Νίκος Κοεμτζής: Τριπλό φονικό στη «Νεράιδα» για μια παραγγελιά
Νίκος Κοεμτζής

ΝΙΚΟΣ ΚΟΕΜΤΖΗΣ: ΤΡΙΠΛΟ ΦΟΝΙΚΟ ΣΤΗ «ΝΕΡΑΙΔΑ» ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑ

47 χρόνια από την αιματοχυσία στη «Νεράιδα της Αθήνας». Ο Νίκος Κοεμτζής κατελήφθη από αμόκ όταν είδε πως οι θαμώνες του νυχτερινού μαγαζιού δεν κατέβαιναν από την πίστα για να χορέψει ο μικρότερος αδελφός του το αγαπημένο του ζεϊμπέκικο. Ο δράστης απείλησε με μαχαίρι και τους αστυνομικούς που επιχείρησαν να τον συλλάβουν. Καταδικάστηκε εις θάνατον, αλλά γλίτωσε την εκτέλεση από καθαρή τύχη

Υπάρχουν κάποια φονικά, ευτυχώς λίγα, που όσα χρόνια κι αν περάσουν εξακολουθούν να παραμένουν ανεξίτηλα χαραγμένα στην κοινή μας μνήμη. Περίοπτη θέση σε αυτό το ιδιότυπο εγκληματικό πάνθεον κατέχει αναμφισβήτητα ο Νίκος Κοεμτζής, ένας άσημος μικροκακοποιός που τέτοιες μέρες πριν από 47 χρόνια τράβηξε μαχαίρι πάνω στην πίστα ενός νυχτερινού κέντρου, και χωρίς κανέναν δισταγμό αφαίρεσε τη ζωή τριών ανθρώπων και τραυμάτισε άλλους επτά, μεταξύ των οποίων και τον καλύτερό του φίλο, χωρίς να το συνειδητοποιήσει πάνω στο αμόκ. Και όλα αυτά για μια «παραγγελιά» που δεν έγινε σεβαστή από τους θαμώνες. Το δικαστήριο αποφασίζει να τον στείλει στο εκτελεστικό απόσπασμα, αλλά καθαρά από θέμα τύχης δεν θα τουφεκιστεί. Τα όσα συνέβησαν έγιναν τραγούδι από τον Διονύση Σαββόπουλο («Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο»), κινηματογραφική ταινία με πρωταγωνιστές τον Αντώνη Αντωνίου και τον Αντώνη Καφετζόπουλο («Παραγγελιά»), αλλά και βιβλίο με συγγραφέα τον ίδιο τον θύτη. 

Στις απόκριες 

Είναι βράδυ Σαββάτου, 24 Φεβρουαρίου 1973, Απόκριες. Ο 35χρονος Νίκος Κοεμτζής μαζί με τον 28χρονο αδελφό του Δημοσθένη, τον καλύτερό του φίλο Θωμά Καραμάνη και δύο κοπέλες, τη Γιάννα Χ. 20 ετών και τη Σοφία Χ. 19 ετών (φίλες του Νίκου και του Θωμά), αποφασίζουν να βγουν έξω για να διασκεδάσουν. «Ηθελα να δω το αδελφάκι μου να χορεύει ζεϊμπεκιά. Είναι χάρμα Θεού πάνω στην πίστα και δεν χορταίνω να τον βλέπω» θα πει ο συλληφθείς αργότερα στην Ασφάλεια. Επισκέπτονται δύο - τρία νυχτερινά κέντρα επί της Λεωφόρου Συγγρού. Δεν πολυενθουσιάζονται όμως από τον χώρο και ένα που τους άρεσε ήταν γεμάτο από κόσμο. «Και γιατί δεν πάμε στον Καρουσάκη;» ρίχνει την ιδέα ο Δημοσθένης. «Τραβάτε όπου θέλετε κι εγώ ακολουθώ» απαντά ο Νίκος.

