Φώτης Γιαγκούλας: Ο βασιλεύς των ορέων - 94 χρόνια από τη θανάσιμη καταδίωξή του

Φώτης Γιαγκούλας: Ο βασιλεύς των ορέων - 94 χρόνια από τη θανάσιμη καταδίωξή του

Τελευταία Ενημέρωση
94 χρόνια από τη θανάσιμη καταδίωξη του νεαρού λήσταρχου που έγινε θρύλος

Στην καρδιά της Αθήνας, επί της οδού Μικράς Ασίας 75, στου Γουδή, στεγάζεται ένα μουσείο πολύ διαφορετικό από αυτά που έχουμε συνηθίσει. Λίγοι γνωρίζουν την ύπαρξή του και πολύ λιγότεροι το έχουν επισκεφθεί, καθώς η πρόσβαση στο ευρύ κοινό είναι δύσκολη εξαιτίας της ιδιαιτερότητας των αντικειμένων του. Το Εγκληματολογικό Μουσείο της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών είναι γεμάτο με μακάβρια εκθέματα που «αφηγούνται» την άσκηση βίας στην πορεία των χρόνων.

Περίοπτη θέση σε αυτήν την ιδιότυπη συλλογή κατέχει το κομμένο κεφάλι ενός νεαρού άνδρα ηλικίας γύρω στα 30. Εχει ταριχευτεί από το 1925 και ανήκει στον διαβόητο λήσταρχο Φώτη Γιαγκούλα. Ακόμα και σήμερα η εκφορά του ονόματός του είναι συνώνυμη του φόβου και του τρόμου σε πολλές περιοχές της χώρας. Λήστευε, έκλεβε, δολοφονούσε, απήγε, εκβίαζε, αλλά ενίοτε ευεργετούσε όσους τον βοηθούσαν να ξεφύγει από τους διώκτες του ή να κρυφτεί. Ο θάνατός του, τέτοιες μέρες πριν από 94 χρόνια, υπήρξε επεισοδιακός, όπως άλλωστε και ολόκληρος ο βίος του.

Είχε επικηρυχθεί με το ιλιγγιώδες για την εποχή ποσό των 600.000 δραχμών και η Χωροφυλακή τον κυνηγούσε μανιωδώς. Προκειμένου να μπορεί να κυκλοφορεί και να επισκέπτεται τα αγαπημένα του καπηλειά, μεταμφιεζόταν. Συχνά μάλιστα στο διπλανό τραπέζι κάθονταν αμέριμνοι οι διώκτες του και άκουγε να φλυαρούν για εκείνον και να εξυφαίνουν σχέδια σύλληψης, ανοίγοντας χάρτες με τις οροσειρές του Ολύμπου όπου κρυβόταν. Μια φορά, φεύγοντας από ένα μαγαζί άφησε κάτω από το πιάτο ένα χαρτάκι που έγραφε «βασιλεύς των ορέων, Γιαγκούλας». Οταν το έδειξε στους ένστολους ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας έγιναν έξαλλοι. Ομως ο κλοιός είχε στενέψει ασφυκτικά για εκείνον.

Πάνω από οκτώ ώρες μάχη

Είναι πρωί της Κυριακής 20 Σεπτεμβρίου 1925. Ο Φώτης Γιαγκούλας και τρία μέλη της συμμορίας του βρίσκονται στην περιοχή Κλεφτόβρυση, στις ανατολικές πλαγιές του Ολύμπου, σε ύψος 1.380 μέτρων, αντιμέτωποι με 27 αστυφύλακες που συνοδεύονται από μια ευάριθμη ομάδα αγροφυλάκων και μερικούς καταδότες που έχουν υποδείξει το λημέρι προκειμένου να καρπωθούν τα λεφτά της επικήρυξης. Δύο εβδομάδες νωρίτερα, η συμμορία του Γιαγκούλα είχε απαγάγει δύο νεαρά ξαδέλφια, τον 12χρονο Μήτσο Ράπτη και τον μεγαλύτερο Νίκο που φοιτούσε στην Ιατρική.

