Μάτι ένας χρόνος μετά: Η γραφειοκρατία, οι εγκαυματίες, οι προσωπικές ιστορίες

ΜΑΤΙ ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΜΕΤΑ: Η ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ, ΟΙ ΕΓΚΑΥΜΑΤΙΕΣ, ΟΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Πέρασε ένας χρόνος από τότε. Ενας χρόνος αµείλικτος και βαρύς. Στο Μάτι δεν είναι πια τίποτε ίδιο

Πέρασε ένας χρόνος από τότε. Ενας χρόνος αµείλικτος και βαρύς. Στο Μάτι δεν είναι πια τίποτε ίδιο. Οι φλόγες έσβησαν, αφήνοντας πίσω τους 102 νεκρούς. Αυτό που δεν έσβησε είναι οι µνήµες. ∆εν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος εκεί που να µην έχασε τη µάνα, τον πατέρα, τον αδερφό, τον γείτονα, τον φίλο. Για τους κατοίκους στο Μάτι τα 365 βράδια που πέρασαν ήταν πιο δύσκολα από τις µέρες. Τα όνειρα τούς ξυπνούν εφιάλτες. Οι εικόνες τους έχουν σηµαδέψει για πάντα. Κάθε σπιθαµή γης στην περιοχή σου φέρνει στον νου την τραγωδία. Μόνο κάποιες χαρούµενες παιδικές φωνές προσπαθούν να σε ξεγελάσουν, προσπαθώντας να σου θυµίσουν ότι «η ζωή συνεχίζεται».

Στο κεντρικό καφέ της περιοχής, το «Αρτιον», οι θαµώνες κουβεντιάζουν. Θυµούνται αυτούς που λείπουν και ανταλλάσσουν απόψεις για το πώς θα καταφέρουν να ορθοποδήσουν. Το τοπίο γύρω τους παραµένει «γκρίζο». Μισογκρεµισµένα σπίτια, µε εµφανή πάνω τους τα µαύρα σηµάδια της φονικής πυρκαγιάς, στοίβες από ξύλα στους δρόµους, ακόµα και καµένα αυτοκίνητα.

Ενα από τα παιδάκια που συνάντησε το «Εθνος» στο «Αρτιον» είναι ο 6χρονος Κωνσταντίνος. Είναι το αγόρι που τραυµατίστηκε σοβαρά µαζί µε τον παππού του και τη µητέρα του ενώ έτρεχαν να σωθούν. Το θερµικό κύµα ήταν τέτοιο που οι σαγιονάρες του µικρού Κωνσταντίνου έλιωσαν. Στο καφέ τον έφερε βόλτα ο παππούς. Ο φύλακας άγγελός του, που πριν από έναν χρόνο τον πήρε από το χέρι, πριν το σπίτι τυλιχτεί στις φλόγες.

«Πήγαµε προχθές µε το εγγονάκι µου να ανάψουµε ένα κερί στην εκκλησία της Αγίας Μαρίνας. Πάει ο Κωνσταντίνος να ανάψει το κερί και µόλις πλησιάζει τα λιγοστά αναµµένα κεριά, σταµατάει τροµαγµένος. Πετάγεται και µου λέει: ‘‘Παππού, δεν µπορώ, φοβάµαι’’. Το ίδιο έγινε και όταν πήγα µια φορά να ανάψω µπροστά του τσιγάρο µε τον αναπτήρα. Αρχισε το παιδί να φωνάζει ‘‘φωτιά, παππού, φωτιά» περιγράφει ο 77χρονος Κώστας Χατζησταµατίου, ο οποίος κάηκε στα χέρια και στα πόδια, νοσηλεύτηκε για 50 ηµέρες σε κλινική και συνεχίζει τη θεραπεία ανάρρωσής του.