Ετσι ξεκινούν για την Κυψέλη. Εκείνη την περίοδο ο Κώστας Καρουσάκης τραγουδούσε μαζί με τον Τάκη Αθανασιάδη στο μαγαζί «Νεράιδα της Αθήνας», στη συμβολή των οδών Αγίου Μελετίου και Δροσοπούλου. Λίγο μετά τη μία μετά τα μεσάνυχτα μπαίνουν στο μαγαζί που είναι γεμάτο από κόσμο. Η παρέα βολεύεται σε ένα μικρό, γωνιακό τραπέζι μέχρι να αδειάσει ένα μεγαλύτερο. Παραγγέλνει ουίσκι και δύο κόκα κόλες. Κάποια στιγμή ο Νίκος με την κοπέλα του θα καβγαδίσουν, με αποτέλεσμα να τη διώξει για το σπίτι. Μαζί θα αποχωρήσει και η φίλη της, όπως αναφέρει και ο πολύπειρος αστυνομικός συντάκτης Πάνος Σόμπολος στο βιβλίο του «Οι αστέρες του εγκληματικού πάνθεου – όπως τους έζησα» (εκδόσεις Πατάκη). Στο τραπέζι πλέον έχει μείνει μονάχα η αντροπαρέα για να συνεχίσει τη διασκέδαση. Οταν αδειάζει ένα από τα μπροστινά τραπέζια, ο σερβιτόρος τους μεταφέρει εκεί ώστε να έχουν καλύτερη θέα. 

Aπό αριστερά προς τα δεξιά, στο εδώλιο του κατηγορουμένου οι Νίκος και Δημοσθένης Κοεμτζής και ο Θ. Καραμάνης

Το χρονικό του φόνου

«ΔΕΝ ΑΚΟΥΤΕ ΡΕ, ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑ!...»

Η ωρα έχει πάει δύο μετά τα μεσάνυχτα και οι θαμώνες βρίσκονται στο τσακίρ κέφι. Εχουν καταναλώσει άφθονο αλκοόλ και χορεύουν αμέριμνοι τσιφτετέλια και ζεϊμπέκικα. Ο Δημοσθένης Κοεμτζής εκφράζει την επιθυμία να ανέβει στην πίστα. Θέλει να κάνει το «κομμάτι» του. Απευθύνεται στον Κώστα Καρουσάκη που τραγουδούσε εκείνη την ώρα και του λέει: «Θέλω να μου παίξεις μια παραγγελιά για να χορέψω. Θέλω τις ‘‘Βεργούλες’’ (σ.σ.: του Μάρκου Βαμβακάρη)». Για όσους τυχόν δεν το γνωρίζουν, «παραγγελιά» είναι η επιθυμία του πελάτη να ακούσει ένα συγκεκριμένο τραγούδι, το οποίο χορεύει μόνος του στην πίστα. Συνήθως είναι βαρύ ζεϊμπέκικο. Οση ώρα φέρνει τις βόλτες του, οι δικοί του τον ραίνουν με λουλούδια, σπάζοντας πιάτα και χτυπώντας γονατιστοί παλαμάκια. Η πίστα όμως ήταν ακόμα γεμάτη από κόσμο. «Χορεύουν τόσοι άνθρωποι. Είναι δύσκολο να τους κατεβάσω, κοίτα τι γίνεται» φέρεται να απαντάει ο λαϊκός τραγουδιστής, σύμφωνα με όσα αναφέρει ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του με τίτλο «Κώστας Καρουσάκης – Τα λερωμένα τ’ άπλυτα της νύχτας» (εκδόσεις Δρόμων), που υπογράφει η σύζυγός του Γιούλη. Κατά τα γραφόμενα, ο Δημοσθένης τότε του γνέφει απειλητικά. Βάζει τον δείκτη του χεριού του στα χείλη του, λέγοντας πως «όταν κατέβεις, θα τα πούμε...».

«Από ένστικτο για να αποφύγω μια πιθανή φασαρία, αναφέρει ο Καρουσάκης, είπα το σλόου τραγούδι μου ‘‘Ηταν κι αυτή μια περιπέτεια’’, για να σταματήσει ο κόσμος να χορεύει και να κατέβει κάτω. Τελείωσα το πρόγραμμά μου γρηγορότερα και πήγα στην κουζίνα του κέντρου να πιω λίγο νερό. Στον διάδρομο συνάντησα τον Τάκη Αθανασιάδη (σ.σ.: το έτερο ‘‘μεγάλο όνομα’’ του μαγαζιού) και του είπα τι είχε συμβεί πριν από λίγο. Του ζήτησα, αν ζητηθεί ξανά η ‘‘παραγγελιά’’, να την τραγουδήσει εκείνος». Πράγματι, η παρέα ζητά εκ νέου το συγκεκριμένο τραγούδι από τον Τάκη Αθανασιάδη μόλις ανεβαίνει στο πάλκο. Εκείνος, γνωρίζοντας τι είχε συμβεί, δεν τους χαλάει χατίρι. Η ορχήστρα αρχίζει και παίζει τις πρώτες νότες από το γνωστό τραγούδι: «Τα δυο σου χέρια πήρανε, βεργούλες και με δείρανε. Τα χέρια σου με κάψανε, που άλλον αγκαλιάσανε και δεν με λογαριάσανε. Μ’ αυτά τα χέρια σου τα δυο, σκάψε τη γης βαθιά να μπω, να μη σε βλέπω και πονώ...».