Οι απαγωγείς τούς είχαν οδηγήσει στο κρησφύγετό τους και ζητούσαν από τους ευκατάστατους πατεράδες τους το αστρονομικό ποσό των 3.000.000 δραχμών για να τους αφήσουν ελεύθερους. Τώρα όμως βρίσκονται περικυκλωμένοι από τις Αρχές. Το κυνηγητό με την ένστολη εξουσία έχει καταστεί αδιέξοδο και η διαφυγή φαντάζει πλέον αδύνατη.

Ο Γιαγκούλας αναγκαστικά θα καθίσει να δώσει μάχη. Οι αλλεπάλληλοι πυροβολισμοί αντηχούν στις ρεματιές για πάνω από οκτώ ώρες. Ο μοίραρχος της Χωροφυλακής και ορκισμένος εχθρός του κορυφαίου λήσταρχου των χρόνων του Μεσοπολέμου, ο Ιωάννης Πετράκης, θέλει πάση θυσία να δώσει οριστικό τέλος στον βραχνά του Γιαγκούλα. Και άλλοι λήσταρχοι κατέγραφαν έντονη εγκληματική δράση τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα χτυπώντας τσιφλικάδες και τρομοκρατώντας τον ντόπιο πληθυσμό, αλλά με τον Γιαγκούλα δεν μπορούσε να συγκριθεί κανείς τους. Από μικρός είχε βγάλει κακό όνομα. Γεννήθηκε γύρω στο 1900 στο χωριό Μεταξάς της Κοζάνης και είχε την ατυχία να μείνει από πολύ μικρός ορφανός. Ο χαμός των γονιών του τον έκανε ζωηρό, αλλά και οι συγχωριανοί του τον επέπλητταν με κάθε αφορμή .

Εκλεβε κάποιος μια κότα από μια αυλή και όλοι στοχοποιούσαν αμέσως τον Γιαγκούλα, ακόμη κι αν δεν το είχε κάνει. Για να γλιτώσει την κοινωνική κατακραυγή μετακομίζει στο χωριό Πολύρραχο, απ’ όπου καταγόταν η μητέρα το,υ αλλά και πάλι συνεχίζει να είναι άτακτος. Δεν θα αργήσει να κάνει τον πρώτο φόνο και να γίνει λήσταρχος. Οσο περνούσαν τα χρόνια η φήμη του μεγάλωνε, μαζί και η έχθρα για εκείνον. Με μαθηματική ακρίβεια δεν θα μπορούσε να ζήσει για πολύ με τον βίο που ακολουθούσε.

Τα τελευταία του λόγια - Παιδιά, την έφαγα, γεια σας... 

Σε εκείνη τη μάχη του Ολύμπου ο «Φώτος», όπως τον έλεγαν πολλοί, δέχεται δύο σφαίρες, στα πλευρά και στην καρδιά. Σωριάζεται κάτω και αφήνει την τελευταία του πνοή. Ο Γιαγκούλας είναι επιτέλους νεκρός! Την ίδια μέρα θα σκοτωθεί επίσης στη μάχη ο συνεργάτης του Πάνος Μπαμπάνης και ο λήσταρχος Κώστας Τσαμήτας. Ο μόνος από τη συμμορία που επέζησε ήταν ο Λεωνίδας Μπαμπάνης που θα συλληφθεί (αν και αργότερα θα δραπετεύσει βγαίνοντας και πάλι στην παρανομία).

Από τα δύο παιδιά της απαγωγής, το μικρότερο, ο Μήτσος Ράπτης, που είχε τελειώσει το δημοτικό σχολείο και ετοιμαζόταν να πάει γυμνάσιο, δολοφονήθηκε από τους ληστές όταν επιχείρησε να διαφύγει εκμεταλλευόμενο τη μάχη. Το μεγαλύτερο, ο ξάδελφός του Νίκος Ράπτης, επέζησε, ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Ιατρική και ως επιστήμονας αργότερα κατέγραψε σε ημερολόγιο τα όσα έζησε. Από εκεί μαθαίνουμε μια σειρά από λεπτομέρειες της οκτάωρης μάχης που στοίχισε τη ζωή στον Φώτη Γιαγκούλα. «Το μέγα σφάλμα δι’ αυτούς (σ.σ.: τους ληστές) ήταν ότι εγκατέλειψαν τη σπηλιά, η οποία ήτο πραγματικό οχυρό και μεγάλη τύχη για τους χωροφύλακας, διότι αν ημύνοντο από το απυρόβλητο αυτό μέρος της σπηλιάς [...] τουλάχιστον οι μισοί χωροφύλακες θα εφονεύοντο. Αλλά ον Κύριος βούλεται απολέσαι, μωραίνει αυτόν. Ηλθεν η ώρα να τους καταδικάση η θεία δύναμις, δι’ όσα διέπραξαν» έγραψε.

