Ημέρα Εργασίας: Πρωτομαγιά από το Σικάγο μέχρι τον αιματοβαμμένο επιτάφιο

ΗΜΕΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ: ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΙΚΑΓΟ ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ ΑΙΜΑΤΟΒΑΜΜΕΝΟ ΕΠΙΤΑΦΙΟ

Από το αιµατοκύλισµα των εργατών στο Σικάγο που οδήγησε στην καθιέρωση του οκταώρου, στην ελληνική Πρωτομαγιά σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη

Η 1η Μαΐου του 1886 ήταν µια θαυµάσια ηµέρα για το πολεοδοµικό συγκρότηµα του Σικάγο από άποψη καιρού. Ο παγωµένος άνεµος της λίµνης Μίσιγκαν, που συνήθως διαπερνούσε το κορµί σου ακόµη και τέτοια εποχή, παραδόξως είχε πέσει. Ένας δυνατός ήλιος είχε ξεπροβάλει ζεσταίνοντας τις σκεπές των σπιτιών. Όλα φαινοµενικά ήταν ήσυχα. Τα εργοστάσια άδεια, οι αποθήκες κλειδαµπαρωµένες, τα φορτηγά βαγόνια ξεκουράζονταν στις ράγες, οι περισσότεροι δρόµοι σχεδόν έρηµοι, οι οικοδοµές παρατηµένες, ενώ από τα µαυρισµένα φουγάρα των εργοστασίων δεν έβγαινε καπνός. Κι όµως, ήταν Σάββατο, ηµέρα εργάσιµη για εκείνη την εποχή στις Ηνωµένες Πολιτείες.

Οι εργάτες της περιοχής, ωστόσο, αντί να φορέσουν τη φόρµα της δουλειάς αποφάσισαν να βάλουν τα καλά τους ρούχα και να κατευθυνθούν µαζί µε τις γυναίκες και τα παιδιά τους στην κεντρική λεωφόρο (που επίσης φέρει το όνοµα Μίσιγκαν) διαδηλώνοντας για τις άθλιες συνθήκες που βίωναν και κυρίως για την προοπτική καθιέρωσης οκτάωρης εργασίας έναντι της δεκάωρης, της δωδεκάωρης και ενίοτε της δεκατετράωρης που τους υποχρέωναν να κάθονται τα αφεντικά τους. Πάνω από 80.000 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν εκείνη την ηµέρα στην πόλη, ενώ ανάλογες κινητοποιήσεις πραγµατοποιήθηκαν και σε άλλες περιοχές της χώρας. Υπολογίζεται ότι πρέπει να απήργησαν τότε περίπου 340.000 εργάτες από 1.200 εργοστάσια και αυτές οι κινητοποιήσεις συνεχίζονται μέχρι σήμερα

Η πρώτη διαδήλωση και η μοιραία βόμβα

Στην κεφαλή της κεντρικής πορείας του Σικάγου βρισκόταν ο αναρχοσυνδικαλιστής Άλµπερτ Πάρσονς µαζί µε τη γυναίκα του και τα επτά παιδιά τους, που έδινε τον παλµό στη συγκέντρωση. Υπό τα αυστηρά βλέµµατα των πάνοπλων οµάδων καταστολής που παρακολουθούσαν από κοντινή απόσταση τα τεκταινόµενα, πήρε τον λόγο και µίλησε για «την ακατανίκητη δύναµη της ενωµένης εργατικής τάξης», όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά και οι Richard Boyer και Herbert Morais, δηµοσιογράφος και ιστορικός αντίστοιχα, στο κλασικό βιβλίο τους «Η άγνωστη ιστορία του εργατικού κινήµατος στις ΗΠΑ» (εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή).

