Skip to main content
Αύγουστος 1973: Η επίθεση με χειροβομβίδες στο αεροδρόμιο του Ελληνικού
Τρομοκρατική επίθεση στο αεροδρόμιο του Ελληνικού/Έθνος της Κυριακής

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1973: Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΜΕ ΧΕΙΡΟΒΟΜΒΙΔΕΣ ΣΤΟ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ

Παλαιστίνιοι κοµάντος σκόρπισαν τον θάνατο στον τότε Αερολιµένα Αθηνών - Τρεις νεκροί και 58 τραυματίες ο τραγικός απολογισμός

Η σκηνή που ακολουθεί δεν προέρχεται από κινηµατογραφική ταινία, αλλά συνέβη στην πραγµατικότητα τέτοιο καιρό πριν από 46 χρόνια στη χώρα µας. Είναι Κυριακή µεσηµέρι, εκεί γύρω στις τρεις και δέκα. Το ηµερολόγιο δείχνει 5 Αυγούστου 1973. Στην αίθουσα τράνζιτ του Ανατολικού Αεροδροµίου του Ελληνικού υπάρχει αρκετή κίνηση. Λογικό, αφού η τουριστική περίοδος βρίσκεται στην κορύφωσή της. Περίπου 1.000 επιβάτες, ανακατεµένοι µεταξύ τους, περιµένουν να περάσουν από έλεγχο χειραποσκευών και σωµατική έρευνα, ώστε να επιβιβαστούν στις πτήσεις τους. Άλλοι για Νέα Υόρκη και άλλοι για Γενεύη.

Την ώρα που περνούν από τον έλεγχο χειραποσκευών εµφανίζονται στον χώρο δύο άνδρες µε σπαστά µαλλιά. Ο ένας φοράει ανοιχτόχρωµη µπλούζα και ο άλλος κοντοµάνικο πουκάµισο. Είναι Παλαιστίνιοι τροµοκράτες που έχουν µπει στον αερολιµένα χωρίς κανένας να τους υποπτευθεί. Μόλις βλέπουν τόσο µαζεµένο κόσµο µαζί, το µάτι τους «γυαλίζει». Χωρίς περιστροφές βγάζουν την περόνη από την πρώτη χειροβοµβίδα που κρατούν σφιχτά στο χέρι τους και τη ρίχνουν τυφλά προς τον κόσµο.

Σε δευτερόλεπτα εκρήγνυται σκορπίζοντας τον τρόµο. Ρίχνουν και δεύτερη, και τρίτη, και τέταρτη που δεν εξερράγη... Αµέσως µετά ξεκινούν να πυροβολούν αδιακρίτως. Επικρατεί πανδαιµόνιο. Οι τοίχοι και το πάτωµα γεµίζουν αίµατα. Ακούγονται φωνές, ουρλιαχτά και γοερά κλάµατα. Ο κόσµος τρέχει αλαφιασµένος να βρει µέρος να κρυφτεί. Κάποιοι δίπλα τους κείτονται ήδη νεκροί, ενώ αρκετοί άλλοι είναι βαριά τραυµατισµένοι. Πιάνουν το στοµάχι τους, το χέρι, το πόδι ή το κεφάλι τους. Ψελλίζουν ζητώντας απεγνωσµένα βοήθεια, χωρίς να έχουν καταλάβει πώς µέσα σε κλάσµατα δευτερολέπτου βρέθηκαν από την ανεµελιά του ταξιδιού σε αυτή την κρίσιµη κατάσταση.

Οι άνδρες της ασφάλειας του Κρατικού Αερολιµένα Αθηνών, αφού ξεπερνούν το αρχικό σοκ, στρέφονται εναντίον των δραστών, οι οποίοι για να προστατευτούν καλύπτονται πίσω από το µπαρ του τράνζιτ, έχοντας ως «ασπίδα» περίπου 40 άτοµα που κρατούν οµήρους. Τους απειλούν πως εάν δοκιµάσουν να διαφύγουν, θα τους φυτέψουν µια σφαίρα στο κορµί. Ο ένας κρατάει στα χέρια µία χειροβοµβίδα και ο άλλος δύο πιστόλια.

Τρομοκρατική επίθεση στο αεροδρόμιο του Ελληνικού

Εκτέλεση εν ψυχρώ

Οι δύο τροµοκράτες ζητούν από όλους να ξαπλώσουν µπρούµυτα µε τα χέρια πάνω στο κεφάλι. «Όποιος κινηθεί θα πεθάνει» επαναλαµβάνουν. Και πράγµατι υλοποιούν την απειλή τους όταν βλέπουν έναν Αυστριακό να κινείται νευρικά. Τον εκτελούν εν ψυχρώ!