Οταν τα μέλη της συμμορίας άρχισαν να παρακολουθούν με τις διόπτρες την κίνηση του ένστολου αποσπάσματος που ήταν έτοιμο να τους επιτεθεί, άρχισαν να συμπεραίνουν ποιος ήταν ο καταδότης τους. Ο κακοποιός Λεωνίδας Μπαμπάνης αρχικά υποστηρίζει ότι τους κατέδωσαν οι γονείς των απαχθέντων, αλλά ο Γιαγκούλας, ορθότερα σκεπτόμενος, διαφωνεί.

Προδοσία

«Πώς είναι δυνατόν να μας πρόδωσαν αυτοί, τη στιγμή που δεν ξέρουν ούτε σε ποια περιοχή βρισκόμεθα; Αλλά κι αν ήξεραν, δεν ήτο δυνατόν να μας τους φέρουν και μέσα εις το λημέρι. Ο προδότης, αγαπητέ μου, είναι άνθρωπος απ’ εδώ, και είναι ο φίλος ο δικός σου που δεν μ’ άφησες να του πάρω το κεφάλι. Μόνο αυτός ήξερε ότι βρισκόμαστε εδώ.

Αλλωστε τον πολίτη που βλέπω μέσα στους χωροφύλακες ένας απ’ τους δύο είναι, ή ο Γκόρτσος ή ο Καλατζής. Αλλά μονάχα να γλιτώσω από ’δω» λέει με απειλητικό ύφος ο διαβόητος αρχιληστής. Κατά τη διάρκεια της συμπλοκής ένας από τους χωροφύλακες φωνάζει στον Γιαγκούλα να παραδοθεί. Αυτός απαντά: «Δεν γεννήθηκε ακόμα αυτός που θα μπορέσει να με παραλάβει ζωντανό. Αλλά δεν βγάζεις λίγο το κεφάλι σου να δω ποιος είσαι;». «Παραδοθείτε διότι θα σας ρίξωμεν χειροβομβίδες» φωνάζει παραπλανητικά μια ομάδα άλλων ένστολων, καθώς στην πραγματικότητα δεν έχουν καμία μαζί τους. «Ρίξτε τες» τους απαντά ο Γιαγκούλας, «αλλά κοιτάξτε να μη σκοτωθείτε αναμεταξύ μας, διότι τα χέρια σας τρέμουν».

Αργότερα ακολούθησε ανταλλαγή ύβρεων, κάτι που επίσης συνηθιζόταν εκείνη την εποχή ώστε να κλονιστεί η ψυχολογία του αντιπάλου. Η κόλαση πυρός που είχε ξεκινήσει περίπου από τις 9.30 το πρωί συνεχιζόταν μέχρι τη 1.00 το μεσημέρι, χωρίς αποτέλεσμα για καμία από τις δύο πλευρές. Οι μεν ένστολοι είχαν οχυρωθεί καλά πίσω από μεγάλους βράχους και οι δε καταζητούμενοι είχαν ταμπουρωθεί επίσης σε στρατηγικά σημεία του βουνού, που λειτουργούσαν σαν ασπίδες προστασίας.

«Εξαφνα», γράφει ο επιζήσας αυτόπτης μάρτυρας Νίκος Ράπτης, «αφού αραίωσαν κάπως οι πυροβολισμοί, ο Γιαγκούλας επειδή δεν έμεινε ευχαριστημένος από την έκβασιν της συμπλοκής, μας λέει: ‘‘Παιδιά, δεν έχω άλλην υπομονήν. Θα σηκωθώ όρθιος’’. Και χωρίς να ακούση την συμβουλήν των άλλων, σηκώθηκε λεβέντικα, αλλά δεν πρόλαβε να ρίξη παρά δύο σφαίρας. Μία εις έναν χωροφύλακα και μάλιστα οικογενειάρχην, τον οποίον ετραυμάτισε βαρύτατα. Και αμέσως εδέχθη από την δεξιάν πλευράν, και μάλλον από έναν ενωμοτάρχην, μίαν χαριστικήν εις την καρδιακήν χώραν. Πρόλαβε όμως και μας είπε: ‘‘Παιδιά, την έφαγα. Γεια σας’’. Και έπεσε ύστερα από δύο βήματα νεκρός».