Ο 6χρονος εγγονός του φέρει σοβαρά εγκαύµατα στην πλάτη, στα πόδια και στο πρόσωπο. Το ίδιο και η µητέρα του. Οι γονείς του µικρού Κωνσταντίνου είχαν έρθει πέρυσι στο Μάτι από το Ντουµπάι, όπου είναι η µόνιµη κατοικία τους, για να κάνουν διακοπές µαζί µε τον παππού και τη γιαγιά. «Εκείνη τη µέρα, όταν κατάλαβα τι συµβαίνει, οι φλόγες είχαν φτάσει στην αυλή. Πήρα τον εγγονό µου και τη νύφη µου και αρχίσαµε να κατεβαίνουµε τρέχοντας την οδό Κυανής Ακτής, πηγαίνοντας προς τη θάλασσα. Το σοκ ήρθε όταν είδα τις σαγιονάρες του παιδιού να λιώνουν. Αρχίσαµε να καιγόµαστε από το θερµικό κύµα. Οι φλόγες δεν µας ακούµπησαν. Οποιο σηµείο του σώµατός µας ήταν εκτεθειµένο κάηκε από τη θερµότητα. Μιλάµε για εκατοντάδες βαθµούς Κελσίου. ∆εν υπήρχε καµία µέριµνα. Ούτε η καµπάνα χτύπησε, γιατί δεν υπήρχε σχοινί» λέει ο 77χρονος.

Η οικογένεια ζει πλέον σε σπίτι που νοίκιασε στο Μάτι. Εκτός, όµως, από τα χρήµατα για το ενοίκιο καλείται να πληρώσει και τα απαραίτητα φαρµακευτικά είδη για την επούλωση των εγκαυµάτων: «Είµαστε οικογένεια µε τρεις εγκαυµατίες. Σκεφτείτε ότι µόνο για επιδέσµους χρειαζόµαστε 500 ευρώ τον µήνα, ποσά που δεν καλύπτονται από τον ΕΟΠΥΥ. Και δεν είναι µόνο αυτό. Η κυβέρνηση µάς είχε υποσχεθεί ότι µέχρι τον Ιούλιο θα έχουµε µπει στα σπίτια µας. Εµείς σκεφτείτε ότι ακόµα περιµένουµε πότε θα γίνει η κατεδάφιση. Για τέτοια αδιαφορία σας µιλάω. Στο Μάτι υπάρχουν περίπου 300 σπίτια που πρέπει να γκρεµιστούν».

Πήγαµε προχθές µε το εγγονάκι µου να ανάψουµε ένα κερί στην εκκλησία της Αγίας Μαρίνας. Μόλις πλησιάζει τα λιγοστά αναµµένα κεριά, σταµατάει τροµαγµένος. Πετάγεται και µου λέει: ‘‘Παππού, δεν µπορώ, φοβάµαι’’» (Δημήτρης Καπάνταης)

Ο Κώστας Ζορµαλιάς είναι ο άνθρωπος που έβαλε τα χέρια του στο πρόσωπο και πέρασε µέσα από τις φλόγες για να µπορέσει να «δραπετεύσει» από το σπίτι του και να σωθεί. Στην αυλή υπάρχει ακόµα το καµένο αυτοκίνητό του, το οποίο εξερράγη πριν από έναν χρόνο. Ο υπολογιστής του ακόµα µυρίζει στάχτη. Η ψυχολογία του, όπως λέει, αλλάζει ανάλογα µε την ώρα και την ηµέρα: «Πριν από δύο εβδοµάδες ξύπνησα από ακόµα έναν εφιάλτη. Είδα τη σκηνή από την τραγική ηµέρα. Τη σκηνή που έφευγα από τον φλεγόµενο τόπο. Είδα το σκυλί µου να καίγεται. Οταν οι φλόγες άρχισαν να καίνε και εµένα, ξύπνησα».