Έξω από τον αερολιµένα αρχίζουν να καταφθάνουν δεκάδες περιπολικά, ειδικοί διαπραγµατευτές και ασθενοφόρα. Σύµφωνα µε τον Τύπο της εποχής, «κατέφθασε και το µηχανοκίνητο της Γενικής Ασφάλειας µε δακρυγόνες βόµβες, οι οποίες όµως δεν χρησιµοποιήθηκαν». Η κατάσταση είναι δραµατική.

Το πρώτο σήµα που µεταδόθηκε από τους ασυρµάτους της Αµέσου ∆ράσεως είναι ότι εξερράγησαν βόµβες στο αεροδρόµιο του Ελληνικού µε πολλούς νεκρούς και θύµατα. Οι τραυµατιοφορείς θα µεταφέρουν συνολικά εκείνη την ηµέρα στο νοσοκοµείο 58 άτοµα, καθώς επίσης και τις σορούς τριών επιβατών – ενός Αυστριακού και δύο Αµερικανών. Η µία είναι πανέµορφη νεαρή κοπέλα, η 23χρονη Τζίνα Σαλέντι, ελληνικής καταγωγής. Είχε έρθει στην Ελλάδα για τον µήνα του µέλιτος και τώρα κείτονταν νεκρή στις ψυχρές πλάκες της αίθουσας αναχωρήσεων.

«Ηταν πεσµένη µπρούµυτα, γεµάτη αίµατα. Τα µάτια της γυάλιζαν. Κατάλαβα ότι είναι νεκρή. Της φώναζα, Τζιν, πού είσαι, Τζιν; Αλλά δεν µου απαντούσε» θα πει αργότερα ο 24χρονος άνδρας της, Μπιλ Σαλέντι.

Τρομοκρατική επίθεση στο αεροδρόμιο του Ελληνικού

Οι διαπραγματεύσεις με τα μέλη του «Μαύρου Σεπτέμβρη»

Όση ώρα απομακρύνονται τα πτώματα, το ενδιαφέρον των Αρχών στρέφεται στον χώρο του μπαρ, όπου οι τρομοκράτες αρνούνται να αφήσουν ελεύθερους τους δεκάδες ομήρους, ενώ σε απόσταση ασφαλείας βρίσκεται και ο α’ αντιπρόεδρος της «κυβέρνησης», Στυλιανός Παττακός. Μην ξεχνάμε ότι ακόμα την εξουσία στη χώρα κατέχει η χούντα των επίορκων συνταγματαρχών, που θα πέσει σε λιγότερο από έναν χρόνο αργότερα.

Οι αστυνομικοί αποκλείουν όλες τις οδούς διαφυγής και προσπαθούν να έρθουν σε συνεννόηση με τους Άραβες, οι οποίοι, με την αδρεναλίνη τους να βρίσκεται στα ύψη, αρνούνται να υποχωρήσουν. Επικεφαλής της ομάδας διαπραγμάτευσης έχει τεθεί ο διευθυντής της Αστυνομίας Αθηνών, Λουκάς Χριστολουκάς.

Οι δράστες θα του πουν ότι είναι μέλη του «Μαύρου Σεπτέμβρη», της παλαιστινιακής οργάνωσης που έναν χρόνο νωρίτερα είχε σκοτώσει 9 Ισραηλινούς αθλητές κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Μονάχου. Αρχικά θα ζητήσουν από τις ελληνικές Αρχές να μεταβούν στο αεροδρόμιο οι πρέσβεις της Αιγύπτου και της Συρίας στην Αθήνα.

Το αίτημα απορρίπτεται χωρίς δεύτερη σκέψη, όπως και μια σειρά άλλων που θα ακολουθήσουν. Οι επιλογές των θυτών για να κερδίσουν κάτι όλο και λιγοστεύουν. Τελικά, έπειτα από ώρα επίπονων διαπραγματεύσεων, αντιλαμβάνονται το αδιέξοδο.

Η συνεννόηση γινόταν με τη βοήθεια ενός πιλότου της λιβανέζικης αεροπορικής εταιρείας ΜΕΑ που ήταν ανάμεσα στους ομήρους. Ο κυβερνήτης μιλούσε με τους αστυνομικούς-διαπραγματευτές στα αγγλικά και μετέφραζε στους δύο δράστες στα αραβικά, που ενώ στην αρχή δήλωναν ότι γνωρίζουν την αγγλική γλώσσα, στην πορεία την «ξέχασαν».

