83 χρόνια από την ημέρα που η Βουλή ενέκρινε τη δικτατορία Μεταξά
Ο Ιωάννης Μεταξάς με τον βασιλιά Γεώργιο Β΄

83 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΠΟΥ Η ΒΟΥΛΗ ΕΝΕΚΡΙΝΕ ΤΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΜΕΤΑΞΑ

Ηταν 4 Αυγούστου 1936

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να επιβάλει κάποιος δικτατορία. Με στρατιωτικό κίνηµα, µε λαϊκή επανάσταση, µε πολιτικές δολοφονίες ή µε την επιβολή και ενίοτε ανοχή του επίµαχου προσώπου από έναν ανώτερο πολιτειακό άρχοντα (π.χ. τον βασιλέα). Ο Ιωάννης Μεταξάς, όµως, ωθήθηκε στην κατάληψη της εξουσίας µε τον σπανιότερο τρόπο που θα µπορούσε να υπάρξει, αφού επί της ουσίας το ίδιο το ελληνικό Κοινοβούλιο του παρέδωσε τα ηνία της απολυταρχικής διακυβέρνησης και εκείνος, εκµεταλλευόµενος τις περιστάσεις και την επίνευση του παλατιού, επέβαλε τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936, που έµελλε να κρατήσει µέχρι την κατάληψη της χώρας από τους Γερµανούς τον Απρίλιο του 1941 και αφού ο ίδιος είχε πεθάνει τρεις µήνες νωρίτερα.

Ο Μεταξάς όµως, ως πρόσωπο που κυριάρχησε στην πολιτική ζωή επί τρεις δεκαετίες το πρώτο ήµισυ του 20ού αιώνα, έχει και ακόµη µία ιδιοµορφία: Η πλειονότητα του ελληνικού λαού τον µίσησε, καθώς ευθύνεται για τις συλλήψεις 80.000 πολιτών και για τη φυλάκιση ή τον εκτοπισµό περίπου 4.500 κοµµουνιστών σε ξερονήσια (χωρίς να συνυπολογίζουµε την ανελευθερία, την καταπίεση, τη βία και τη λογοκρισία), αλλά, από την άλλη πλευρά, ήταν αυτός που µερίµνησε επισταµένως για την αµυντική θωράκιση της χώρας, αντιλαµβανόµενος τις διεθνείς εξελίξεις και τις συγκρούσεις που εκτιµούσε πως ήταν θέµα χρόνου να µεταφέρουν τη φωτιά του πολέµου στη γειτονιά µας, αποκατέστησε το αξιόµαχο του Ελληνικού Στρατού και αρνούµενος το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου 1940 την είσοδο των ιταλικών δυνάµεων στο έδαφός µας, ηγήθηκε του έπους των οροσειρών της Πίνδου και της Αλβανίας.

Προφανώς και  αυτό δεν λειτουργεί ως αντιστάθµισµα ή ως εξιλέωση για το βεβαρηµένο παρελθόν του, ούτε έχει νόηµα η διαιώνιση µιας συζήτησης για το εάν το «Όχι» το είπε ο Μεταξάς ή ο ελληνικός λαός. Προφανώς το «Όχι» ήταν και η απάντηση του ελληνικού λαού, απλώς ειπώθηκε από τα χείλη του τότε αρχηγού του κράτους, τον οποίο -παρεµπιπτόντως- στήριζαν στις επιλογές τους και οι συµµαχικές χώρες, προεξάρχουσας της Αγγλίας. Ο ίδιος ο Βρετανός πρέσβης στην Αθήνα, σερ Μάικλ Πάλερετ, ανέφερε ξεκάθαρα τον Οκτώβριο του 1936 µε έγγραφό του προς τα κεντρικά γραφεία του Φόρεϊν Οφις στο Λονδίνο: «Δεν έχουµε τον παραµικρό λόγο να παραπονούµεθα για τη στάση της ελληνικής κυβερνήσεως».