Η στιγμή που εκρήγνυται η βόμβα στην πλατεία Haymarket. Μέχρι και σήμερα δεν έχει εξακριβωθεί ποιος την τοποθέτησε

Εκείνη την ηµέρα δεν σηµειώθηκαν έκτροπα, ήταν όµως η αρχή ενός τεράστιου απεργιακού κύµατος που θα σάρωνε το εργατικό κίνηµα τα επόµενα εικοσιτετράωρα. Την Κυριακή οι εργάτες που κατεβαίνουν εκ νέου στους δρόµους είναι πολλαπλάσιοι, ενώ τη ∆ευτέρα 3 Μαΐου οι κινητοποιήσεις κορυφώνονται. Την ώρα που εργάτες διαδηλώνουν κατά των απεργοσπαστών έξω από το εργοστάσιο θεριστικών µηχανών ΜcCormick, η Αστυνοµία προκειµένου να επιβάλει την τάξη δεν επιλέγει απλώς να ασκήσει σωµατική βία, αλλά χρησιµοποιεί ευθέως τα όπλα. Πυροβολεί εν ψυχρώ κατά των εργατών σκοτώνοντας τέσσερα άτοµα και τραυµατίζοντας αρκετά ακόµη την ώρα που έτρεχαν να κρυφτούν από τις σφαίρες. Είναι η αρχή του αιµατοκυλίσµατος. Στις 4 Μαΐου, η ευάριθµη αυτήν τη φορά εργατική τάξη του Σικάγου, εξαιτίας των όσων είχαν προηγηθεί, διαδηλώνει υπό βροχή στην πλατεία Haymarket, όταν ξαφνικά σκάει µια βόµβα σκοτώνοντας έναν αστυνοµικό και τραυµατίζοντας πάνω από 70. Οι δυνάµεις ασφαλείας µετά το πρώτο σοκ επιχειρούν να ανασυνταχθούν.

Ο διάσημος πίνακας Quarto Stato (η τέταρτη τάξη) του Giuseppe Pellizza da Volpedo που αποτυπώνει τις εργατικές κινητοποιήσεις στην Ιταλία των αρχών του 20ού αιώνα

Αρχίζουν να πυροβολούν αδιακρίτως προς το πλήθος σκοτώνοντας ένα άτοµο και τραυµατίζοντας αρκετά άλλα. Μέχρι και σήµερα δεν γνωρίζουµε ποιος ήταν εκείνος που είχε τοποθετήσει τη βόµβα. Επρόκειτο για αντίποινα των εργατών; Ηταν προβοκάτσια ή κάποιος αναρχικός έδρασε µόνος του; Ενδεχοµένως και να µην το µάθουµε ποτέ. Τα επόµενα εικοσιτετράωρα θα εκπνεύσουν άλλοι έξι τραυµατίες αστυνοµικοί, οι οποίοι είχαν πληγωθεί από πυρά των συναδέλφων τους που µέσα στον πανικό τους µετά την έκρηξη πυροβολούσαν αδιακρίτως. Για τη βοµβιστική επίθεση συνελήφθησαν οκτώ ηγετικά στελέχη του εργατικού κινήµατος, χωρίς, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, να έχουν καµία εµπλοκή στο γεγονός. Εξ αυτών οι τέσσερις θα απαγχονιστούν (ανάµεσά τους και ο Πάρσονς που προαναφέραµε), ένας θα βρεθεί νεκρός στο κελί του και τρεις θα καταδικαστούν σε καταναγκαστικά έργα αρκετών ετών.

Φρίντριχ Ένγκελς - 1η Μαΐου 1890: «Οι προλετάριοι όλων των χωρών είναι σήµερα πραγµατικά ενωµένοι. Ας ήταν ο Μαρξ πλάι µου να το ’βλεπε αυτό µε τα ίδια του τα µάτια»

