Παραδοσιακά Χριστούγεννα με έθιμα από όλη την Ελλάδα
Το έθιμο των Μωμόγερων στην Ν. Σαμψούντα, Πρέβεζα (Eurokinissi)

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΜΕ ΕΘΙΜΑ ΑΠΟ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Μάσκες, κουδούνια και προβιές, αλλά και προετοιμασίες με ιδιαίτερη φροντίδα για τον νεογέννητο Χριστό, μουσικές και κάλαντα, γεύση μελιού και σύννεφα από άχνη –και όχι μόνο– κυριαρχούν στα χριστουγεννιάτικα έθιμα που θα αναβιώσουν τις επόμενες ημέρες σε πολλές περιοχές της Ελλάδας

Στοιχεία, ήθη και έθιμα που επέζησαν στον χρόνο και αντιστέκονται με πείσμα στους καιρούς, ξυπνούν παιδικές μνήμες και μεταφέρονται στην επόμενη γενιά ως αναπόσπαστο κομμάτι της μεγάλης γιορτής της Χριστιανοσύνης.

«Σε κάθε περίπτωση όμως σηματοδοτούν τα ‘’ελληνικά Χριστούγεννα’’, μια γιορτή κατά βάση Χριστοκεντρική – υπό την έννοια της ελληνορθόδοξης παράδοσης του λαού μας – και οικογενειακή – όσον αφορά στο κοινωνικό της σκέλος και την ανάλογη λειτουργικότητά της» αναφέρει στο ethnos.gr ο καθηγητής Λαογραφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και Πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας, κ. Μανόλης Γ. Βαρβούνης.

barboynis.jpg
Μανόλης Γ. Βαρβούνης


Άλλωστε τα Χριστούγεννα γιορτάζουμε την έλευση του Θείου Βρέφους που θα σώσει τον κόσμο. Χριστόψωμο και «Χριστόξυλο» δανείζονται το όνομά τους από τον ίδιο τον Χριστό και μεταφέρουν μηνύματα για καλή τύχη, καλή χρονιά και καλή σοδειά στα χωράφια. Ο λαός μας, ευσεβής και πιστός, συνεχίζει να προσβλέπει στις μεγάλες γιορτές του Δωδεκαημέρου με την πίστη και την ευλαβή προσδοκία που τόσο εύστοχα περιγράφει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στα εορταστικά διηγήματά του. Συνεχίζουμε να ελπίζουμε στο θείο βρέφος, να οδηγούμαστε από το αστέρι των Χριστουγέννων και να σκύβουμε ευλαβικά, προσκυνώντας μαζί με τους Μάγους.

Με τη βοήθεια του κ. Βαρβούνη θα ανακαλύψουμε ξανά την αξία αυτών των εθίμων και θα αναβιώσουμε την παράδοσή μας. Κι αυτό γιατί, όπως εξηγεί και ο καθηγητής, «στις μέρες μας, πέρα από την όποια εθιμολογία, το σπουδαιότερο ίσως δίδαγμα της λαογραφίας είναι η ανάγκη επανόδου στις σπουδαίες αυτές αξίες, που είναι ικανές να εξανθρωπίσουν, και πάλι, την ήδη εξαγριωμένη και αγχώδη καθημερινή μας ύπαρξη και κοινωνική πρακτική».

«Τα Κάλαντα», πίνακας του Νικηφόρου Λύτρα (1872) ιδιωτική συλλογή

 «Δωδεκαήμερο»

Με τον όρο «Δωδεκαήμερο» ονομάζουμε την περίοδο των δώδεκα – στην πραγματικότητα δεκατριών – ημερών από τα Χριστούγεννα ως τα Φώτα, την οποία με παρόμοιο τρόπο ορίζουν και οι άλλοι χριστιανικοί λαοί της Ευρώπης (les Douze Jours, The Twelve Days, I Dodici Giorni, Zwolfnachte). Κοινή την περίοδο αυτή είναι η διακοπή της εργασίας, όπως επίσης κοινή είναι και η δεισιδαιμονική πίστη σε δαιμονικά όντα, τα οποία κατά την λαϊκή παράδοση κυκλοφορούν τότε στον κόσμο, για να αποτραπούν τελικά μέχρι την επόμενη χρονιά.

Κοινή επίσης είναι η συνύπαρξη παλαιών παγανιστικών και χριστιανικών εθίμων κατά τις εορτές του Δωδεκαημέρου, καθώς οι χριστιανικές γιορτές τοποθετήθηκαν στις συγκεκριμένες ημερομηνίες για να επισκιάσουν παλαιότατες ειδωλολατρικές προχριστιανικές εορτές, που βασίζονταν στις ηλιακές τροπές, το χειμερινό ηλιοστάσιο και την απαρχή της αύξησης της μέρας, που συμβαίνει στο διάστημα αυτό.