Ο Δημοσθένης τεντώνει τα χέρια και ανεβαίνει στην πίστα εκστασιασμένος. Μαζί του όμως ανεβαίνουν και δεκάδες άτομα, κάτι που δεν αρέσει φυσικά καθόλου στον ίδιο, αλλά ούτε και στον αδελφό του Νίκο Κοεμτζή που θέλει να απολαύσει τον μικρό του αδελφό. «Πες τους να κατέβουν και να αδειάσουν την πίστα. Το τραγούδι είναι δική μας παραγγελιά, Τάκη» διαμαρτύρεται ο Δημοσθένης στον Αθανασιάδη. «Πώς να τους το πω, δεν βλέπεις τι γίνεται; Δεν είναι ένας, δεν είναι πέντε, είναι πολλοί» αποκρίνεται ο τραγουδιστής. Ο Δημοσθένης επιμένει. «Ορίστε, πάρε το μικρόφωνο να τους το πεις εσύ» προτείνει απηυδισμένος ο καλλιτέχνης. 

Εκτός εαυτού, τραβάει μαχαίρι 

Ο Νίκος Κοεμτζής, που τόση ώρα παρακολουθεί το σκηνικό καθισμένος στο τραπέζι, σηκώνεται εξαγριωμένος από τη θέση του και πλησιάζει προς τον Τάκη Αθανασιάδη. «Γιατί ξηγιέσαι έτσι, ρε Αθάνα; Γιατί έτσι, ρε Τάκη;». Ανυποψίαστος ο τραγουδιστής για όσα θα ακολουθήσουν, προσπαθεί να δικαιολογηθεί: «Τι να σου κάνω, δεν βλέπεις κι εσύ τι γίνεται; Πες το εσύ, να πάρε το μικρόφωνο...». Εκείνη την ώρα ήταν που ο Κοεμτζής βγήκε εκτός εαυτού. Αρπάζει το μικρόφωνο και ουρλιάζει. «Παραγγελιά ρε! Παραγγελιά ρε! Δεν ακούτε ρε, παραγγελιά!...». Σχεδόν ταυτόχρονα βγάζει από το ζωνάρι ένα καλοτροχισμένο μαχαίρι και αρχίζει να το μπήγει στα κορμιά όσων πελατών βρίσκονταν στο οπτικό του πεδίο. Σφάζει χωρίς σταματημό. Ανθρωποι πέφτουν κάτω κρατώντας την κοιλιά τους που έχει πλημμυρίσει από αίμα, άλλοι ξεψυχούν μπροστά του, κόσμος ουρλιάζει, αρκετοί σφαδάζουν, παραδίπλα κλαίνε, κάποιοι κρύβονται για να προστατευτούν από τη δολοφονική μανία, ενώ όσοι προλαβαίνουν τρέχουν αλλόφρονες προς την έξοδο για να γλιτώσουν.

Ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του υπό τον τίτλο «Νίκος Κοεμτζής – Το μακρύ ζεϊμπέκικο» (εκδόσεις Εξάντας) αναφέρει πως είχε καταληφθεί από αμόκ. Η δική του εκδοχή των γεγονότων έχει ως εξής: «Είπα στον Θωμά και τον αδελφό μου να μου πούνε τι είχε συμβεί εκείνο το καταραμένο Σαββατοκύριακο, γιατί όσο κι αν προσπαθούσα να θυμηθώ κάτι που θα με φωτίσει, δεν κατάφερνα τίποτα. Τότες άρχισε ο Θωμάς να μου τα εξιστορεί. Οταν ανέβηκε στην πίστα ο Δημοσθένης να χορέψει, ανεβήκανε και κάτι άλλοι θαμώνες. Ο τραγουδιστής τούς έκανε νόημα να κατέβουν γιατί το τραγούδι ήταν παραγγελιά. [...] Βλέποντας ο Δημοσθένης που δεν κατεβαίνανε, ρώτησε τον τραγουδιστή Αθανασιάδη που ήτανε και γνωστός του μάλιστα: ‘‘Ρε Τάκη, δικό μου «ΔΕΝ ΑΚΟΥΤΕ ΡΕ, ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑ!...» είναι το τραγούδι ή των παιδιών;’’. Ο τραγουδιστής απάντησε: ‘’Εγώ τους το ’πα, ρε Δημοσθένη, πως είναι παραγγελιά. Αν θέλεις, πες τους το κι εσύ’’. Τότες ο Δημοσθένης φώναξε από το μικρόφωνο: ‘‘Παιδιά, παραγγελιά είναι το τραγούδι, δεν ακούσατε;’’. 

Η αποφυλάκιση του ισοβίτη Νίκου Κοεμτζή (Eurokinissi)

«Aντε, ρε φλώρε»

Μόλις μίλησε, πλησίασε κάποιος από τους τέσσερις που ήτανε πάνω στην πίστα κι έβρισε τον Δημοσθένη. Ταυτοχρόνως τον έσπρωξε πάνω στους άλλους τρεις της παρέας του. Εκείνοι τον ξανασπρώξανε. Και τότες ο Δημοσθένης έδωσε μια μπουνιά στον πρώτο που άρχισε τη φασαρία. Αργότερα έμαθα ότι ήταν αστυνομικός, όπως και η παρέα του όπως αποδείχθηκε μετά το κακό που έγινε. Οση ώρα μιλούσε ο Θωμάς, τον άκουγα χωρίς να τον διακόψω. Τώρα όμως τον διέκοψα και ρώτησα τον Δημοσθένη να μου πει τι είδους βρισιά ήταν αυτή που του είπαν. ‘‘Ο πρώτος με έβρισε’’ μου απάντησε, ‘’μου είπε: ‘Αντε, ρε φλώρε, που θέλεις και ειδική παραγγελιά για να χορέψεις’. Και πριν του απαντήσω, μου έδωσε μια σπρωξιά’’. ‘‘Καλά’’ του είπα, κάνοντας νόημα να σταματήσει. Γυρίζω προς τον Θωμά και του ζητάω να μου πει τι έκανα εγώ εκείνη τη στιγμή και πώς βρέθηκα απάνω στην πίστα και σκόρπισα τον θάνατο σε τόσους ανθρώπους. ‘‘Εσύ’’, μου λέει, ‘‘καθόσουνα στο τραπέζι και δεν μιλούσες με κανένανε.

Οταν όμως άρχισε ο Δημοσθένης να ουρλιάζει την ώρα που τον ρίξανε κάτω και τον πατάγανε απάνω στα σπασμένα γυαλιά της πίστας, εσύ σαλτάρισες σαν ελατήριο από τη θέση σου και κοιτούσες δεξιά κι αριστερά. Σε άκουσα να μιλάς και να λες: ‘Τον Δημοσθένη, τον Δημοσθένη, τον σκοτώνουνε!’. Κι έτρεξες προς την πίστα. Ταυτοχρόνως είδα το χέρι σου, που κάτι τράβηξες απ’ τη ζώνη. Νόμισα πως είχες περίστροφο και όρμησα ξοπίσω σου να σ’ εμποδίσω. Σ’ έπιασα από τη μέση. Την ώρα που πάταγες απάνω στην πίστα. γυρίζεις και μου ρίχνεις μια μαχαιριά στην κοιλιά. Σε κοίταξα απορημένος. Πήγα να σου πω ‘’γιατί;’’, αλλά είδα τα μάτια σου να είναι γυρισμένα προς τα πάνω. Τότε κατάλαβα ότι τρελάθηκες. Μπήκες στη φασαρία και έσφαξες τους τρεις που ήταν πρωταίτιοι. Τραυμάτισες άλλους έξι, κι εμένα εφτά. Το χτύπημα που μου ’δωσες με γονάτισε και μ’ έπιασε αιμορραγία. Κρατώντας την κοιλιά μου και στηριζόμενος από τραπέζι σε τραπέζι, έφτασα μέχρι την κουζίνα με το ζόρι. Εκεί βρήκα τον Δημοσθένη να τον χτυπάνε καμιά δεκαριά άτομα. Φώναξα με όση δύναμη μου απέμενε: ‘‘Αφήστε τον, ρε παιδιά, αυτόνε και πιάστε τον άλλον που τρελάθηκε και σφάζει. Δεν βλέπετε, εμένα μ’ έσφαξε και είναι ο καλύτερός μου φίλος’’. Δεν άντεχα άλλο. Γονάτισα, έπεσα κάτω εκεί κι έχασα τις αισθήσεις μου». Με αυτόν τον τρόπο εξιστορεί το περιστατικό ο δράστης. Είναι η δική του άποψη. 