Εργατικές κατακτήσεις

Οι κινητοποιήσεις που ξεκίνησαν την Πρωτοµαγιά του 1886, όµως, είχαν ως αποτέλεσµα την κατάκτηση της οκτάωρης εργασίας που εφαρµόστηκε σε περίπου 185.000 εργάτες, ενώ τουλάχιστον άλλοι 200.000 είδαν την καθηµερινή παραµονή τους στον τόπο εργασίας να µειώνεται από τις 12 ώρες στις δέκα ή τις εννέα. Παράλληλα αρκετές βιοµηχανίες σταµάτησαν την κυριακάτικη απασχόληση, ενώ το Σάββατο άρχισε δειλά δειλά να καθιερώνεται ως ηµιαργία. Επειτα απ’ όλα αυτά, φάνταζε λογικό να υιοθετηθεί η Πρωτοµαγιά ως ηµέρα απεργίας της εργατικής τάξης, που άρχισε να γιορτάζεται τέσσερα χρόνια αργότερα, από το 1890. Εκείνη την ηµέρα, 1η Μαΐου του 1890, ο Γερµανός φιλόσοφος Φρίντριχ Ενγκελς, που µαζί µε τον Μαρξ επεξεργάστηκαν τη θεωρία του επιστηµονικού κοµµουνισµού και του διαλεκτικού υλισµού, θα σηµειώσει: «Σήµερα που γράφω αυτές τις γραµµές, το προλεταριάτο της Ευρώπης και της Αµερικής επιθεωρεί τις δυνάµεις του, που για πρώτη φορά κινητοποιούνται σε µια στρατιά, κάτω από µια σηµαία και για έναν άµεσο σκοπό: Για τον νοµοθετικό καθορισµό της κανονικής οχτάωρης εργάσιµης ηµέρας, που διακηρύχτηκε το 1866 [...] Οι προλετάριοι όλων των χωρών είναι σήµερα πραγµατικά ενωµένοι. Ας ήταν ο Μαρξ πλάι µου να το ’βλεπε αυτό µε τα ίδια του τα µάτια». Ο συνεργάτης του και θεµελιωτής του κοµµουνισµού είχε πεθάνει επτά χρόνια νωρίτερα...

1893: Η ελληνική Πρωτοµαγιά γιορτάστηκε στις... 2 του μηνός

O εορτασμός της εργατικής Πρωτοµαγιάς στη χώρα µας πραγµατοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1893, αλλά... µία ηµέρα αργότερα από την καθιερωµένη. Με πρωτοβουλία του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου (που είχε ιδρύσει τρία χρόνια νωρίτερα ο πρόδροµος του σοσιαλιστικού κινήµατος στην Ελλάδα Σταύρος Καλλέργης), πραγµατοποιήθηκε συγκέντρωση χιλιάδων εργαζοµένων στο Παναθηναϊκό Στάδιο την Κυριακή 2 Μαΐου εκείνης της χρονιάς, καθότι η πρωτοµηνιά που έπεφτε Σάββατο ήταν εργάσιµη. Ντυµένοι µε τα καλά τους ρούχα, όπως είχαν κάνει και οι συνάδελφοί τους στο Σικάγο το 1886, και έχοντας κόκκινες κονκάρδες στο πέτο, οι συγκεντρωµένοι ενέκριναν ψήφισµα µε το οποίο ζητούσαν την εφαρµογή της οκτάωρης εργασίας, την καθιέρωση της Κυριακής ως ηµέρας αργίας για τα καταστήµατα, την απονοµή σύνταξης σε όσους τραυµατίζονται σοβαρά στη δουλειά τους ώστε να µπορούν να συντηρούνται οι ίδιοι και οι οικογένειές τους.

1936.jpg

Το ψήφισµα απέσπασε 2.000 υπογραφές εργαζοµένων και επιδόθηκε στον πρόεδρο του Κοινοβουλίου αρκετούς µήνες αργότερα, την 1η ∆εκεµβρίου του 1893, από τον ίδιο τον Σταύρο Καλλέργη, ο οποίος κατόπιν ανέβηκε στο δηµοσιογραφικό θεωρείο της αίθουσας της Ολοµέλειας (που τότε ήταν ακόµη στο Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής, επί της οδού Σταδίου) περιµένοντας µε ανυποµονησία να αναγνωστεί. Ωστόσο ο πρόεδρος του Σώµατος κωλυσιεργούσε «και ησχολείτο εις την ανάγνωσιν έτερων αναφορών προερχοµένων εκ διαφόρων προσώπων και πραγµατευοµένων κατά το µάλλον και ήττον περί ανέµων και υδάτων», όπως θα γράψει αργότερα στην εφηµερίδα «Σοσιαλιστής» ο Καλλέργης. Βλέποντας ότι η ώρα περνούσε, ο Καλλέργης διαµαρτυρήθηκε µεγαλοφώνως. Με εντολή του προέδρου της Βουλής συνελήφθη από στρατιώτες της φρουράς, που αφού τον χτύπησαν µε τα κοντάκια των όπλων, τον µετέφεραν στο αστυνοµικό τµήµα όπου έµεινε για δύο ηµέρες. Ακολούθως καταδικάστηκε σε δεκαήµερη φυλάκιση για διατάραξη της κοινοβουλευτικής συνεδρίασης, ποινή την οποία εξέτισε στις φυλακές της Παλιάς Στρατώνας, δίπλα από την πύλη του Αδριανού, στο Μοναστηράκι.