«Τις σημαντικές και σημαδιακές μέρες των εορτών του Δωδεκαημέρου, ο άνθρωπος φρόντισε να τις περιβάλλει με σειρά διαβατηρίων και θρησκευτικών εθίμων, μέσω των οποίων προσπάθησε να εξασφαλίσει την ευτυχία και την μακροημέρευσή του» επισημαίνει ο Πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας.

«Με μια σειρά εθίμων και τελετουργιών ο λαϊκός άνθρωπος προσπαθεί να ξορκίσει τον απερχόμενο χειμώνα και να καλωσορίσει την επερχόμενη, ευοίωνη και αναβλαστική άνοιξη, που οριοθετεί περίοδο άνθισης και προμηνύει την καρποφορία του καλοκαιριού. Με τα ποικίλα αυτά έθιμα κατά κανόνα επιδιώκεται να θωρακιστεί τελετουργικά, αλλά και να γίνει αισθητή η μετάβαση από τον χειμώνα στην άνοιξη, από το σκοτάδι στο φως και από τη νέκρωση στην αναγέννηση της φύσης. Επίσης, να εξασφαλιστεί ευετηρική ευτυχία για τη χρονιά που έρχεται και να τονωθεί το θρησκευτικό συναίσθημα και η οικογενειακή συνοχή, με τις εκκλησιαστικές και οικιακές λατρευτικές τελετουργίες των τριών μεγάλων εορταστικών σταθμών της περιόδου (Χριστουγέννων – Πρωτοχρονιάς - Θεοφανείων)».

Όπως εξηγεί ο κ. Βαρβούνης, στα παραδοσιακά ελληνικά σπίτια, έκαιγε στο τζάκι, όλες τις μέρες αυτές, το «Χριστόξυλο», ένα μεγάλο ξύλο που έμπαινε εκεί επίτηδες, και του οποίου η χωνεμένη στάχτη συλλέγονταν τελετουργικά στο τέλος του Δωδεκαημέρου, για να χρησιμεύσει ως μαγικό αποτροπαϊκό φυλακτήριο του σπιτιού και της οικογένειας. Στα σύγχρονα σπίτια, που το τζάκι, αν υπάρχει, είναι μάλλον δηλωτικό εκζήτησης και πολυτέλειας παρά χρηστικό, οι κάθε είδους διακοσμήσεις έχουν τον κύριο λόγο, και μάλιστα διακοσμήσεις που αναμιγνύουν την φάτνη με πολλές μορφές ξωτικών από την δυτικοευρωπαϊκή, κατά κύριο λόγο, παράδοση.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Λαογραφίας, τα ξωτικά αυτά, στην ελληνική μάλιστα εκδοχή τους, «είναι που ενέπνευσαν, ως μορφές, και τις δωδεκαημερίτικες παραδοσιακές μεταμφιέσεις, όπως αυτές παριστάνονται, κυρίως από τα Χριστούγεννα ως και πριν τα Φώτα, στον βορειοελλαδικό χώρο.

Το Δωδεκαήμερο με τις τρεις μεγάλες γιορτές του (Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Θεοφάνεια) αποτελεί μία από τις σημαντικότερες περιόδους του ετήσιου εορτολογικού κύκλου, αφού μάλιστα η περίοδος αυτή συμπίπτει με τις χειμερινές τροπές του ηλίου, μια σημαντική φάση του ετήσιου ημερολογιακού κύκλου, που σημαδεύεται, ήδη από τα αρχαία χρόνια και σε όλους σχεδόν τους λαούς, με ανάλογα σημαντικά έθιμα. Ανάμεσα σε αυτά, στον ελληνικό λαό, σπουδαία θέση κατέχουν οι δωδεκαημερίτικες μεταμφιέσεις, που κυριαρχούν ιδίως στον βορειοελλαδικό χώρο».

Μάλιστα, οι μεταμφιέσεις αυτές υπάρχουν με τόση πολυμορφία και σε τέτοια έκταση, ώστε έχουν απασχολήσει πολλές φορές την επιστήμη της λαογραφίας. Η κοινή μάλιστα κατάληξη όλων των ερευνητών, Ελλήνων και ξένων, είναι ότι κοινό υπόστρωμα των εθίμων αυτών αποτελεί η πανάρχαιη πεποίθηση πως η τέλεσή τους συμβάλλει στην «καλοχρονιά», δηλαδή στην εξασφάλιση, με μαγικό και συμβολικό τρόπο πάντοτε, πλούσιας σοδειάς και σωματικής υγείας και ρώμης, για όλα τα μέλη της παραδοσιακής κοινότητας.