Ο Νίκος Κοεμτζής καταδικάζεται τρις εις θάνατον

«Τεχνίτης»

Ο ιατροδικαστής Δημήτρης Καψάσκης θα χαρακτηρίσει τα χτυπήματα «λυσσαλέα», προσθέτοντας ότι ο δράστης «ήταν τεχνίτης στα μαχαίρια. Οταν κάρφωνε τη λεπίδα στα σώματα των θυμάτων, έστριβε το μαχαίρι για να κάνει σίγουρη δουλειά». Τονίζει μάλιστα ότι κανένα από τα θύματα δεν έφερε έστω και το παραμικρό ίχνος αμυχής, το οποίο να προδίδει πάλη. Μετά το φονικό ο δολοφόνος επιστρέφει σπίτι, όπου βρίσκονται οι δύο κοπέλες που είχε διώξει νωρίτερα, χωρίς φυσικά να γνωρίζουν τι είχε συμβεί. Τον βλέπουν μέσα στα αίματα και τρομάζουν. «Εγινε μια ζημιά στο μαγαζί» θα δικαιολογηθεί. Το πρωί διαβάζει από τις εφημερίδες πόσους είχε χτυπήσει. Από εκεί μαθαίνει επίσης πως τα δύο από τα τρία θύματα ήταν αστυνομικοί. Οι Αρχές συλλαμβάνουν πρώτα τον αδελφό του. Στην προανάκριση αποποιείται κάθε ευθύνη, ισχυριζόμενος πως «εγώ προκάλεσα το επεισόδιο, αλλά δεν μπορούσα να προβλέψω την κατάληξή του». Ακολούθως εντοπίζουν τον Νίκο, ο οποίος όμως προβάλλει αντίσταση. Αν και έχει περικυκλωθεί από ένστολους απειλεί με το επίμαχο μαχαίρι να σκοτώσει όποιον επιχειρήσει να τον συλλάβει. Τη στιγμή που πάει να το καρφώσει στον συντονιστή της αστυνομικής δύναμης τον πυροβολούν στα πόδια. «Σταματήστε, μην τον σκοτώσετε, τον θέλω ζωντανό» φωνάζει ο επικεφαλής. Οδηγείται φρουρούμενος στο νοσοκομείο και στη συνέχει, μόλις αναρρώνει, στις φυλακές Κορυδαλλού. 

Τα θύματα

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι εκείνες τις ημέρες οι εφημερίδες ανέφεραν πάμπολλες ανακρίβειες για το γεγονός και κάποιες λεπτομέρειες αποτελούσαν εμφανώς αποκυήματα φαντασίας, προκειμένου να εντυπωσιάσουν το αναγνωστικό κοινό ώστε να αυξηθούν οι πωλήσεις. Οπως και να ’χει, το θέμα είναι ότι «χάθηκαν» από τη φονική λεπίδα τρεις νέοι άνθρωποι και τραυματίστηκαν άλλοι επτά.

001.jpg
Τα τρία θύματα του Κοεμτζή

Νεκροί ήταν οι:

  • Μανόλης Χριστοδουλάκης του Γεωργίου, 28 ετών, ενωμοτάρχης της Χωροφυλακής (δέχθηκε μία μαχαιριά στον λαιμό και μία στην κοιλιά).
  • Δημήτρης Πεγιάς του Μιχαήλ, 31 ετών, αστυφύλακας στη Γενική Ασφάλεια Αθηνών.
  • Ιωάννης Κούρτης του Νικολάου, 34 ετών, μηχανικός και βαφέας αυτοκινήτων. Είχε πάει να διασκεδάσει μαζί με την αδελφή του που ήταν καθηλωμένη σε αναπηρικό καροτσάκι. Τον είδε να ξεψυχάει και έκλαιγε απαρηγόρητη πάνω από το νεκρό σώμα του. Προσπαθούσε να σηκωθεί να τον αγκαλιάσει, αλλά δεν μπορούσε...

