, ενώ σκοτώνει έναν εξ επαφής, που τρέχει δίπλα του προσπαθώντας να φθάσει την έξοδο.

Η σκηνή δεν μπορεί να διαχωριστεί από ένα βιντεοπαιχνίδι μάχης. Ο Tarrant κινείται στον κεντρικό μακρόστενο διάδρομο του τεμένους, στο τέρμα της είναι η κύρια αίθουσα προσευχής. Στις δύο άκρες της, δεξιά και αριστερά, δεκάδες άνθρωποι έχουν γίνει ένα κουβάρι μεταξύ τους καθώς δεν έχουν διαφυγή. Ο τρομοκράτης πυροβολεί τους δύο σωρούς, βολή κατά βολή, πηγαινοερχόμενος πάνω κάτω αλλάζοντας 5 γεμιστήρες των 30 σφαιρών.

Όταν πλέον δεν έχει μείνει κανείς που να δείχνει σημεία ζωής, ο Tarrant, πάντα με σταθερό και σχετικά αργό βήμα βγαίνει από το κτήριο, φθάνει στον δρόμο και πυροβολεί κατά μήκος του πεζοδρομίου, δεξιά όσο και αριστερά, προφανώς κόσμο που τρέχει να ξεφύγει. Η συνολική διάρκεια των πυροβολισμών από τον πρώτο έως τον τελευταίο είναι 2 λεπτά και 33 δευτερόλεπτα.

Μια ακόμη νότα παράνοιας: Στο δρόμο περνούν αυτοκίνητα που ούτε επιταχύνουν αλλά ούτε και σταματούν, σε μια δική τους πραγματικότητα, με τους οδηγούς μάλλον αδύναμους να πιστέψουν τα όσα βλέπουν.

Ο Tarrant φθάνει στο αυτοκίνητο, ανοίγει το πορτπαγκάζ, πετά κάτω το AR15 που έχει δεμένο επάνω του, παίρνει το δεύτερο AR15 όπως και ένα κόκκινο μπιτόνι βενζίνης. Επιστρέφει τρέχοντας και πυροβολεί κάποιους στο βάθος του πάρκινγκ στην αυλή του τεμένους. Ήδη η ανάσα του ακούγεται βαριά. Ξαναμπαίνει στο τέμενος και δίνει χαριστικές βολές, μια-μια, στα κορμιά που είναι σωριασμένα αλλάζοντας ακόμη ένα γεμιστήρα. Βγαίνοντας πυροβολεί μια μαυροντυμένη γυναίκα σε μια γωνία, την πλησιάζει -ενώ είναι αιμόφυρτη ξαπλωμένη στην άσφαλτο και φωνάζει για βοήθεια- και την εκτελεί.

Επιστρέφει στο αυτοκίνητο, ενώ από το στερεοφωνικό ακούγεται το ψυχεδελικό «"Fire" -- I am the god of hellfire!» του Arthur Brown. Οι στίχοι, από το 1968, απόλυτα ταιριαστοί:

«Φωτιά, να καταστρέψει ότι έχεις κάνει, φωτιά να τελειώσει ότι έχεις γίνει, θα σε νιώθω να καίγεσαι».

Ξεκινά, περνώντας πάνω από το πτώμα της γυναίκας που μόλις έχει σκοτώσει. Βάζει στο GPS νέες συντεταγμένες και ακούγεται να λέει (μάλλον) «that was grand», ενώ λίγο αργότερα γελά. Οδηγώντας παίρνει από το πάτωμα μια επαναληπτική καραμπίνα και λίγο πιο κάτω σταματά και πυροβολεί έναν πεζό μέσα από το παρμπρίζ που ραγίζει και το παράθυρο του συνοδηγού το οποίο και διαλύεται. Το όπλο παθαίνει εμπλοκή, οπότε επιταχύνει κρατώντας το τιμόνι με το ένα χέρι και την καραμπίνα με το άλλο.

Οδηγεί γρήγορα, με ελιγμούς, κορνάρει σε μια διάβαση πεζών για να περάσουν δύο γυναίκες, ενώ σχολιάζει τις πράξεις του, αυτή τη φορά αναλαμβάνοντας το ρόλο του αφηγητή. «Έπρεπε να κάτσω παραπάνω- υπήρχε χρόνος για τη βενζίνη», «έπρεπε να βάλω φωτιά σε αυτό το γαμημένο τζαμί», αλλά «shit happens». Επίσης «άφησα ένα γεμάτο γεμιστήρα εκεί, ίσως και περισσότερους, να τρέχεις στη μέση της μάχης και να μαζεύεις τους γεμιστήρες που είχαν πέσει» και πως «δεν είχα χρόνο να σημαδέψω κάποιους από τους στόχους, ήταν τόσοι άνθρωποι εκεί μέσα και στο πάρκινγκ οπότε δεν είχα τη δυνατότητα».

Η μουσική έχει αλλάξει, ακούγεται το Gas Gas Gas του Manuel από το 2007, ένα τραγούδι που έγινε γνωστό καθώς ήταν το soundtrack ενός βιντεοπαιχνιδιού αγώνων.

«Απόψε θα δώσω μάχη να είμαι ο νικητής, θα πατήσω γκάζι και θα δεις το μεγάλο σώου….θα πάρω το αυτοκίνητο μου, σου αρέσει το αυτοκίνητο μου; Γιατί είμαι τρελός και έτοιμος αλλά σου αρέσει!».

Η εικόνα σβήνει, ο εκτελεστής είναι στο δρόμο, έχοντας παίξει όλα τα videogame στη σειρά, μάχης πρώτου προσώπου, ρόλων, αγώνων αυτοκινήτου. Αλλά αυτή τη φορά, για πρώτη φορά, πραγματικά.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΡΟΝΟΙΟ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΝΕΟ APP ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ Ethnos.gr - App Store Ethnos.gr - Google Play
ΣΧΟΛΙΑ <% totalComments %>
ΞΕΚΙΝΗΣΤΕ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Tο ethnos.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο το οποίο είναι σχετικό με το θέμα. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετεί τις απόψεις αυτές. Διατηρεί το δικαίωμα να μην δημοσιεύει συκοφαντικά, υβριστικά, ρατσιστικά ή άλλα σχόλια που προτρέπουν σε άσκηση βίας. Επίσης, σχόλια σε greeklish και κεφαλαία δεν θα δημοσιεύονται ενώ το ethnos.gr, όταν και όπου κρίνει, θα συμμετέχει στον διάλογο.

Δείτε εδώ τους όρους χρήσης.

Προσθήκη Σχολίου
<% replyingComment.name %>
Ακύρωση
Το σχόλιό σας έχει προωθηθεί για έγκριση
Αυτός ο ιστότοπος προστατεύεται από το reCAPTCHA και ισχύουν η Πολιτική Απορρήτου και οι Όροι Παροχής Υπηρεσιών της Google.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΕΞΥΠΝΗ ΠΛΟΗΓΗΣΗ