Σύμφωνα με την αναφορά του μοίραρχου Ιωάννη Πετράκη, από τη μεριά των Αρχών έχασε τη ζωή του μονάχα ο χωροφύλακας Κωνσταντίνος Σαλιώτας και τραυματίστηκε ένας συνάδελφός του, ο Γεώργιος Πολίτης. Από το άψυχο σώμα του Φώτη Γιαγκούλα κόπηκε το κεφάλι, προκειμένου να εκτεθεί σε δημόσια θέα στα κάγκελα του σιδηροδρομικού σταθμού Κατερίνης, μαζί με αυτό του συνεργάτη του Πάνου Μπαμπάνη και του λήσταρχου Κώστα Τσαμήτα, ώστε οι χωροφύλακες να αποτρέψουν άλλα κακοποιά στοιχεία από το να ανέβουν στο βουνό αλλά και να κάνουν επίδειξη δύναμης.

Ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Βασίλης Τζανακάρης στο βιβλίο του «Φώτης Γιαγκούλας – Ο απέθαντος και άλλες ληστρικές ιστορίες» (Εκδόσεις Μεταίχμιο) αναφέρει ότι αρχικά τα κεφάλια τοποθετήθηκαν σε έναν ξύλινο πάγκο στον σιδηροδρομικό σταθμό, προκειμένου να απολαύσει το «θέαμα» επιστρέφοντας από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα ο δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος (που είχε πραγματοποιήσει κίνημα από τις 25 Ιουνίου), μαζί με τον στενό συνεργάτη του και υπουργό Ναυτικών, ναύαρχο Αλέξανδρο Χατζηκυριάκο.

Ο Πάγκαλος στάθηκε για λίγο μπροστά στα κομμένα κεφάλια και στη συνέχεια χωρίς να πει κουβέντα, συνοδευόμενος από τον πανευτυχή μοίραρχο Πετράκη που ήταν επικεφαλής της επιχείρησης εξόντωσης των λήσταρχων, πήγε στο παρακείμενο τηλεγραφείο της πόλης και έστειλε συγχαρητήριο τηλεγράφημα προς τη διοίκηση Χωροφυλακής Θεσσαλονίκης, «ονομάσας παράλληλα τον Πετράκην ταγματάρχην και τον ενωμοτάρχην Καλογήρου ανθυπασπιστήν».

Υστερα διέταξε να διατεθεί στους άνδρες του αποσπάσματος ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό. Συνολικά βγήκε ένα κονδύλι 1.040.000 δραχμών, εκ των οποίων οι 600.000 ήταν για την εξόντωση του Γιαγκούλα, οι 400.000 για τον Μπαμπάνη και οι 40.000 για τον Τσαμήτα. Οι περισσότεροι από τους απλούς ένστολους έλαβαν από 12.000 δραχμές ο καθένας, ποσό που εκείνη την εποχή ισοδυναμούσε με περίπου σαράντα χρυσές λίρες.

Ο δε καταδότης που οδήγησε τους αστυνομικούς στο λημέρι έγινε αργότερα γνωστό ότι αμείφθηκε με 310.000 δραχμές, ενώ η σύζυγος του φονευθέντος χωροφύλακα έλαβε 60.000 δραχμές. Τα κεφάλια των κακοποιών, αφού τα είδε η πολιτική ηγεσία του τόπου, είχε έρθει η ώρα να τα... θαυμάσει και ο τοπικός πληθυσμός. Τα πήραν από τον ξύλινο πάγκο και τα κάρφωσαν στα κάγκελα του περιβόλου που πλαισίωνε τον σιδηροδρομικό σταθμό Κατερίνης. Από μπροστά άρχισαν να περνούν σιωπηλοί και άναυδοι οι άνθρωποι της λαϊκής αγοράς που γινόταν εκείνη την ημέρα.