Τραυματίες ήταν οι:

  • Δημήτρης Παπαδάκης του Ιωάννη, 26 ετών, ηλεκτρολόγος.
  • Θεοφάνης Σύριος του Παναγιώτη.
  • Νίκος Δανιήλ, 31 ετών, μηχανικός αυτοκινήτων.
  • Ηλίας Τόλης του Βασιλείου, 34 ετών, σερβιτόρος και συνιδιοκτήτης του νυχτερινού κέντρου.
  • Θανάσης Αθανασούλης, 35 ετών, τραπεζικός υπάλληλος.
  • Δημήτρης Σχίζας, 41 ετών, μετρ του νυχτερινού κέντρου.
  • Θωμάς Καραμάνης του Νικολάου, 31 ετών, φορτοεκφορτωτής και κολλητός φίλος του μαχαιροβγάλτη
     
226827.jpg
Νίκος Κοεμτζής (Eurokinissi)

Τρις εις θάνατον

Τον Νοέμβριο του 1973 παραπέμπεται στο Μεικτό Κακουργιοδικείο Αθηνών, όπου ξετυλίγεται όλος ο βίος του. Είχε γεννηθεί στο Αιγίνιο Πιερίας, οι γονείς του ήταν κομμουνιστές που είχαν υποστεί διώξεις λόγω της συμμετοχής τους στο ΕΑΜ και ο ίδιος είχε αποφυλακιστεί πολύ πρόσφατα μετά από καταδίκη τεσσάρων ετών για μικροληστεία που είχε διαπράξει στη Θεσσαλονίκη. Τον τελευταίο καιρό απασχολούνταν ως «κράχτης πελατών» σε ένα εμπορικό κατάστημα της οδού Λυκούργου, στο κέντρο της Αθήνας. Για τις δολοφονίες στο νυχτερινό μαγαζί θα καταδικαστεί τρις εις θάνατον και επτά φορές ισόβια. Δίπλα του στο εδώλιο κάθονται ως κατηγορούμενοι ο αδελφός του Δημοσθένης (που καταδικάζεται σε 3 χρόνια φυλάκιση για σωματικές βλάβες εις βάρος ενός χωροφύλακα) και ο φίλος τους Θωμάς Καραμάνης (που αθωώθηκε λόγω αμφιβολιών).

Ο Κοεμτζής θα σταθεί πολύ τυχερός. Θα γλιτώσει την εκτέλεση μόνο και μόνο γιατί εκείνο τον καιρό η χώρα μας αποφάσισε να καταργήσει τη θανατική ποινή. Στις 31 Μαρτίου 1996 το δικαστικό συμβούλιο της Πάτρας αποφυλακίζει τον δράστη υπό όρους. Εκτοτε για να ζήσει αρχίζει να πουλάει στους δρόμους το βιβλίο με την αυτοβιογραφία του και τα όσα έζησε πίσω από τα κάγκελα, όπου παρεμπιπτόντως δεν ενόχλησε ποτέ κανέναν. Αρκετός κόσμος τον θυμάται να στήνει τον μικρό πάγκο του έξω από τα δικαστήρια της πρώην Σχολής Ευελπίδων, στους πρόποδες της Ακρόπολης, στην Κηφισιά, στον Πειραιά και σε άλλες περιοχές. Το μεσημέρι της 23ης Σεπτεμβρίου 2011 οι διερχόμενοι θα τον βρουν πεσμένο πάνω στο τραπεζάκι που πωλούσε τα βιβλία του. Είχε υποστεί έμφραγμα. Διασώστες του ΕΚΑΒ τον μεταφέρουν στην Πολυκλινική Αθηνών. Είναι όμως πλέον αργά για τον 73χρονο Κοεμτζή.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΕΞΥΠΝΗ ΠΛΟΗΓΗΣΗ