«Τίποτα δεν είναι αυτονόητο»

Ο Κώστας φέρει εγκαύµατα σχεδόν σε όλο του το σώµα. Οπως περιγράφει, έµαθε να ζει µε τον πόνο. «Και τώρα που σας µιλάω πονάω. Σκέφτοµαι κάθε κίνηση που κάνω. Σκέφτοµαι το πώς θα πάω στην τουαλέτα. Τίποτα δεν είναι αυτονόητο. Τους πρώτους µήνες, όταν µου άλλαζαν γάζες, ο πόνος δεν σταµατούσε ούτε µε τις ενέσεις. Ολο αυτό το διάστηµα έπρεπε να πάρω τόσες αντιβιώσεις για να αρχίσω να συνέρχοµαι, που αναπόφευκτα µου δηµιούργησαν πρόβληµα στα νεφρά».

Την 23η Ιουλίου 2018 ήταν στο σπίτι του µαζί µε τα δύο σκυλιά του: «Είδα τις φλόγες να κατεβαίνουν από τον Βουτζά. Λέω τώρα καήκαµε. Το ρεύµα έπεσε και µέσα σε τρία λεπτά η φωτιά είχε διανύσει 800 µέτρα, είχε φτάσει στο σπίτι και έκαιγε τα πάντα. Εβλεπα µια µπλε φωτιά στον αέρα. Τείχη φωτιάς. Μέσα σε ένα λεπτό η θερµοκρασία είχε γίνει τροµακτική. Εσκαγε το δέρµα µου. Αποφάσισα να περάσω µέσα από το τείχος φωτιάς. Εβαλα τα χέρια µου στο πρόσωπο και το έκανα. Μπήκα στη φωτιά. Αρχισα να τρέχω προς τη θάλασσα. Ακουσα µια γειτόνισσα να φωνάζει για τον εγκλωβισµένο άντρα της. Γύρισα το κεφάλι µου. Το σπίτι της δεν φαινόταν από τις φλόγες. Ο άντρας της ούρλιαζε για βοήθεια. Κανείς δεν µπορούσε να κάνει τίποτα. Την ώρα που έτρεχα προς τη θάλασσα δεν πονούσα. Το ένστικτο της επιβίωσης λειτούργησε. Οι πόνοι ξεκίνησαν µετά από 20 λεπτά».

Θεραπεία

Οταν τον ρωτάµε για την κρατική πρόνοια απαντά µε δύο λέξεις: «Εδώ γελάµε». Οπως εξηγεί, «οι κρέµες που χρειάζοµαι για τα εγκαύµατα χαρακτηρίζονται από το κράτος ‘‘καλλυντικές’’ και δεν καλύπτονται από τον ΕΟΠΥΥ. Η θεραπεία της αποκατάστασης, επίσης, δεν καλύφθηκε από το κράτος. Εάν δεν ήταν το Ιδρυµα Λάτση να καλύψει τα έξοδα, δεν θα περπατούσα ποτέ. Σκεφτείτε ότι στα µέσα του περασµένου Οκτωβρίου έπρεπε να γίνει ένα απαραίτητο χειρουργείο στο πόδι για να µπορώ να το ανοίξω και να περπατήσω. Εµεινα 4,5 µήνες ανάπηρος και δεν µπορούσα να σηκωθώ, γιατί το υπουργείο Υγείας έλεγε ότι δεν υπήρχαν χρήµατα για µοσχεύµατα».

«Μέσα σε ένα λεπτό η θερµοκρασία είχε γίνει τροµακτική. Εσκαγε το δέρµα» λέει στο «Εθνος» ο Κώστας Ζορµαλιάς (Δημήτρης Καπάνταης)

Αμίαντος και καμένα ξύλα

Ενα σοβαρό θέµα για την υγεία των ανθρώπων στο Μάτι είναι ο αµίαντος. Ο κάτοικος της περιοχής Βασίλης Βρεττός δηλώνει ότι «οι υποσχέσεις που δόθηκαν δεν έγιναν πράξη. Οταν είχε έρθει εδώ ο αρµόδιος υπουργός είχε πει ότι θα φέρει συνεργεία για να αφαιρέσουν τον αµίαντο µε κρατικές δαπάνες. Αυτό δεν έγινε ποτέ. Υπάρχει αµίαντος παντού. Σε όλα τα καµένα σπίτια, µε ό,τι αυτό συνεπάγεται για την υγεία µας».