Κάποια στιγμή οι Παλαιστίνιοι θα πουν στις Αρχές που τους είχαν περικυκλώσει: «Ό,τι είχαμε να κάνουμε το κάναμε. Πράξαμε το καθήκον μας και τώρα θέλουμε να παραδώσουμε τα όπλα μας και να παραδοθούμε και εμείς οι ίδιοι. Θέλουμε ανώτερο αξιωματικό της Αστυνομίας να μας εγγυηθεί ότι δεν θα μας σκοτώσετε».

Οι ένστολοι τους απάντησαν ότι κανένας δεν θα τους πειράξει. Έτσι, γύρω στις 17.30 άφησαν ελεύθερους τους ομήρους και παραδόθηκαν. Από την εξακρίβωση των στοιχείων που ακολούθησε έγινε γνωστό ότι οι δύο τρομοκράτες, αμφότεροι ηλικίας μόλις 21 ετών, είναι οι: Ehod Mohamed του Ahmed και της Fatma, τοπογράφος-μηχανικός, γεννηθείς το 1952 στο Ντισνούμ της Παλαιστίνης, και Talaat Hussam του Abdalla και της Mariam, γεννηθείς το 1952 στο Κάιρο, άνεργος.

Δύο νέοι που «εάν τους συναντούσες στον δρόμο, θα σου έδιναν την εντύπωση ότι πρόκειται για φοιτητές. Πίσω όμως από τη συμπαθητική αυτή εμφάνιση κρύβεται ένας άλλος κόσμος, ο κόσμος του πάθους και της βίας, που απόδειξή του αποτελεί το μακελειό που με τόση ευκολία διέπραξαν», θα γράψουν οι εφημερίδες. Μάλιστα θα υπάρξει και αναλυτική περιγραφή τους. «Ο Μοχάμετ Ζεχόντ είναι ξανθός με μακριά σγουρά μαλλιά και μουστάκι ιδιαίτερα περιποιημένο. Φορούσε κίτρινο παντελόνι καμπάνα και άσπρη μπλούζα.

Τρομοκρατική επίθεση στο Ελληνικό

Ήταν εκείνος που έκανε κατά κύριο λόγο τις διαπραγματεύσεις. Ο Χουσάμ Ταλάατ ήταν επίσης μοντέρνα ντυμένος. Κοντομάνικο πουκάμισο με μικρά κόκκινα καρό και καφέ παντελόνι με καρό επίσης. Μελαχρινός, μοιάζει περισσότερο με Άραβα απ’ ό,τι ο Ζεχόντ. Και οι δύο φορούσαν σκαρπίνια παπούτσια καφέ και μαύρα, ολοκαίνουργια, ακριβώς τα ίδια. Παρατηρήσαμε ότι τα πουκάμισά τους ήταν φαρδιά. Έδωσαν οι ίδιοι την εξήγηση: Για να μη φαίνονται τα πιστόλια και οι χειροβομβίδες που είχαν μέσα από αυτά» αναφέρουν τα δημοσιεύματα.

Στο γραφείο της Αστυνομικής Διεύθυνσης ήταν λακωνικότατοι. - «Πώς ονομάζεστε;» τους ρώτησε αξιωματικός. - «Είμαστε Παλαιστίνιοι και αυτό αρκεί» απάντησαν. - Δηλαδή είστε από τη Συρία, τον Λίβανο... - Δεν σας απαντούμε... - Είστε παντρεμένοι; - Ό,τι είπαμε το είπαμε. Στοπ από δω και πέρα. Και έκλεισαν τα στόματά τους. Ζήτησαν νερό και τσιγάρο. «Γελούσαν και έδειχναν να διασκεδάζουν για ό,τι έγινε», σύμφωνα με τις εφημερίδες.

Αργά τη νύχτα της επόμενης μέρας του μακελειού θα αποκαλύψουν ότι αρχικός τους στόχος ήταν να πραγματοποιήσουν αεροπειρατεία σε πτήση της ισραηλινής εταιρείας El Al Airlines που θα κατευθυνόταν προς το Τελ Αβίβ. Ωστόσο το αεροπλάνο είχε προλάβει να απογειωθεί χωρίς αυτούς, οπότε αποφάσισαν να χτυπήσουν τους επιβάτες της αμερικανικής TWA που είχαν αφιχθεί λίγο νωρίτερα από το Τελ Αβίβ και θα πήγαιναν για τη Νέα Υόρκη. Το σκεπτικό τους ήταν ότι ανάμεσα στους επιβαίνοντες θα βρίσκονταν και Ισραηλινοί, τους οποίους είχαν βάλει στόχο.