 

Παρέλαση της Εθνικής Οργάνωσης Νέων

Δικτάτορας με φιλογερμανικό παρελθόν

Ο Μεταξάς, είχε φιλογερµανικό παρελθόν. Ηταν απόφοιτος της Στρατιωτικής Ακαδηµίας του Βερολίνου, θαύµαζε τον µιλιταρισµό και τη στρατιωτική δύναµη της γερµανικής αυτοκρατορίας και εκτιµούσε ότι το B’ Ράιχ δεν θα µπορούσε να ηττηθεί στον Α’ Παγκόσµιο Πόλεµο (1914-1918). Οταν όµως συνέβη αυτό, έγραψε στο «Ηµερολόγιό» του: «Η ήττα της Γερµανίας, την οποία ουδέποτε ανέµενα, τα ανέτρεψε όλα».

Αν και η µορφή εξουσίας του είχε επιρροές από τον γερµανικό ναζισµό και πρώτιστα από τον φασισµό της Ιταλίας, ουδέποτε ταυτίστηκε πλήρως µε κάποια από τις δύο ιδεολογίες. Το ίδιο συνέβαινε και στο µεγαλύτερο τµήµα της Γηραιάς Ηπείρου εκείνη την εποχή. Απολυταρχικά µονοκοµµατικά καθεστώτα είχαν καταλάβει την εξουσία µε το επιχείρηµα ότι θα έβγαζαν τις χώρες τους από την οικονοµικοπολιτική ατραπό του Μεσοπολέµου στο ξέφωτο της ευηµερίας. Επί συνόλου 28 ευρωπαϊκών χωρών το 1936, µόνο οι δέκα είχαν δηµοκρατικό πολίτευµα, ενώ οι υπόλοιπες εξουσιάζονταν από αυταρχικά καθεστώτα, που στην περίπτωση της ύπαρξης µονάρχη ήταν συγκεκαλυµµένη βασιλική δικτατορία, όπως συνέβαινε και στην Ελλάδα. Με αφορµή τη συµπλήρωση σήµερα 83 χρόνων από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, θα επιχειρήσουµε να αναµοχλεύσουµε τα όσα διαδραµατίστηκαν σε µία από τις πιο κρίσιµες περιόδους της νεότερης Ιστορίας µας, θα αναζητήσουµε τα αίτια που οδήγησαν στην εγκαθίδρυσή του, θα αποτυπώσουµε τον τρόπο µε τον οποίο κινήθηκε ο Ιωάννης Μεταξάς, τον απότοκο της δικτατορίας του, αλλά θα εστιάσουµε και στους µιµητές που επιχείρησαν να τον αντιγράψουν µερικά χρόνια αργότερα, κάποιοι εκ των οποίων βρίσκονται ακόµη εν ζωή.

 

Εργατοϋπάλληλοι με πλακάτ υπέρ του Μεταξά

Το πρωινό της 13ης Απριλίου 1936, ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος ∆εµερτζής βρίσκεται νεκρός στο κρεβάτι του, έχοντας υποστεί καρδιακή προσβολή σε ηλικία µόλις 60 ετών. ∆εν άντεξε την πίεση των καθηκόντων του. Σχεδόν πέντε µήνες νωρίτερα, ο βασιλεύς Γεώργιος Β’ (άρτι αφιχθείς έπειτα από ένα πανθοµολογουµένως νόθο δηµοψήφισµα) του είχε αναθέσει τον σχηµατισµό «άχρουν κυβέρνησης», µιας κυβέρνησης δηλαδή που να µην έχει εµφανή κοµµατική τοποθέτηση, µε µοναδικό σκοπό να οδηγήσει τον τόπο σε εκλογές µε το σύστηµα της απλής αναλογικής, οι οποίες όντως πραγµατοποιήθηκαν στις 26 Ιανουαρίου 1936. Από τις κάλπες όµως, που έµελλε να είναι οι τελευταίες πριν από τον πόλεµο του ’40, προέκυψε µια σχεδόν απόλυτη ισοπαλία.