Ο κ. Βρεττός αναφέρθηκε και στην «πυριτιδαποθήκη» που έχει δηµιουργηθεί στο οικόπεδο που βρίσκεται επί της Λεωφόρου Μαραθώνος, στο ύψος της στροφής για το Κόκκινο Λιµανάκι: «Εκεί έγινε το αδιανόητο. Συγκέντρωσαν όλα τα καµένα ξύλα και σχηµάτισαν τεράστιες στοίβες καύσιµης ύλης, σε ένα οικόπεδο στη Μαραθώνος, που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από ένα βενζινάδικο. Αν ανάψει µια φωτιά τώρα το καλοκαίρι, τι θα γίνει εκεί; ∆εν θέλω να το σκέφτοµαι».

Για τον αµίαντο και τα καµένα ξύλα που σχηµατίζουν βουνό κάνει λόγο ο Βασίλης Βρεττός (Δημήτρης Καπάνταης)

Οι 126 εγκαυµατίες εξακολουθούν να δίνουν τον δικό τους αγώνα

Στα «πηγαδάκια» των κατοίκων στο Μάτι θα ακούσεις πολλές ιστορίες για τους εθελοντές που µε την ψυχή τους βοήθησαν τους εγκαυµατίες. Η Μαρίνα Καρύδα, µέλος της επιτροπής κατοίκων, είναι ο άνθρωπος που αφιέρωσε ατελείωτες ώρες από την προσωπική ζωή της για τους συνανθρώπους της που το είχαν ανάγκη. Συνολικά στο Μάτι έφεραν εγκαύµατα 94 ενήλικοι και 32 παιδιά. Από αυτούς οι 18 υπέκυψαν στα τραύµατά τους. Σήµερα περίπου 30 άνθρωποι εξακολουθούν να δίνουν αγώνα για να επουλώσουν τα εγκαύµατά τους. Μια 65χρονη γυναίκα, µάλιστα, δεν έχει πάρει ακόµα εξιτήριο από την κλινική.

«Τα εγκαύµατα είναι κάτι πολύπλοκο. Προκαλούν και άλλα προβλήµατα υγείας. Ενας 70χρονος, για παράδειγµα, έχει πάθει λοιµώξεις. Μια 65χρονη έχει χάσει και τα δύο της νεφρά, ενώ ένας άντρας έχει ακόµα κολληµένα τα δάχτυλα του χεριού του. Οι εγκαυµατίες από την τραγωδία στο Μάτι νοσηλεύτηκαν στο Κέντρο Αποκατάστασης Θησέας. Εκεί καλέσαµε το Σαββατοκύριακο και τρεις εξειδικευµένους φυσικοθεραπευτές από την Ελβετία, οι οποίοι είδαν όλους τους ασθενείς» εξηγεί η κυρία Καρύδα.

∆υστυχώς, όπως προσθέτει, το κράτος απέχει: «Τρέξαµε για να βρούµε δωρεές. Τα έξοδα είναι δυσθεώρητα για τους ανθρώπους αυτούς. Τα επιθέµατα σιλικόνης που πρέπει να φοράνε στα χέρια τους κοστίζουν 1.500 ευρώ το ένα. Τα ειδικά σαπούνια, µε τα οποία πρέπει να κάνουν µπάνιο, είναι επίσης πολύ ακριβά. Τα χρήµατα καλύφθηκαν από το Ιδρυµα Λάτση». Mε χθεσινή παρέµβαση του υπουργού Υγείας, Βασίλη Κικίλια, οι εγκαυµατίες από το Μάτι θα µπορούν πλέον να προµηθεύονται δωρεάν τα αναλώσιµα είδη για τη φροντίδα των εγκαυµάτων τους, όπως κρέµες ανάπλασης, γάζες, προϊόντα περιποίησης κ.λπ., που µέχρι πρότινος δεν καλύπτονταν από τον ΕΟΠΥΥ, καθώς θεωρούνται είδη καλλωπισµού.