Οι παραδοσιακές αυτές μεταμφιέσεις, όπως επισημαίνει ο κ. Βαρβούνης, συνδέονται με προχριστιανικές επιβιώσεις της λαϊκής εθιμολογίας μας, αφού οι μεγάλες χριστιανικές γιορτές των ημερών τοποθετήθηκαν σε αυτό το σημείο του ετήσιου εορτολογικού κύκλου, ακριβώς για να εκτοπίσουν και να αφομοιώσουν έθιμα ανάλογων αρχαίων εορτών, τα οποία οι χριστιανοί των πρώτων αιώνων συνέχιζαν να διατηρούν, παρά τις περί του αντιθέτου αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και την ανάλογη διδαχή των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας.

Περί τις 17 Δεκεμβρίου οι αρχαίοι εόρταζαν τα Σατουρνάλια, στις 25 Δεκεμβρίου πανηγύριζαν τα Βρουμάλια, την 1η Ιανουαρίου πανηγύριζαν τις Καλένδες, στις 3 Ιανουαρίου γιορτάζονταν τα Βότα ή Βοτά, στις 4 Ιανουαρίου τα Λαρεντάλια και στις 7 Ιανουαρίου ετιμάτο ο Ιανός. Την ίδια περίοδο, δηλαδή στις χειμερινές τροπές του ηλίου, ο αρχαίος κόσμος πανηγύριζε έναν από τους μεγαλύτερους και σπουδαιότερους θεούς του, τον Μίθρα. Στο πλαίσιο των εορτών αυτών, ιδιαίτερα δε κατά τις Καλένδες, οι αρχαίοι συνήθιζαν να μεταμφιέζονται, επηρεασμένοι από τις διονυσιακές τελετές, και η συνήθεια αυτή επιβιώνει μέχρι σήμερα, στις παραδοσιακές δωδεκαημερίτικες μεταμφιέσεις του λαού μας.

Μαρτυρίες για την ύπαρξη μεταμφιέσεων έχουμε ήδη από τον 2ο αιώνα μ. Χ., σε χωρίο του Κλήμεντος του Αλεξανδρέως, ενώ και τον 4ο αιώνα ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος κατηγορεί τους χριστιανούς της εποχής του που συνήθιζαν να μεταμφιέζονται. Τον 6ο μάλιστα αιώνα, ο επίσκοπος Ταφάρων Γρηγέντιος κάνει λόγο για ανθρώπους που κάλυπταν τα πρόσωπά τους με δερμάτινες επενδύσεις και έπαιζαν στην αγορά. Το 691-692, ο 62ος κανόνας της εν Τρούλλω Συνόδου καταδικάζει τις συνήθειες που σχετίζονταν με τις αρχαίες εορτές των Καλανδών, των Βοτών και των Βρουμαλίων, και συγκεκριμένα τις μεταμφιέσεις ανδρών σε γυναίκες και γυναικών σε άνδρες, αλλά και τη χρήση προσωπείων κωμικών, σατιρικών ή τραγικών. Φαίνεται όμως πως οι εκκλησιαστικές αυτές απαγορεύσεις έμειναν ανεφάρμοστες και ανενεργές, αφού τον 10ο αιώνα, στο μαρτύριο του αγίου Δασίου, συναντούμε την εύγλωττη πληροφορία ότι κατά την εορτή των Καλανδών του Ιανουαρίου υπήρχαν άνθρωποι που συνέχιζαν να αναβιώνουν τις παλαιές ειδωλολατρικές συνήθειες: μεταμφιέζονταν με δέρματα κατσικιών και τράγων, άλλαζαν και τροποποιούσαν την μορφή τους και σχημάτιζαν εορταστικές και θορυβώδεις πομπές μέσα στις πόλεις, στα χωριά και στους οικισμούς τους.

Τον 12ο αιώνα πάλι, ο Θεόδωρος Βαλσαμών, σχολιάζοντας τον 62ο κανόνα της εν Τρούλλω Συνόδου, αναφέρεται εκτενώς στη γιορτή των Καλανδών, την οποία οι αγρότες της εποχής του συνέχιζαν να εορτάζουν, τις πρώτες μέρες του Ιανουαρίου. Κατά τον Βαλσαμώνα οι μεταμφιέσεις στην εποχή του άκμαζαν, η απάντηση όμως που ο ίδιος λάμβανε στην ερώτηση γύρω από την αιτία και την σκοπιμότητα αυτών των λαϊκών παραστάσεων και δρωμένων ήταν ότι τα έθιμα αυτά συνέχιζαν να τηρούνται «εκ μακράς συνηθείας». Ο Γ. Ν. Αικατερινίδης παρατηρεί ότι το υπόβαθρο της μακραίωνης αυτής παράδοσης είναι βεβαίως διονυσιακό, και βασίμως υποθέτει ότι η σατιρική παράσταση του τοπικού γάμου, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο σχεδόν στοιχείο όλων αυτών των δωδεκαημερίτικων μεταμφιέσεων στην ευρύτερη περιοχή του νομού Δράμας, σχετίζεται με τις παραστάσεις της δεύτερης μέρας των Αθηναϊκών Ανθεστηρίων, που ονομαζόταν «Χόες», και κατά την οποία παρίσταναν επισήμως τον γάμο του Διονύσου, «τον οποίο υποδυόταν ο άρχων βασιλεύς, με τη βασίλιννα στο Βουκόλειο». Επισημαίνει επίσης ότι το στοιχείο των πειραγμάτων και των θορυβωδών αστεϊσμών των μεταμφιεσμένων προς τους υπολοίπους κατοίκους του χωριού υπήρχε ήδη στα αρχαία κατ’ Αγρούς Διονύσια, όταν ο λατρευτικός θίασος επισκεπτόταν όλους τους συνοικισμούς κάθε δήμου.