Στην αρχή διήλθαν λίγοι, στη συνέχεια περισσότεροι και στο τέλος σχηματίστηκε μια τεράστια ουρά που κοιτούσε με αμηχανία. Στην ατμόσφαιρα υπήρχε αυτή η ταγκή μυρωδιά της σάπιας σάρκας και του σκοτωμένου αίματος. Οσοι προσέγγιζαν την κεφαλή του λήσταρχου Γιαγκούλα και των συντρόφων του, αναγκάζονταν να βάλουν μαντίλια στη μύτη για να αποφύγουν την αποφορά.

Η εφημερίδα «Εμπρός» ανέφερε ότι «[...] Του Γιαγκούλα τα γένια ήταν αραιά και παρουσίαζαν το σύνολον της κεφαλής του ως καλογερόπαιδος. Τα χείλη του όμως ελαφρώς διεσταλμένα και αφήνοντα να φαίνηται μέρος των οδόντων του, επρόδιδον ότι εξεψύχησεν με έναν σπασμόν αγρίου θηρίου ο οποίος αποδείδει την τελευταίαν πνοήν εν λύσση μάλλον παρά πόνον». Το απόγευμα οι επιφορτισμένοι με την τάξη στρατιώτες τα ξεκάρφωσαν από τα κάγκελα τραβώντας τα από τα μαλλιά και τα παράχωσαν μέσα σε τενεκέδες πετρελαίου με μπόλικο χοντρό αλάτι για να μην αλλοιωθούν γρήγορα.

Στο ιατρικό εργαστήριο - Εξετάστηκαν οι εγκέφαλοι για να συνταχθεί το ψυχογράφημα

Ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Βασίλης Τζανακάρης στο έτερο βιβλίο του υπό τον τίτλο «Οι Λήσταρχοι – Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν» (επίσης από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο) σημειώνει ότι το μεσημέρι της Τρίτης 22 Σεπτεμβρίου 1925 ο καθηγητής αφροδίσιων και δερματικών νοσημάτων του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γεώργιος Φωτεινός, και ο επιμελητής του ιατροδικαστικού εργαστηρίου, Νάτσας, ζήτησαν με τηλεγράφημά τους από τις αστυνομικές Αρχές της συμπρωτεύουσας να τους αποστείλουν τα μακάβρια εκθέματα για «κρανιολογική εξέταση».

Οντως, στις 26 Σεπτεμβρίου τα κεφάλια των Γιαγκούλα, Μπαμπάνη και Τσαμήτρα μεταφέρθηκαν στην Αθήνα και παραδόθηκαν στο ιατροδικαστικό εργαστήριο της οδού Σωκράτους. Εκεί πάρθηκαν γύψινα προπλάσματα, μετρήθηκαν οι διαστάσεις τους, έγινε κρανιοτομή και εξετάστηκαν οι εγκέφαλοι προκειμένου να συνταχθεί το ψυχολογικό προφίλ τους, που θα ερμήνευε και την εγκληματική συμπεριφορά τους.

Τέλος, τα κρανία «συναρμολογήθηκαν» και πάλι, ταριχεύτηκαν και τοποθετήθηκαν σε ειδική προθήκη στο ισόγειο του κτιρίου που στεγάζει μέχρι και σήμερα το Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, μαζί με τα κεφάλια των ληστών Καραντώνη, Κουνελάκη, Καραπάνου, Μπελάρα και άλλων

ΣΧΟΛΙΑ <% totalComments %>
ΞΕΚΙΝΗΣΤΕ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Tο ethnos.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο το οποίο είναι σχετικό με το θέμα. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετεί τις απόψεις αυτές. Διατηρεί το δικαίωμα να μην δημοσιεύει συκοφαντικά, υβριστικά, ρατσιστικά ή άλλα σχόλια που προτρέπουν σε άσκηση βίας. Επίσης, σχόλια σε greeklish και κεφαλαία δεν θα δημοσιεύονται ενώ το ethnos.gr, όταν και όπου κρίνει, θα συμμετέχει στον διάλογο.

Δείτε εδώ τους όρους χρήσης.

Προσθήκη Σχολίου
<% replyingComment.name %>
Ακύρωση
Το σχόλιό σας έχει προωθηθεί για έγκριση
Αυτός ο ιστότοπος προστατεύεται από το reCAPTCHA και ισχύουν η Πολιτική Απορρήτου και οι Όροι Παροχής Υπηρεσιών της Google.
ΕΞΥΠΝΗ ΠΛΟΗΓΗΣΗ