«Με στοιχειώνει η εικόνα της γειτόνισσάς µου που κάηκε όρθια»

Περισσότεροι από 200 κάτοικοι του Ματιού παραµένουν άστεγοι και φιλοξενούνται στις κατασκηνώσεις του Αγίου Ανδρέα. Εχει περάσει ένας χρόνος από την τραγωδία και όλοι περιµένουν την ηµέρα που θα µπορέσουν να γυρίσουν στο σπίτι τους. Για πολλούς, ωστόσο, αυτό σηµαίνει ότι θα πρέπει να κερδίσουν και τη µάχη µε τη γραφειοκρατία.

Ο συνταξιούχος Γιάννης Γκαβίγκας είχε υπηρετήσει τη στρατιωτική θητεία του στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις του Αγίου Ανδρέα. Λάτρεψε τότε την περιοχή και αποφάσισε να αγοράσει ένα σπίτι στο Μάτι. Τριάντα χρόνια µετά, το τραγικό παιχνίδι της µοίρας τον έφερε πίσω, στις ίδιες εγκαταστάσεις, ως άστεγο. Σήµερα ζει µε τη γυναίκα του και την 93χρονη µητέρα του σε ένα από τα µικρά διαµερίσµατα που παραχώρησε ο Στρατός στους πληγέντες της φονικής πυρκαγιάς, οι οποίοι έµειναν χωρίς σπίτι. «Νέος τότε γοητεύτηκα από την περιοχή. Είχε πάρει ο πατέρας µου το εφάπαξ του και αγοράσαµε ένα στρέµµα γης. Ποιος θα φανταζόταν ότι θα γύριζα υπό αυτές τις συνθήκες στον Αγιο Ανδρέα» λέει ο κ. Γκαβίγκας.

Ο εφιάλτης της φωτιάς ξυπνάει και για εκείνον τα βράδια. Τότε είναι που επιστρέφουν οι εικόνες της 23ης Ιουλίου: «Πήρα την 93χρονη µάνα µου, τα δύο σκυλιά µου και φύγαµε. Το Μάτι κάηκε µέσα σε επτά λεπτά. Αυτό ήταν. Πήγαµε στο λιµάνι. Ευτυχώς το ντεπόζιτο του αυτοκινήτου ήταν γεµάτο βενζίνη και µπορούσα να έχω ανοιχτή για ώρες τη µηχανή και το air condition. Εντούτοις εισέπνευσα τόσο καπνό που έπαθα πνευµονικό οίδηµα. Η εικόνα της γειτόνισσάς µου που κάηκε όρθια δεν µπορεί να σβήσει από τη µνήµη µου». Το σπίτι του Γιάννη Γκαβίγκα καταστράφηκε ολοσχερώς και χαρακτηρίστηκε «κόκκινο».

Ο «Γολγοθάς», ωστόσο, για εκείνον δεν έχει τέλος: «Κατέθεσα τα πρώτα χαρτιά για την αποκατάσταση του καµένου σπιτιού πέρυσι τον Σεπτέµβριο. Συνολικά χρειάστηκα έναν χρόνο για να συγκεντρώσω τα δικαιολογητικά που ζητούσαν και δεν έχω τελειώσει ακόµα. Μιλάµε για περίπου 30 διαφορετικά δικαιολογητικά, ενώ ο φάκελος µε όλα τα χαρτιά του σπιτιού µου κάηκε µαζί µε το σπίτι. Πιο πολύ κολλήσαµε στη ∆ιεύθυνση ∆ασών. Το οικόπεδό µου βρίσκεται στο κέντρο του Ματιού και παρά ταύτα χαρακτηρίζουν το σηµείο ως αµφισβητούµενη δασική έκταση. Εκτός από την απερίγραπτη ταλαιπωρία, έχω πληρώσει και πολλά λεφτά. Μόνο για το αντίγραφο κτηµατολογίου πρέπει να δώσεις 200 ευρώ. Μπορείτε να φανταστείτε για τα υπόλοιπα».