Πρώτο ήρθε το κεντρώο κόµµα των Φιλελευθέρων του Θεµιστοκλή Σοφούλη µε ποσοστό 37,26% και 126 έδρες. ∆εύτερο, το δεξιό Λαϊκό Κόµµα του Παναγή Τσαλδάρη µε ποσοστό 22,1% και 72 έδρες και ακολουθούσε η Λαϊκή Ριζοσπαστική Ενωση, που επίσης ανήκε στον χώρο της ∆εξιάς και είχε λάβει 19,89% και 60 έδρες. Το θέµα όµως ήταν αλλού. Αφού κανένα κόµµα δεν είχε την αυτοδυναµία, για να σχηµατιστεί κυβέρνηση θα έπρεπε να συνεργαστούν τα κόµµατα µεταξύ τους. Εδώ ήταν που προέκυπτε η σχεδόν απόλυτη ισοπαλία. Ολα µαζί τα βενιζελικά κεντρώα κόµµατα συγκέντρωναν 141 έδρες, ενώ όλες οι αντιβενιζελικές δεξιές παρατάξεις 143 έδρες. Αµφότερες ήταν κοντά στον πολυπόθητο συνολικό αριθµό της συγκέντρωσης 151 εδρών για να υπάρξει κυβέρνηση, αλλά καµία δεν τον εξασφάλιζε. Ρυθµιστικό ρόλο διαδραµατίζει µοιραία το κοµµουνιστικό Παλλαϊκό Μέτωπο, που βγάζει 15 έδρες, αλλά έπειτα από έντονο παρασκήνιο δεν θα καταφέρει να συνεργαστεί µε καµία από τις δύο πλευρές.

83 χρόνια από την ημέρα που η Βουλή ενέκρινε τη δικτατορία Μεταξά
83 χρόνια από την ημέρα που η Βουλή ενέκρινε τη δικτατορία Μεταξά
Ο χαιρετισμός...
83 χρόνια από την ημέρα που η Βουλή ενέκρινε τη δικτατορία Μεταξά

Πεθαίνουν έξι πρωθυπουργοί

Προκειµένου να αποφευχθεί το αδιέξοδο, ο βασιλιάς καταφεύγει και πάλι στον άτυχο ∆εµερτζή, ώστε να ξανασχηµατίσει εκείνος κυβέρνηση. ∆εν θα προλάβει, όµως, γιατί τον πρόδωσε η καρδιά του. Σηµειωτέον ότι διανύουµε µια εποχή κατά την οποία γενικώς έχει πέσει... θανατικό σε σηµαίνοντα πολιτικά πρόσωπα. Στις 31 Ιανουαρίου 1936 πεθαίνει ο Γεώργιος Κονδύλης, στις 18 Μαρτίου ο Ελευθέριος Βενιζέλος, στις 13 Απριλίου ο ∆εµερτζής, έναν µήνα µετά ο Παναγής Τσαλδάρης και λίγο αργότερα µέσα στο ίδιο έτος ο Αλέξανδρος Ζαΐµης και ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου. Εξι νυν και πρώην πρωθυπουργοί αφήνουν την τελευταία τους πνοή µέσα σε έναν χρόνο! Την ίδια ώρα, στην κοινωνία επικρατεί αναβρασµός εξαιτίας σωρείας οικονοµικών προβληµάτων που έχουν πολλαπλασιαστεί από τη διεθνή ύφεση και την έλευση προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Οι απεργίες της εργατικής τάξης και οι διαδηλώσεις είναι σύνηθες φαινόµενο, ενώ παρατηρείται αναβρασµός και εντός του στρατεύµατος, το οποίο µέσα στα τελευταία 15 χρόνια έχει συµµετάσχει σε επτά κινήµατα.

Εξι νυν και πρώην πρωθυπουργοί αφήνουν την τελευταία τους πνοή µέσα σε έναν χρόνο!

Το Παλάτι

Ο 46χρονος µονάρχης θα διαµορφώσει το πολιτικό σκηνικό κατά το δοκούν, δίνοντας τώρα την εντολή σχηµατισµού κυβέρνησης σε έναν µικροκαµωµένο φιλοβασιλικό που έχει ανοιχτά υποστηρίξει την επιβολή ενός αντιδηµοκρατικού καθεστώτος στην Ελλάδα, στον Ιωάννη Μεταξά, επικεφαλής του Κόµµατος Ελευθεροφρόνων, το οποίο στις εκλογές του Ιανουαρίου 1936 είχε λάβει µόλις 3,94% και 7 έδρες. Ο Μεταξάς επιχείρησε αργότερα να δικαιολογήσει το βασιλικό πραξικόπηµα ισχυριζόµενος ότι δεν θα υπήρχε µεταβολή στη µορφή της κυβέρνησης και πως ο άναξ, από τη στιγµή που, σύµφωνα µε το Σύνταγµα, είχε δικαίωµα να διορίζει και να παύει υπουργούς (όντως αυτό ίσχυε), είχε επίσης και το δικαίωµα να διορίζει και τον πρωθυπουργό. Ηταν σαφές ότι η ταχύτητα µε την οποία έδρασε ο βασιλιάς Γεώργιος Β’, ορκίζοντας τον εκλεκτό του επικεφαλής της κυβέρνησης, προδίδει -σύµφωνα µε τους µελετητές- την ύπαρξη σχεδιασµού µε απώτερο σκοπό την επιβολή δικτατορίας.