Παρόμοιες μάλιστα παρατηρήσεις για τη σχέση των μεταμφιέσεων με τις αρχαίες ελληνικές διονυσιακές λατρείες, τις τόσο διαδομένες στον μακεδονικό και, κυρίως, στον θρακικό χώρο έχει διατυπώσει ήδη ο «πατέρας» της ελληνικής λαογραφίας Ν. Γ. Πολίτης, στις απαρχές της επιστημονικής τεκμηρίωσης των λαογραφικών σπουδών στον τόπο μας. «Οπωσδήποτε και οι μεταμφιέσεις, όπως άλλωστε και τα υπόλοιπα στοιχεία του αρχαιότερου πυρήνα των ελληνικών λαϊκών εθίμων, υπέστησαν, με την πάροδο των αιώνων και την αλλαγή των κοινωνικών, των οικονομικών και των πολιτισμικών συνθηκών του τόπου, μεταλλαγές, μετεξελίξεις και διαφοροποιήσεις» υπογραμμίζει ο κ. Βαρβούνης.

Και συνεχίζει: «Βαθμιαία, το γονιμικό στοιχείο υποχώρησε, καθώς η ανάπτυξη των φυσικών επιστημών και της τεχνολογίας έδειξε στους ανθρώπους την ύπαρξη πολλών φυσικών διαδικασιών, για τα πράγματα και τις υποθέσεις που προηγουμένως θεωρούσαν αποκλειστικά εξαρτώμενες από την μαγεία. Υποχώρησε έτσι η αναλογική και η μαγική σκέψη μπροστά στην φυσιοκρατική αντίληψη του κόσμου, και τα ανάλογα ευγονικά δρώμενα και έθιμα απώλεσαν την αιτιώδη ουσία της ύπαρξής τους. Οι μεταμφιέσεις του Δωδεκαημέρου εντάχθηκαν στο πνεύμα του φολκλορισμού, ο οποίος πλέον κυριαρχεί στις εθιμικές εκδηλώσεις του ελληνικού λαού, έχοντας αποβεί ο βασικότερος τρόπος διαχείρισης της παράδοσης στις μέρες μας».

Φωτογραφία από την αναβίωση του έθιμου των Μωμόγερων στην Ν. Σαμψούντα Πρέβεζα (Eurokinissi)

 «Έθιμα σε όλη την Ελλάδα»

Η πρώτη μεγάλη εορτή του Δωδεκαημέρου τιμάται ιδιαιτέρως από τον ελληνικό λαό, με πλήθος εθίμων και λατρευτικών συνηθειών, τα οποία θα δούμε αναλυτικά με τη βοήθεια του κ. Βαρβούνη. Οι παραμονές της εορτής χαρακτηρίζονται για τη σφαγή του οικόσιτου χοίρου, με το κρέας και το λίπος του οποίου κάλυπταν τις ανάγκες του οικογενειακού τραπεζιού τις ημέρες των εορτών, αλλά και ύστερα από αυτές.

Πολλά είναι τα έθιμα καθαρμού και εξορκισμού που συνοδεύουν τη σφαγή – απαγγελία προσευχών, τελετουργικό κάρφωμα μαχαιριού– δεδομένου ότι στη λαϊκή αντίληψη ο χοίρος θεωρείται ζώο δαιμονικό.

Τα χοιροσφάγια συνοδεύονται συνήθως από γλέντι και οινοποσία, ενώ η παραμονή της εορτής, ως παραμονή μεγάλης δεσποτικής εορτής, είναι για το λαό μας αυστηρή νηστεία και από λάδι, εκτός αν είναι Σάββατο ή Κυριακή, οπότε κατ’ εξαίρεση το λάδι καταλύεται.