Από τις καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων, πάντως, θα γίνει λόγος και για έναν τρίτο συνεργό που κατάφερε να διαφύγει μόλις τους παρέδωσε τον οπλισμό. Εάν όντως ισχύει κάτι τέτοιο, δεν εντοπίστηκε ποτέ. Στη Γενική Ασφάλεια Αθηνών προσήχθησαν για προανάκριση και τρία αδέλφια: δύο κοπέλες και ένας άνδρας αραβικής καταγωγής που φέρονταν να συνεννοούνται με τους τρομοκράτες κατά τις κρίσιμες στιγμές των διαπραγματεύσεων για τον τρόπο παράδοσης. Δεν προέκυψαν όμως βάσιμα στοιχεία εναντίον τους και αφέθηκαν ελεύθεροι.

Η επίσημη Παλαιστινιακή Αρχή, πάντως, μόλις μαθαίνει για το γεγονός, δεν παίρνει το μέρος των κομάντος και τους αφήνει εκτεθειμένους. Καταδικάζει ανοιχτά την επίθεση, θεωρώντας την «πρόσχημα για νέες τρομοκρατικές επιχειρήσεις των Ισραηλινών σε βάρος του παλαιστινιακού λαού». Την επόμενη μέρα στις εφημερίδες δημοσιεύεται αναλυτικός κατάλογος με τους νεκρούς και τους τραυματίες, έτσι όπως δόθηκε από το χουντικό υπουργείο Δημοσίας Τάξεως.

Εκτός από την προαναφερθείσα Τζίνα Σαλέντι, το γένος Λιβιεράτου, τη ζωή τους έχασαν επίσης ο 58χρονος Αμερικανός, κάτοικος Νέας Υόρκης Αλμπερτ Κέρσον και ο 50χρονος Αυστριακός όμηρος Ολ Χόφερ, κάτοικος Βιέννης. Στα ονόματα των τραυματιών θα διαπιστώσει ο αναγνώστης ότι σχεδόν οι μισοί είναι Ελληνες που θα ταξίδευαν για τις Ηνωμένες Πολιτείες και πως οι περισσότεροι μόνο Ισραηλινοί δεν ήταν. Τις επόμενες ημέρες θα δημοσιευθεί στις εφημερίδες μια μικρή είδηση που ανέφερε ότι την επίθεση στο αεροδρόμιο του Ελληνικού αναλαμβάνει η άγνωστη οργάνωση «Το Έβδομο Απόσπασμα Αυτοκτονίας». Τέτοια οργάνωση, ωστόσο, στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ποτέ…

Τρομοκρατική επίθεση στο Ελληνικό

Κύμα αποδοκιμασίας 

Η επίθεση των δύο Αράβων στο αεροδρόμιο του Ελληνικού προκάλεσε κύμα έντονων διαμαρτυριών σε ολόκληρο τον πλανήτη, ενώ το παλαιστινιακό αντάρτικο, όπως προαναφέραμε, αρνήθηκε κατηγορηματικά κάθε σχέση με την ενέργεια αυτή.

Στη Δαμασκό ο επίσημος ραδιοφωνικός σταθμός της Συρίας και η εφημερίδα «Αλ Μπάαθ», όργανο του κυβερνώντος αραβικού κόμματος, καταδίκασαν την επίθεση, χαρακτηρίζοντάς τη «ρυπαρή επιχείρηση» της ισραηλινής αντικατασκοπίας.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες ο εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Μπρέι, δήλωσε ότι «πρόκειται περί επιθέσεως τρομοκρατών εναντίον αθώων. Κατά την άποψή μας συνιστά απεχθή ενέργεια, η οποία δικαιολογεί την εντονότερη δυνατή καταδίκη, από την Παλαιστινιακή Αρχή, στην οποία υπενθυμίζει ότι οφείλει να ασκήσει αμέσως πίεση για την εξεύρεση των μέσων προς παρεμπόδιση τέτοιων δολοφονικών πράξεων».

Το Βατικανό από τη μεριά του καταδίκασε την επιδρομή ως «δόλια τρομοκρατική πράξη» που πολλαπλασιάζει τη βία και «τις τερατώδεις δολοφονικές παραλλαγές».