Η βουλή αυτοκτονεί

Τρεις ηµέρες αργότερα, η Βουλή αυτοχειριάζεται για ακόµη µία φορά, υιοθετώντας ψήφισµα µε το οποίο διέκοπτε τις εργασίες της για… πέντε µήνες, εξουσιοδοτώντας παράλληλα την κυβέρνηση να εκδίδει νοµοθετικά διατάγµατα για όλα τα θέµατα, έχοντας τη σύµφωνη γνώµη µιας κοινοβουλευτικής επιτροπής που δεν λειτούργησε ποτέ. Επισείοντας τον κίνδυνο κοµµουνιστικής εξέγερσης, στις 8 το βράδυ της 4ης Αυγούστου 1936 ο Μεταξάς, υπό την πλήρη κάλυψη των ανακτόρων, συγκαλεί Υπουργικό Συµβούλιο και ζητά από τα µέλη του να υπογράψουν δύο διατάγµατα. Με το πρώτο αναστελλόταν η ισχύς βασικών άρθρων του Συντάγµατος και µε το δεύτερο διαλυόταν η Βουλή. Ο Ιθακήσιος πολιτικός, «συγκεντρώσας ολόκληρον την εξουσίαν» όπως θα αναφέρει στο διάγγελµά του, κράτησε τα χαρτοφυλάκια των Εξωτερικών και των τριών πολεµικών υπουργείων (Στρατιωτικών, Αεροπορίας και Ναυτικών), ενώ ανέλαβε και την εποπτεία όλων των υφυπουργείων. Η δικτατορία µόλις ξεκινούσε και επισήµως!

Το ζήτηµα είναι, όµως, ότι τόσο οι Φιλελεύθεροι όσο και οι αντιβενιζελικοί (που δεν κατόρθωσαν να έρθουν σε συµφωνία όλο τον προηγούµενο καιρό) έδωσαν την 27η Απριλίου πανηγυρικά ψήφο εµπιστοσύνης στον Μεταξά. Υπέρ του ψήφισαν 241 βουλευτές, κατά του µόνο οι 15 κοµµουνιστές βουλευτές συν ο τότε βουλευτής Λέσβου του ∆ηµοκρατικού Συνασπισµού Γεώργιος Παπανδρέου, ενώ άλλοι 4 απείχαν. Μπορεί σε όλες τις εκλογικές αναµετρήσεις ο λαός να τον είχε αποδοκιµάσει, αλλά στο Κοινοβούλιο «έπεισε» και τις δύο µεγάλες παρατάξεις πως ήταν ο µόνος που θα µπορούσε να αποκαταστήσει την πολιτική οµαλότητα. 

 

 

Tόσο οι Φιλελεύθεροι όσο και οι αντιβενιζελικοί έδωσαν την 27η Απριλίου πανηγυρικά ψήφο εµπιστοσύνης στον Μεταξά