Στην περιοχή της Καρδίτσας τη δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων, σε πολλά σημεία του νομού, γιορτάζουν την «γουρνοχαρά», καθώς την ημέρα εκείνη σφάζουν τα γουρούνια που έχουν θρέψει σχεδόν ένα χρόνο πριν. Είναι χαρακτηριστικό το ότι από το χοιρινό δεν πάει χαμένο σχεδόν τίποτε. Λιώνουν το λίπος και το χρησιμοποιούν στη μαγειρική, φτιάχνουν λουκάνικα, ενώ τα παλιά χρόνια από το δέρμα του γουρουνιού έφτιαχναν παπούτσια, τα οποία τα χρησιμοποιούσαν στα χωράφια, τα λεγόμενα «γουρνοτσάρουχα». Ακόμη, οι πιτσιρικάδες κατασκεύαζαν αυτοσχέδιες μπάλες. Το έθιμο της «γουρνοχαράς» συνεχίζει να υφίσταται μέχρι και σήμερα, αμείωτο σε πολλά σημεία του Νομού. Κάθε χρόνο δε, διοργανώνεται ανάλογη εκδήλωση στην Πορτίτσα του Δήμου Μητρόπολης και το Φανάρι, έδρα του Δήμου Ιθώμης, τη δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων.

Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς οι περισσότερες νοικοκυρές του Νομού φτιάχνουν την βασιλόπιτα ή «αετόπιτα», στην οποία βάζουν μέσα κι ένα κέρμα. Αφού ο αφέντης του σπιτιού, βγάλει από ένα κομμάτι για τον Χριστό, την Παναγία και τον Άγιο Βασίλειο, τα μέλη της οικογένειας παίρνουν το δικό τους κομμάτι και αναζητούν σε αυτό το κέρμα.

Την παραμονή ζυμώνονται οι τελετουργικοί άρτοι των Χριστουγέννων, τα χριστόψωμα, οι πίτες και τα κουλούρια, με πλουμίδια από ζυμάρι, που συχνά συμβολίζουν τα ζώα του σπιτιού και τις επαγγελματικές ασχολίες των κατοίκων του, ώστε να ευλογηθούν και αυτά από τη γέννηση του Χριστού.

Στη Δαμασκηνιά της Κοζάνης, τα κουλούρια για τα ζώα έχουν σχήμα ζυγού, και τα διατηρούν όλο το χρόνο, ενώ αλλού θρυμματίζουν τα χριστουγεννιάτικα κουλούρια που πλάθουν για τα ζώα και τα αναμειγνύουν στην τροφή τους, ώστε να τα γευτούν και αυτά και να ευλογηθούν αναλόγως.

Το βράδυ της παραμονής, στη Θράκη, έστρωναν πανηγυρικό νηστήσιμο και ανάλαδο τραπέζι, στο οποίο παρέθεταν εννιά ειδών φαγητά, κατά κανόνα πολυσπόρια διαφόρων καρπών και οσπρίων, το οποίο ευλογούσε ο πατέρας θυμιάζοντάς το με ένα κεραμίδι και κάρβουνα από την οικογενειακή εστία, και κατόπιν κάθονταν και έτρωγαν, ανταλλάσοντας κατάλληλες εορταστικές ευχές.

Στη Νίσυρο πάλι τελούσαν τρισάγιο για τους νεκρούς, ενώ στο Λασίθι μετά το τρισάγιο κερνούσαν το εκκλησίασμα με φαγητό και κρασί, ως «μακαριά», για την ανάπαυση των ψυχών των προσφιλών τους νεκρών.

Συνηθισμένες, ιδίως στο βορειοελλαδικό χώρο, είναι και οι εθιμικές πυρές των Χριστουγέννων, που ανάβονται το βράδυ της παραμονής στην πλατεία του χωριού, ή σε ύψωμα στην άκρη του, γύρω από την οποία οι κάτοικοι χορεύουν και τραγουδούν.

Ο παλαιότερος ηλιολατρικός χαρακτήρας της ημέρας φαίνεται σε πολλά ελληνικά χριστουγεννιάτικα έθιμα που σχετίζονται άμεσα με τη φωτιά. Για παράδειγμα στην Ήπειρο πιστεύουν ότι «όταν γεννήθηκε ο Χριστός και πήγαν, οι βοσκοί να προσκυνήσουν, ήταν νύχτα σκοτεινή. Βρήκαν κάπου ένα ξερό πουρνάρι κι έκοψαν τα κλαδιά του. Πήρε ο καθένας από ένα κλαδί στο χέρι, του έβαλε φωτιά και γέμισε το σκοτεινό βουνό χαρούμενες φωτιές και τριξίματα και κρότους.

Από τότε, λοιπόν, στα χωριά της Άρτας, όποιος πάει στο σπίτι του γείτονα, για να πει τα χρόνια πολλά, καθώς και όλα τα παιδιά τα παντρεμένα, που θα πάνε στο πατρικό τους, για να φιλήσουν το χέρι του πατέρα και της μάνας τους, να κρατούν ένα κλαρί πουρνάρι, ή ό,τι άλλο δεντρικό που καίει τρίζοντας. Στον δρόμο το ανάβουν και το πηγαίνουν έτσι αναμμένο στο πατρικό τους σπίτι και γεμίζουν χαρούμενες φωτιές και κρότους τα σκοτεινά δρομάκια του χωριού.