Σε τηλεγράφημα του αμερικανικού ειδησεογραφικού πρακτορείου Associated Press από το Τελ Αβίβ, ο Ισραηλινός υπουργός Μεταφορών Σιμόν Πέρες δήλωσε ότι μόνο μια σκληρή στάση εκ μέρους των διεθνών Αρχών εναντίον της τρομοκρατίας θα ήταν δυνατό να αποτρέψει στο μέλλον σφαγές σαν και αυτή που έγινε στο αεροδρόμιο των Αθηνών.

Κατά το ίδιο πρακτορείο, πολλοί Ισραηλινοί κατηγορούν την Ελλάδα για ανοχή έναντι των Παλαιστινίων ανταρτών και υπογραμμίζουν ότι η Αθήνα υπήρξε ο τόπος τριών προγενέστερων επιθέσεων, των οποίων οι εκτελεστές αφέθηκαν ελεύθεροι.

Η ημιεπίσημη εφημερίδα «Νταβάρ» σε κύριο άρθρο της τονίζει: «Οι δολοφόνοι έσπευσαν να παραδοθούν στην αθηναϊκή Αστυνομία, γνωρίζοντας ότι δεν διακινδύνευαν τις ζωές τους και ότι υπήρχε κάθε προοπτική να επανακτήσουν την ελευθερία τους».

Τρομοκρατική επίθεση στο Ελληνικό

«Ο κόσμος έπεφτε σαν τα στάχυα»

Με τα ρούχα τους ποτισμένα από το αίμα οι περισσότεροι από τους τραυματίες διακομίστηκαν στο νοσοκομείο ΚΑΤ και από το κρεβάτι του πόνου προσπαθούσαν να δώσουν στους δημοσιογράφους την εικόνα των όσων έζησαν. 

Ο Γ. Ψυχογιός, 37 ετών, είναι αστυνομικός και εκείνη τη στιγμή εκτελούσε υπηρεσία στο αεροδρόμιο. «Περιμέναμε να περάσουν από τον έλεγχο οι επιβάτες της πτήσης 841 για Νέα Υόρκη όταν άρχισαν οι εκρήξεις. Εσκασαν τρεις χειροβομβίδες και μετά άκουσα πυροβολισμούς από αυτόματο όπλο. Πέσαμε όλοι κάτω. Οι καθένας κοίταζε να διασώσει τον εαυτό του. Εγώ τραυματίστηκα σχεδόν αμέσως και μόνος μου σύρθηκα έως έξω» θα πει στον νεαρό τότε δημοσιογράφο Κώστα Χαρδαβέλλα.

Η Ερασμία, 29 ετών, υπάλληλος ασφαλιστικής εταιρείας στην Αμερική εκείνη την εποχή, θα πει: «Ξαφνικά και ενώ περιμέναμε να μας ελέγξουν, κάποιος φώναξε και είδα ένα φλας, κάτι σαν αστραπή. Μετά ήλθαν οι καπνοί να με τυλίξουν και τα μπαμ μπουμ. Γύρισα το κεφάλι μου και είδα έναν νεαρό με άσπρο πουκάμισο, μαύρο παντελόνι και μουστάκι να βγάζει από μια μικρή βαλίτσα ένα αυτόματο όπλο. Ασυναίσθητα έπεσα κάτω, αλλά με τις πρώτες ριπές τα πόδια μου και ολόκληρη από τη μέση και κάτω γέμισα σφαίρες. Ενας Θεός μάς έσωσε».

Η Ερμιόνη, 34 ετών, υπάλληλος σε τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών, αφηγείται: «Στην αρχή νόμισα ότι μας ρίχνανε πέτρες. Μετά είδα φλόγες και γινόταν μεγάλος θόρυβος. Εκρυψα το κεφάλι μου για να προφυλαχθώ και έπεσα κάτω. Ενιωσα έναν φοβερό πόνο στο δεξί χέρι. Μια σφαίρα με είχε πετύχει. Αυτήν τη σφαίρα δεν μου την έχουν βγάλει ακόμη».