Οι εκτοπίσεις

Οι κεντρικοί θεσµοί του κρατικού µηχανισµού στελεχώθηκαν µε άτοµα που προέρχονταν κυρίως από το αντιβενιζελικό στρατόπεδο, ενώ κοµβικό ρόλο διαδραµάτισε το νεοϊδρυθέν υφυπουργείο Δηµοσίας Ασφαλείας, που µετεξελίχθηκε µεταπολεµικά στο υπουργείο ∆ηµοσίας Τάξεως. Το ανέλαβε ο 43χρονος αντισυνταγµατάρχης του Μηχανικού Κωνσταντίνος Μανιαδάκης, που άφησε εποχή µε τις βάναυσες µεθόδους του, τις διώξεις κατά των κοµµουνιστών και το ευρύ δίκτυο πληροφοριοδοτών που συγκρότησε σε όλη την επικράτεια. Κάθε πρόσωπο για το οποίο υπήρχε υπόνοια ότι δεν ήταν πιστό στο καθεστώς εκτοπιζόταν. Ως πρότυπο τρόπου ζωής και αντίληψης ο Μεταξάς είχε την αρχαία Σπάρτη, θεωρώντας ότι η δηµοκρατία της αρχαίας Αθήνας δεν συµβαδίζει µε τις αρχές του. Τόνιζε ότι ο πρώτος ελληνικός πολιτισµός των κλασικών χρόνων αποτελεί παρελθόν. Ο δεύτερος, της βυζαντινής περιόδου, αν και είχε βαθιά πίστη, «δεν έκαµε µεγάλα έργα διανοίας». Τώρα, το καθεστώς της 4ης Αυγούστου πίστευε ότι θα πραγµατοποιούσε τον τρίτο ελληνικό πολιτισµό. Ήταν υπέρµαχος της δηµοτικής γλώσσας, ανέθεσε στον σπουδαίο γλωσσολόγο Μανόλη Τριανταφυλλίδη την έκδοση «Νεοελληνικής Γραµµατικής», ανέπτυξε τη θεατρική τέχνη ώστε αυτή να πλησιάσει περισσότερο τον λαό και εγκαινίασε τη Στέγη Γραµµάτων και Τεχνών.

Σε επίπεδο κοινωνικής πολιτικής, είχε έναν πηγαίο λαϊκισµό και έδειχνε προσήλωση στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις, κυρίως σε εργάτες και αγρότες. Η προσφώνηση «µπαρµπα-Γιάννης» προς τον ίδιο από τον απλό κόσµο ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε. Παράλληλα, έθεσε σε εφαρµογή ένα εκτεταµένο πρόγραµµα κοινωνικής πρόνοιας, σε µια προσπάθεια ενίσχυσης της πάντοτε ελλειµµατικής νοµιµοποίησης εξουσίας του. Στο πλαίσιο αυτό, ξεκίνησε επίσηµα την 1η ∆εκεµβρίου 1937 η λειτουργία του ΙΚΑ και τέθηκαν τα θεµέλια για τον µετέπειτα ΟΑΕΔ. Η ειδοποιός διαφορά του µεταξικού κράτους από τα υπόλοιπα ολοκληρωτικά καθεστώτα της εποχής ήταν πως απουσίαζε η ύπαρξη ενός µαζικού κινήµατος, όπως συνέβη στη Γερµανία ή στην Ιταλία. Η αυταρχική 4η Αυγούστου ήταν µια φασίζουσα δικτατορία µε ολοκληρωτικές τάσεις, που προσοµοίαζε περισσότερο µε αντίστοιχες βασιλικές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Ιβηρικής Χερσονήσου. Αν και ο Μεταξάς ήταν εντολοδόχος του βασιλιά, µόλις συνειδητοποίησε τη δύναµή του αυτονοµήθηκε και ισχυροποίησε τη θέση του, χωρίς όµως να επιδιώξει τη σύγκρουση µε τον µονάρχη ή να αµφισβητήσει τον θεσµό του.

«Εξέφρασε το λαϊκό αίσθημα»

Η αλήθεια, πάντως, είναι ότι τα όποια ενεργητικά επιτεύγµατά του δεν τον κατέστησαν περισσότερο δηµοφιλή, εξαιτίας της βαναυσότητας που επέδειξε µε τις συνοπτικές καταδίκες των αριστερών, τις φυλακίσεις και τις εκτοπίσεις, την ανελευθερία λόγου και την απαγόρευση του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι. Η συµπάθεια προς αυτόν υπήρξε από τη στιγµή που είπε το «Οχι» στους Ιταλούς την 28η Οκτωβρίου 1940. Κατ’ αντινοµία προς το ιδεολογικό στίγµα του καθεστώτος, έθεσε την Ελλάδα στο αντιφασιστικό στρατόπεδο των νικητών του Β’ Παγκοσµίου Πολέµου. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στην κηδεία του, στις 31 Ιανουαρίου 1941, είχε παραστεί (ως φοιτητής τότε) ο µετέπειτα γενικός γραµµατέας του ΚΚΕ Γρηγόρης Φαράκος, ο οποίος είχε δηλώσει πριν από λίγα χρόνια ότι ο Μεταξάς «είχε εκφράσει τη δεδοµένη κρισιµότατη στιγµή για την Ελλάδα το λαϊκό αίσθηµα», ενώ ο Μίκης Θεοδωράκης θυµάται ότι «την ώρα του µνηµοσύνου έκλαιγε όλη η πόλη γιατί ήταν ο µοναδικός πολιτικός στην Ευρώπη που δεν πίστευε στη νίκη του Χίτλερ. Πίστευε ότι θα νικήσουν οι Εγγλέζοι, κάτι που εκείνη τη στιγµή έµοιαζε παράλογο».