Σωτήρης Παρασκευαΐδης: Ζαχαροπλάστης εργάτης, από φτωχή οικογένεια. Το χτύπηµα στο κεφάλι είναι σοβαρό. Πεθαίνει την επόµενη ηµέρα

Αθήνα 1924 - Το πρώτο αίµα

Άγνωστος παραµένει µέχρι και σήµερα στο ευρύ κοινό ο πρώτος νεκρός στη χώρα µας κατά τη διάρκεια συγκεντρώσεων της εργατικής Πρωτοµαγιάς. Ηταν ο νεαρός ζαχαροπλάστης Σωτήρης Παρασκευαΐδης, που έχασε τη ζωή του πριν από 95 χρόνια. Εκείνη την εποχή, η κυβέρνηση του Αλέξανδρου Παπαναστασίου (που είχε σχηµατιστεί περίπου έναν µήνα νωρίτερα κηρύσσοντας έκπτωτη τη µοναρχία) είχε απαγορεύσει τις σχετικές διαδηλώσεις. Αρκετοί εργάτες όµως αψήφησαν την απόφαση. Το πρωινό της Πέµπτης 1 Μαΐου 1924 επέλεξαν να συγκεντρωθούν έξω από τα γραφεία του Εργατικού Κέντρου Αθήνας, στην πλατεία Θεάτρου. Γύρω στις 10.00 η ώρα, εµφανίζονται στην περιοχή δυνάµεις του στρατού που διατάσσονται να διαλύσουν το πλήθος.

Σωτήρης Παρασκευαΐδης
Ο Σωτήρης Παρασκευαΐδης - Ο πρώτος νεκρός στη χώρα μας, το 1924, κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων της εργατικής Πρω

Αρχικά χρησιµοποιούνται δύο υδραντλίες, χωρίς όµως αποτέλεσµα. Οι εργαζόµενοι µπορεί να γίνονται µούσκεµα, αλλά παραµένουν στις θέσεις τους. Απαντούν φωνάζοντας αντικυβερνητικά συνθήµατα και ψάλλοντας τη ∆ιεθνή, τον παγκόσµιο ύµνο του κοµµουνιστικού κινήµατος. «Εµπρός της Γης οι κολασµένοι…». Ακολουθεί επέλαση του Ιππικού εναντίον των συγκεντρωµένων, µε αποτέλεσµα να τραυµατιστούν δεκάδες διαδηλωτές, κυρίως από τις ξιφολόγχες των ενστόλων. Ανάµεσά τους και ο νεαρός Παρασκευαΐδης, ζαχαροπλάστης εργάτης, προερχόµενος από µια φτωχή οικογένεια που είχε χάσει δύο παιδιά στους προηγηθέντες πολέµους. Το χτύπηµα στο κεφάλι είναι σοβαρό. Πεθαίνει την επόµενη ηµέρα στο Πολιτικό Νοσοκοµείο των Αµπελοκήπων, το γνωστό σήµερα «Ελπίς». Η κυβέρνηση τον θάβει µε συνοπτικές διαδικασίες, προκειµένου να αποτρέψει µια κηδεία που θα λάµβανε τη µορφή πανεργατικού συλλαλητηρίου.