Ακόμη και στα Γιάννενα το ίδιο κάνουν. Μόνο που εκεί δεν κρατούν ολόκληρο το κλαρί το πουρνάρι αναμμένο στο χέρι τους – είναι μεγάλη πολιτεία τα Γιάννενα – αλλά κρατούν στη χούφτα τους μια χεριά δαφνόφυλλα και πουρναρόφυλλα, που τα πετούν στο τζάκι, μόλις μπούνε και καλημερίζουν. Κι όταν τα φύλλα τα ξερά πιάσουν φωτιά κι αρχίσουν να τρίζουν και να πετάνε σπίθες, εύχονται: ‘’Αρνιά, κατσίκια, νύφες και γαμπρούς!’’. Αυτή είναι η καλύτερη ευχή για κάθε νοικοκύρη. Να προκόβουν τα κοπάδια του, να πληθαίνει η φαμελιά του, να μεγαλώνουν τα κορίτσια και τα παλικάρια του, να του φέρνουν στο σπίτι νύφες και γαμπρούς, να του δώσουν εγγόνια που δε θ’ αφήσουν τ’ όνομα το πατρικό να σβήσει».

Στον Πόντο μάλιστα σταύρωναν τη φωτιά αυτή με ένα φύλλο οξιάς και με κόκκινο κρασί, ενώ στη Σιάτιστα χόρευαν γύρω της και οι μεταμφιεσμένοι με προβιές και κουδούνια άνδρες, στα πλαίσια των γονιμικών δωδεκαημερίτικων μεταμφιέσεων. Ανάλογες τελετουργικές καθαγιάσεις της φωτιάς μαρτυρούνται και στη Θεσσαλία : «Την παραμονή των Χριστουγέννων σε πολλά μέρη της Ελλάδας ‘’παντρεύουν’’, τη φωτιά. Παίρνουν ένα ξύλο με θηλυκό όνομα και ένα με αρσενικό όνομα, συνήθως από αγκαθωτά δέντρα. Τα αγκαθωτά δέντρα, κατά τη λαϊκή αντίληψη, απομακρύνουν τα δαιμονικά όντα, όπως τους καλικάντζαρους.

Στη Θεσσαλία, επιστρέφοντας από την εκκλησία στο σπίτι, τα κορίτσια βάζουν παραδίπλα στο αναμμένο τζάκι κλωνάρια κέδρου που τα ξεδιαλέγουν, ενώ τα αγόρια τοποθετούν κλαδιά από αγριοκερασιά. Τα μικρά αυτά κλαδιά δέντρων αντιπροσωπεύουν τις προσωπικές τους επιθυμίες για την πραγματοποίηση μιας όμορφης ζωής. Φροντίζουν μάλιστα τα κλαδιά αυτά να είναι λυγερά και παρακολουθούν με ενδιαφέρον ποιο κλωνάρι θα καεί πρώτο, καθώς λένε πως αυτό είναι καλό σημάδι για το κορίτσι ή το αγόρι, αντίστοιχα, και συγκεκριμένα πως θα είναι αυτό που θα παντρευτεί πρώτο».

Παραδοσιακά Χριστούγεννα με έθιμα από όλη την Ελλάδα
Το έθιμο των Μωμόγερων, Πρέβεζα (Eurokinissi)
Παραδοσιακά Χριστούγεννα με έθιμα από όλη την Ελλάδα
Το έθιμο των Μωμόγερων, Πρέβεζα (Eurokinissi)
Παραδοσιακά Χριστούγεννα με έθιμα από όλη την Ελλάδα
Το έθιμο των Μωμόγερων, Πρέβεζα (Eurokinissi)

Την κύρια μορφή των δωδεκαημερίτικων μεταμφιέσεων στον ποντιακό λαϊκό πολιτισμό αποτελούν οι Μωμόγεροι: σύμφωνα με τις παλαιότερες υπάρχουσες περιγραφές, το έθιμο είναι σατιρικό και συνηθίζεται κατά τη διάρκεια της περιόδου των Χριστουγέννων, συγκεκριμένα από τις 15 Δεκεμβρίου, μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου, άλλα μερικές φορές μέχρι τον μήνα του Φεβρουαρίου.

Λόγω της γεωγραφικής απομόνωσης των Ποντίων, το έθιμο ήταν μια μορφή αναγνώρισης της Ελληνικής προέλευσής τους, και επίσης ένας τρόπος να ξεχαστεί από την Τουρκική δουλεία, και τις βίαιες εξισλαμίσεις. Το έθιμο Μωμόγεροι είναι ζωντανό ακόμα και σήμερα, σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Στην εβδομάδα πριν από το νέο έτος, τα άτομα θα ντυθούν με διάφορα κοστούμια, όπου κάθε κοστούμι συμβολίζει ένα μέρος του πολιτισμού και της λαογραφίας των Ποντίων. Η αρκούδα συμβολίζει τη δύναμη, η ηλικιωμένη γυναίκα ένα σύμβολο του παρελθόντος, η νύφη για το μέλλον, το άλογο για την ανάπτυξη, ο γιατρός για την υγεία, ο στρατιώτης για την υπεράσπιση, την αίγα (κατσίκα) για τα τρόφιμα και ο άγιος Βασίλης συμβολίζει το νέο έτος που θα φτάσει σε μερικές μέρες. Σήμερα το έθιμο είναι περισσότερο ψυχαγωγικό, ενώ στο παρελθόν ήταν μαγικό.