83 χρόνια από την ημέρα που η Βουλή ενέκρινε τη δικτατορία Μεταξά
83 χρόνια από την ημέρα που η Βουλή ενέκρινε τη δικτατορία Μεταξά
83 χρόνια από την ημέρα που η Βουλή ενέκρινε τη δικτατορία Μεταξά

Διορισµός στο Δηµόσιο µόνο µε «πιστοποιητικόν»

Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, προκειµένου να διαµορφώσει τους µελλοντικούς υποστηρικτές, φρόντισε να δηµιουργήσει την Εθνική Οργάνωση Νέων. Σκοπός της οργάνωσης ήταν η «επωφελής διάθεση του ελευθέρου από της εργασίας χρόνου των νέων, προς προαγωγήν της σωµατικής και ψυχικής καταστάσεως αυτών, ανάπτυξιν του εθνικού φρονήµατος και της πίστεως προς την θρησκείαν, δηµιουργίαν πνεύµατος συνεργασίας και κοινωνικής αλληλεγγύης», όπως αναφερόταν χαρακτηριστικά. Πρακτικά, η διαπαιδαγώγηση µετουσιωνόταν σε µια άκρατη προπαγάνδα υπέρ του Ιωάννη Μεταξά. Ανάλογες οργανώσεις είχαν δηµιουργήσει εκείνη την εποχή τόσο ο Γερµανός φίρερ Αδόλφος Χίτλερ, που λίγο αργότερα θα αιµατοκυλίσει την υφήλιο, όσο και ο Ιταλός ηγέτης του φασιστικού κόµµατος Μπενίτο Μουσολίνι.

Η εγγραφή των µελών δεν ήταν υποχρεωτική, αλλά γινόταν συστηµατική προσπάθεια προκειµένου να στραφούν οι νέοι σε αυτήν. Αρχικά η στρατολόγηση στην Ελλάδα ήταν πενιχρή, οπότε ο ίδιος ο Μεταξάς θέλησε να κινητοποιήσει τους εκπαιδευτικούς, ξεκαθαρίζοντάς τους ανοιχτά: «Οφείλετε να γνωρίζετε ότι η Εθνική Οργάνωσις Νεολαίας είναι θεσµός κρατικός, έργον µου, επί του οποίου στηρίζω τας µεγίστας ελπίδας. Προσεπαθήσαµεν τελευταίως να τον προσαρµόσωµεν και µε το σχολείον, ούτως ώστε να αλληλοσυµπληρούνται. Επί του ζητήµατος αυτού, κύριοι, είµαι αποφασισµένος, εάν παρουσιασθή οιαδήποτε αντίδρασις, να την θραύσω κατά τρόπον αµείλικτον. Θα σας παρακαλέσω εποµένως επί του ζητήµατος αυτού να µη µου παρουσιασθή ποτέ από κανένα εκπαιδευτικόν αντίδρασις, όχι φανερά βέβαια, που δεν θα το κάµη, αλλ’ ούτε υπόκωφος».

Έτσι, τα 15.000 µέλη ηλικίας από 8 έως 25 ετών στις αρχές Ιανουαρίου του 1938, έγιναν 750.000 µέλη το 1939 (έτος κατά το οποίο εντάχθηκαν υποχρεωτικά στην ΕΟΝ οι πρόσκοποι) και 1.250.000 το 1940. Προκειµένου να υπάρξει αυτή η αλµατώδης αύξηση, χρησιµοποιούνταν διάφορες µορφές απειλών, όπως, για παράδειγµα, ότι όποιος δεν διαθέτει πιστοποιητικό που να λέει ότι υπηρέτησε στην οργάνωση δεν θα µπορεί να διεκδικήσει θέση στο Δηµόσιο.