Τραυματισμένος ήταν και ο Κ. Κώνστας, προϊστάμενος του τμήματος έκδοσης εισιτηρίων της TWA. «Βρισκόμουν στην έξοδο του τράνζιτ για την επιβίβαση των επιβατών της TWA. Κρατούσα έναν ασύρματο στα χέρια μου και είδα ότι οι περισσότεροι επιβάτες ήταν γυναίκες. Οι εκρήξεις άρχισαν στις 15.12 ακριβώς, γιατί εκείνη τη στιγμή σταμάτησε το ρολόι μου. Την πρώτη έκρηξη ακολούθησαν και άλλες δύο και άκουσα και θορύβους, κάτι σαν πιστολιές. Είδα τις γυναίκες να πέφτουν κάτω σαν στάχυα. Πετάχτηκα αμέσως έξω από την αίθουσα του μακελειού, αλλά διαπίστωσα ότι το παντελόνι μου ήταν γεμάτο αίματα. Με πήρε ένα ασθενοφόρο. Πρέπει να ήταν τράνζιτ αυτοί οι δύο Αραβες, γιατί εάν είχαν έρθει από το εξωτερικό ή ξεκινούσαν από την Αθήνα, θα τους είχαν βρει τα όπλα επάνω τους».

Ο Γ. Αραπογιάννης, 28 ετών, μένει στην Αμερική, όπου εργάζεται ως χειριστής πρέσας. «Είχα έρθει για διακοπές στην Ελλάδα» θα πει στην εφημερίδα «Απογευματινή» της 6ης Αυγούστου 1973, «και θα φεύγαμε με τη σύζυγό μου, το μωρό μου και τον πεθερό μου. Είχα αφήσει το μωρό που είναι 8 μηνών σ’ ένα γκισέ πλάι μου, γιατί κρατούσα τα εισιτήρια και ετοιμαζόμουν να τα δώσω για έλεγχο. Μόλις άρχισαν τα μπαμ μπαμ, άρπαξα το μωρό μου και έπεσα κάτω. Οι σφαίρες με βρήκαν στα πόδια. Νομίζω ότι εάν υπήρχαν πολλές πόρτες στην αίθουσα, θα γλιτώναμε όλοι χωρίς τραύματα».

Τρομοκρατική επίθεση στο Ελληνικό

Η Κίτι Κέρσον, 29 ετών, γραμματέας από το Νιου Τζέρσεϊ, είδε να σκοτώνεται από τους Άραβες κομάντος ο άνδρας της. «Ο άνθρωπος που αγαπούσε τη ζωή και δεν υπάρχει πια. Τον σκότωσαν κάτι καθάρματα που λένε ότι αγωνίζονται για την ελευθερία. Τώρα θέλω να φύγω γρήγορα. Δεν με κρατάει ο τόπος σας. Η Ελλάδα είναι πολύ ωραία χώρα και οι διακοπές στη Ρόδο, την Κύμη και την Κάρπαθο που περάσαμε με τον άνδρα μου ήταν οι ωραιότερες, αλλά είχαν απαίσια κατάληξη. Έχασα ό,τι αγαπούσα περισσότερο», θα πει. 

Ακολούθως περιέγραψε τη σκηνή της σφαγής: «Μόλις έσκασαν οι βόμβες (σ.σ.: εννοεί τις χειροβομβίδες), ο άνδρας μου μού φώναξε "Πέσε κάτω γρήγορα...". Υπάκουσα και γύρισα να τον δω. Τον είδα να πέφτει και εκείνος. Γινόταν πανδαιμόνιο. Εσκαγαν βόμβες και σφύριζαν πάνω από τα κεφάλια μας οι σφαίρες. Σε μια στιγμή σηκώθηκα και έτρεξα προς τις τουαλέτες για να κρυφτώ φωνάζοντας τον άνδρα μου να με ακολουθήσει. Εκείνος έμενε ακίνητος. Ξαναγύρισα πίσω και προσπάθησα να τον σηκώσω, αλλά ήταν βαρύς. Έτρεχα και καλούσα σε βοήθεια. Πήγαινα εδώ, πήγαινα εκεί και πατούσα πάνω σε σώματα τραυματιών και νεκρών. Κανείς όμως δεν ήταν σε θέση να με βοηθήσει. Κάθισα δίπλα στον άνδρα μου και έκλαιγα. Επειτα από ώρα μάς πήραν με ένα λεωφορείο του αεροδρομίου και μας μετέφεραν στη Γενική Κλινική του Παλαιού Φαλήρου. Ο άνδρας μου ζούσε όταν τον φέραμε εδώ. Αν του προσφέρονταν βοήθειες νωρίτερα, τώρα θα ζούσε...». 

Τρομοκρατική επίθεση στο Ελληνικό
Τρομοκρατική επίθεση στο Ελληνικό
ΕΞΥΠΝΗ ΠΛΟΗΓΗΣΗ