Στο Παλαιόκαστρο της Χαλκιδικής τηρείται το έθιμο των φωταράδων. Ο «βασιλιάς» φορώντας το ταλαγάνι και φορτωμένος με κουδούνια ανοίγει το χορό ενώ ακολουθούν οι φωταράδες κρατώντας ξύλινα σπαθιά για να ξυλοφορτώσουν εκείνους που θα επιδιώξουν να πάρουν το λουκάνικο που στήνεται στη μέση του χωριού.

Στον Άγιο Πρόδρομο της Χαλκιδικής πρωταγωνιστές των Θεοφανίων είναι οι φούταροι. Την παραμονή των Φώτων νεαροί άντρες λένε τα κάλαντα μαζεύοντας κρέας, λουκάνικα και χρήματα και την ημέρα του Αϊ Γιαννιού χορεύουν στην πλατεία του χωριού. Όταν κάνουν διάλειμμα τρέχουν να πάρουν από ένα ρόπαλο και όταν ξαναμπαίνουν στο χορό πετούν τα ρόπαλα ψηλά σφυρίζοντας με όλη τους τη δύναμη για να σηματοδοτήσουν το τέλος του Δωδεκαημέρου.

Σε χωριά της Καβάλας και της Δράμας, όπως η Νικήσιανη, το Μοναστηράκι, ο Ξηροπόταμος, η Πετρούσα και ο Βώλακας αναβιώνει το έθιμο των αράπηδων. Άντρες ντύνονται με προβιές και ζώνονται κουδούνια. Λέγεται ότι οι αράπηδες ήταν πολεμιστές που μετείχαν στην εκστρατεία του Μεγαλέξανδρου και έδιωξαν με τους αλαλαγμούς τους ελέφαντες των Ινδών. Η καμήλα που στολίζεται μετά τον αγιασμό των υδάτων είναι ένα έθιμο της Γαλάτιστας Χαλκιδικής. Συνήθως έξι άντρες μπαίνουν κάτω από το ομοίωμα μιας καμήλας βαδίζοντας ρυθμικά ή χορεύοντας, κουνώντας κουδούνια και τραγουδώντας.

Σε πολλές περιοχές τοποθετούσαν στο τζάκι ένα χοντρό κούτσουρο, το «Χριστόξυλο», το οποίο πριν έραιναν τελετουργικά με ξηρούς καρπούς, για να καίει όλο το Δωδεκαήμερο, κατά το οποίο δεν άφηναν το εστιακό πυρ να σβήσει, ώστε να μην μπορούν να μπουν από την καμινάδα στο σπίτι οι καλικάντζαροι και τα άλλα κακοποιά δαιμονικά όντα των ημερών. Τη στάχτη, μετά τις γιορτές, την έριχναν στις τέσσερις γωνίες του σπιτιού, με την πίστη ότι κρατούσε μακριά τα δαιμονικά όντα, ενώ στα Μάλγαρα της Θράκης τα ξύλα που έμεναν μισοκαμμένα στην εστία τα έμπηγαν στα χωράφια, για να αποτρέψουν κακοποιές και επίβουλες μαγικές ενέργειες.

Μουσικές και κάλαντα ξυπνούν παιδικές μνήμες (Eurokinissi)

Στα Άγραφα, την παραμονή των Χριστουγέννων, «πάντρευαν» τελετουργικά τη φωτιά, βάζοντας σταυρωτά στο τζάκι ξύλο αγριοκερασιάς και κέδρου, για την προστασία της νοικοκυράς και του άνδρα του σπιτιού, αντιστοίχως.