Η µόνη αποζηµίωση που έχει πάρει µέχρι στιγµής, όπως λέει, είναι αυτή που δόθηκε την πρώτη εβδοµάδα στους πυρόπληκτους (περίπου 7.000 ευρώ). Εάν τελικά καταφέρει να καταθέσει τον φάκελο και εγκριθεί, υπολογίζεται ότι θα λάβει αποζηµίωση ύψους περίπου 150.000 ευρώ για ένα σπίτι 165 τ.µ., στο οποίο ζούσαν επτά άτοµα. «Μέσα στην ατυχία µου ήµουν τυχερός γιατί τουλάχιστον πρόλαβα να κατεδαφίσω το καµένο σπίτι, όταν ήρθαν στο Μάτι τα συνεργεία ιδιωτικής εταιρείας που έκανε δωρεάν τις κατεδαφίσεις. Υπάρχουν γείτονες που ακόµα δεν έχουν γκρεµίσει τίποτα, γιατί µετά σταµάτησαν όλα. Από εκεί και πέρα, όµως, έδωσα δικά µου χρήµατα, περίπου 20.000 ευρώ, για να πάρω τα µπάζα και να καθαρίσω το οικόπεδο».

Στις κατασκηνώσεις του Στρατού στον Αγιο Ανδρέα κατοικεί -εξ ανάγκης- και η 93χρονη Ελένη Γκαβίγκα. Την ηµέρα της τραγωδίας στάθηκε τυχερή µέσα στην ατυχία της, καθώς ο προνοητικός γιος της την έβαλε εγκαίρως στο αυτοκίνητο και τη µετέφερε στη θάλασσα. Οι εικόνες της φονικής πυρκαγιάς τη σηµάδεψαν. ∆ύο γειτόνισσές της δεν είναι πια στη ζωή. Η 93χρονη έζησε τη γερµανική Κατοχή. Τον πόλεµο. Πολλές δεκαετίες αργότερα βίωσε και την κόλαση της φωτιάς στο Μάτι. «Εγώ πέρασα και Γερµανούς, αγόρι µου. Τέτοιο πράγµα, όµως, δεν είχα ζήσει. Θέλω να προλάβω να δω ξανά το σπίτι µας στο Μάτι. Να ζήσω σε αυτό µε τα εγγόνια µου και µετά ας πεθάνω. ∆εν θέλω κάτι άλλο πια στη ζωή µου. ∆εν θέλω να πεθάνω εδώ που είµαι τώρα» λέει.

Η συγκλονιστική µαρτυρία του συνταξιούχου Γιάννη Γκαβίγκα, που έµεινε µέσα σε 7’ άστεγος (Δημήτρης Καπάνταης)

Αριθμοί...

  • 685 κάτοικοι της περιοχής απευθύνθηκαν σε ειδικούς για ψυχολογική υποστήριξη
  • 5.200 συνεδρίες θεραπείας και ψυχολογικής βοήθειας έχουν πραγµατοποιηθεί εδώ και έναν χρόνο

... και ερωτήματα

  • Οριοθέτηση αιγιαλού. Εάν αυτός έχει οριοθετηθεί, δεν επιτρέπεται η ανέγερση κτισµάτων.
  • Πρόσβαση στην παραλία. Σε ένα µέτωπο 3 χιλιοµέτρων, αυτή γίνεται µόνο από τρία σηµεία.
  • Μπαζωµένα ρέµατα.
  • Εξωτερικές δεξαµενές καυσίµων. Αυτές µετατράπηκαν σε εκρηκτική ύλη κατά τη διάρκεια της φωτιάς.
  • Η ανυπαρξία ρυθµιστικού σχεδίου στην περιοχή, χωρίς χαραγµένους δρόµους.
«Τόµο» έφτιαξε ο Γιάννης Γκαβίγκας από τα δικαιολογητικά και τα έγγραφα που έπρεπε να συγκεντρώσει για την αποκατάσταση του καµένου σπιτιού του στο Μάτι (Δημήτρης Καπάνταης)
ΕΞΥΠΝΗ ΠΛΟΗΓΗΣΗ