 

Το καθεστώς µπορεί να έκλεισε τον κύκλο του λίγο µετά τον θάνατο του δηµιουργού του, ωστόσο µεταπολεµικά υπήρξαν ορισµένοι µιµητές του

Ο επίτροπος 

Ο Αλέξανδρος Κανελλόπουλος, τον οποίο είχε διορίσει ο δικτάτορας κυβερνητικό επίτροπο νεολαίας και επικεφαλής της ΕΟΝ (αν και αρχηγός της τυπικά ήταν ο διάδοχος του θρόνου, πρίγκιπας Παύλος), προειδοποιούσε ότι εκτός οργάνωσης δεν υπήρχε µέλλον για τους νέους. Είχε πει µε νόηµα: «Αυτά τα παιδιά που δεν θα έλθουν εις την ΕΟΝ είναι υποχρεωµένα να πάνε στα σχολεία και να παραµείνουν εργαζόµενα. Αν τους αρέση αυτό ας το εξακολουθήσουν, αλλά κατά 90% δεν θα τους αρέση και θα έλθουν εις την ΕΟΝ. Αλλά το να τα πιέσωµεν είναι εντελώς περιττόν, διότι τι νοµίζετε πως θα χάσωµεν; Εις όλην την Ελλάδα 4-5 χιλιάδες παιδιά τι σηµασίαν έχουν µέσα στο εκατοµµύριον; Κατόπιν τα παιδιά αυτά πρέπει να γνωρίζουν ότι όταν αύριον θελήσουν να καθέξουν µίαν δηµοσίαν θέσιν, θα πρέπει να έχουν πιστοποιητικόν ότι υπηρέτησαν εις την ΕΟΝ και αν δεν το έχουν, δεν θα διορίζωνται». Τόσο απλά..

Βρήκε µεταπολεµικά ακροδεξιούς µιµητές

Το καθεστώς µπορεί να έκλεισε τον κύκλο του λίγο µετά τον θάνατο του δηµιουργού του, στις αρχές του 1941, ωστόσο µεταπολεµικά υπήρξαν ορισµένοι µιµητές του, µε σηµαντικότερο τον ακροδεξιό δικηγόρο και αρνητή του εβραϊκού Ολοκαυτώµατος Κωνσταντίνο Πλεύρη, που φρόντισε τον Ιούλιο του 1965 να ιδρύσει το Κόµµα της 4ης Αυγούστου, ονοµασία που παρέπεµπε ευθέως στην ηµέρα εγκαθίδρυσης της δικτατορίας 29 χρόνια νωρίτερα. Οπως αναφέρει η καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήµης του Παντείου Πανεπιστηµίου Βασιλική Γεωργιάδου στο βιβλίο της «Η άκρα ∆εξιά στην Ελλάδα 1965-2018» (εκδόσεις Καστανιώτη), το εν λόγω µόρφωµα απαρτιζόταν από µια οµάδα ατόµων µε προηγούµενη θητεία σε φιλοµεταξικά και αντικοµµουνιστικά δίκτυα, ενώ προέρχονταν και από την ΕΚΟΦ (Εθνική Οργάνωση Φοιτητών), µια εξτρεµιστική οργάνωση της δεκαετίας του ’60 που χαρακτηριζόταν από βίαιο ακτιβισµό και διασυνδέσεις σε ένα σύνολο φορέων της κρατικής εξουσίας, όπως ήταν ο Στρατός, η Αστυνοµία και οι πάσης φύσεως «υπηρεσίες πληροφοριών». Η εκ νέου κατάλυση της δηµοκρατίας τον Απρίλιο του 1967 θα χαιρετιστεί µε «ενθουσιασµό» από το Κόµµα της 4ης Αυγούστου και θα είναι το µοναδικό που έπειτα από κάποιες τυπικές τροποποιήσεις στο προφίλ του θα συνεχίσει να λειτουργεί κανονικά καθ’ όλη τη διάρκεια της επτάχρονης χούντας, µε τη συγκατάβαση των συνταγµαταρχών.

ΕΞΥΠΝΗ ΠΛΟΗΓΗΣΗ