Στη Λευκάδα πάλι, τα ξύλα αυτά τα περίχυναν πρώτα κρασί και λάδι, ενώ στην Τραπεζούντα ο νοικοκύρης έχυνε σταυροειδώς κρασί στη φωτιά, τη νύχτα των Χριστουγέννων, σε ένα είδος αρχέγονων σπονδών. Την φωτιά αυτή ανακάτευε ένα μικρό αγόρι, ή ο νοικοκύρης με το ραβδί του, ευχόμενος για καλή σοδειά και ευτυχία. Στο επίσημο εορταστικό τραπέζι των Χριστουγέννων έκοβαν πρώτα το χριστόψωμο, αφού το σταύρωναν με το μαχαίρι, και σε ορισμένες περιοχές άρχιζαν το γεύμα με μέλι και καρύδια, λέγοντας σχετικές και επίκαιρες ευχές. Στην Κορώνη τα αποφάγια τα μάζευαν και τα έθαβαν στις ρίζες των δέντρων των χωραφιών τους, πιστεύοντας ότι έτσι θα αποδώσουν άφθονο καρπό, ενώ στη Σινώπη, μετά το τελετουργικό κόψιμο, κρατούσαν τα στολισμένα με καρπούς και λουλούδια «σταυροψώμια» στο εικονοστάσι του σπιτιού, απ’ όπου τα έπαιρναν και τα έτρωγαν τα Θεοφάνεια. Στο Κωστί της Θράκης θύμιαζαν το εορταστικό τραπέζι με το υνί από το αλέτρι, το οποίο κατόπιν τοποθετούσαν δίπλα στη φωτιά του τζακιού, για το υπόλοιπο Δωδεκαήμερο.

Στον Δρυμό της Μακεδονίας τοποθετούσαν το χριστόψωμο στο τραπέζι, μαζί με διάφορους καρπούς, νομίσματα και ένα ποτήρι κρασί, από το οποίο μεταλάμβαναν όλα τα μέλη της οικογένειας, ευχόμενα καταλλήλως για υγεία, καλή σοδειά και γονιμότητα.

Στην Αιτωλία πάλι ο ιερέας περιερχόταν τα σπίτια του χωριού και τελούσε την ακολουθία του υψώματος της τραπέζης, κατά την οποία το χριστόψωμο κρατούν όλα τα μέλη της οικογένειας, και κατόπιν το βάζει στο κεφάλι του και το σπάζει, πραγματοποιώντας μαντεύματα για την ερχόμενη καλοκαιρινή σοδειά. Στην Κίο της Βιθυνίας έβαζαν σε ένα ανατολικό παράθυρο λεκάνη με νερό, κλωνάρι ξερό βασιλικό και εικόνισμα της Παναγίας, και κατόπιν θύμιαζαν και έψαλλαν τροπάρια, πιστεύοντας ότι την ώρα γέννησης του Χριστού θα έβλεπαν αστραπές ή όραμα της βρεφοκρατούσας Θεοτόκου.

Στην Ήπειρο πήγαιναν στη βρύση, την «κερνούσαν» με γαλακτοκομικά προϊόντα και γλυκά που εναπέθεταν εκεί, και έπαιρναν «αμίλητο νερό», που κατόπιν μετέφεραν στα σπίτια τους. Το βράδυ της παραμονής είναι γνωστοί, από ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο, οι αγερμοί των παιδιών, που με τα φανάρια τους περιέρχονταν όλα τα σπίτια του οικισμού, τραγουδώντας τα κάλαντα, και δεχόμενα ως φιλοδώρημα χρήματα, προϊόντα και γλυκά, έθιμο που επιβιώνει ως τις μέρες μας, ακόμη και στα αστικά περιβάλλοντα των πόλεών μας.

Για τις δωδεκαημερίτικες μεταμφιέσεις των ημερών έγινε λόγος και προηγουμένως. Τα «Ρογκάτσια» ή «Ρουγκατσάρια» αποτελούν τις κύριες μορφές των δωδεκαημερίτικων λαϊκών δρωμένων, ιδιαίτερα στο βορειοελλαδικό χώρο, και συχνά συνδυάζονταν με τους αγερμούς των καλάντων, όταν δε δύο ομάδες μεταμφιεσμένων συναντιούνταν στον δρόμο έπρεπε να δώσουν μάχη μεταξύ τους, στο πλαίσιο ενός παραδοσιακού ανταγωνισμού, που κατά πάγια λαϊκή αντίληψη συνδέεται στενά με την επίτευξη της γονιμότητας.

Τέλος, συνηθισμένες είναι οι μαντικές πρακτικές της ημέρας, που εκδηλώνονται ως εμπυροσκοπία, από κινήσεις της φωτιάς του τζακιού μετά την τοποθέτηση ορισμένων υλικών πάνω της, αλλά και ως μαντεύματα από τον καιρό που επικρατεί. Στην Κερασούντα έριχναν στο σπίτι πετραδάκια από την παραλία, ενώ συχνοί ήταν οι πράσινοι στολισμοί, συνήθως με ελιά, των σπιτιών, στους οποίους αποδίδονταν ειδική ιερότητα. Των ημερών χαρακτηριστικά επίσης είναι οι επισκέψεις, οι επίκαιρες ευχές, τα δώρα στους εορτάζοντες αλλά και μεταξύ συγγενών, όπως η πεθερά και η νύφη, και οι χοροί, ιδιωτικοί ή δημοτελείς.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΕΞΥΠΝΗ ΠΛΟΗΓΗΣΗ