Η αλαφιασμένη μάνα του Τάσου Τούση, θρηνεί τον σκοτωμένο γιο της στη Θεσσαλονίκη του 1936
Αλαφιασµένη η Κατίνα Τούση θρηνεί τον γιο της που χάνει τη ζωή του στις εργατικές κινητοποιήσεις. Η συγκλονιστική φωτογραφία εµπνέει τον Γιάννη Ρίτσο να γράψει τον «Επιτάφιο»

Θεσσαλονίκη 1936

Επί πολλές δεκαετίες, δύο ήταν τα βασικά εξαγώγιµα προϊόντα της χώρας µας: ο καπνός και η σταφίδα. Η πρωτόγνωρη διεθνής ύφεση του 1929 είχε προκαλέσει όµως σηµαντική πτώση και στα δύο, µε την κατάσταση να επιδεινώνεται περαιτέρω µετά την πτώχευση της Ελλάδας το 1932, επί κυβέρνησης Ελευθερίου Βενιζέλου. Από τις αρχές του 1936 ξεσπούν δεκάδες απεργιακές κινητοποιήσεις σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, ∆ράµα και Ξάνθη. Ενας από τους κλάδους που είχαν πληγεί βαρύτερα είναι αυτός των καπνεργατών, που βλέπει συνεχώς τις αµοιβές να µειώνονται και την ανεργία να αυξάνεται, ειδικά στη Βόρεια Ελλάδα. Στις 29 Απριλίου οι καπνεργάτες της συµπρωτεύουσας έχουν κηρύξει γενική απεργία µε βασικά αιτήµατα την αναπροσαρµογή του ηµεροµισθίου, τη βελτίωση των παροχών του κλαδικού ταµείου για τους «παρήλικας και τους φυµατικούς» και τη χορήγηση έκτακτου επιδόµατος 500 δραχµών στους ανέργους εν όψει των εορτών του Πάσχα. Στις διεκδικήσεις έχουν ενταχθεί όµως και πολιτικά αιτήµατα, όπως «η χορήγηση γενικής αµνηστίας εις τους πολιτικούς φυλακισµένους, εξορίστους και καταδικασµένους, ιδιαίτερα των καπνεργατικών στελεχών». Καθηµερινά οι δρόµοι της Θεσσαλονίκης πληµµυρίζουν από χιλιάδες µέλη της εργατικής τάξης όλων των κλάδων πλέον, αδιαφορώντας για τις σχετικές απαγορεύσεις διαδηλώσεων που εκδίδει η Χωροφυλακή.

Αφίσα του αγώνα για την καθιέρωση της οκτάωρης εργασίας
Αφίσα του αγώνα για την καθιέρωση της οκτάωρης εργασίας

Πρωτοµαγιά του 1936 οι κινητοποιήσεις κλιµακώνονται, αλλά ακόµη δεν παρατηρούνται αξιοσηµείωτα έκτροπα. Στις 8 Μαΐου όµως, η Αστυνοµία στήνει απέναντι από τα οδοφράγµατα των εργατών πολυβόλα και την εποµένη, ηµέρα Σάββατο, τα χρησιµοποιεί κατά του πλήθους! Επικρατεί πανικός. Πρώτος νεκρός από τις βολίδες πέφτει ο 25χρονος αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης, στη διασταύρωση των οδών Βενιζέλου και Εγνατίας, ώρα 10.30 το πρωί. Η σφαίρα έχει διαπεράσει το κρανίο του, από το ένα αυτί στο άλλο. Σύντροφοί του από το Κοµµουνιστικό Κόµµα ξηλώνουν µια πόρτα και µεταφέρουν πάνω της το νεκρό κορµί και οργισµένοι κατευθύνονται προς το ∆ιοικητήριο. Κάποιοι βάφουν κόκκινα τα µαντίλια τους από το αίµα του άτυχου νεαρού που έτρεχε στους κροτάφους. Μέσα στις επόµενες ώρες θα σκοτωθούν άλλοι εννέα εργάτες. Η Κατίνα, µάνα του Τάσου, δεν ανησυχεί για τον γιο της. Θεωρεί ότι είναι ασφαλής, καθώς την είχε διαβεβαιώσει από νωρίς το πρωί ότι θα βρισκόταν σε κάποιο άλλο σηµείο, µακριά από τη διαδήλωση. Ψάχνει αλαφιασµένη µέσα στον χαλασµό για τις εργάτριες κόρες της, που είχαν φύγει για το εργοστάσιο και θα δούλευαν κρυφά, παρά τη γενική απεργία, επειδή τις είχε υποχρεώσει το αφεντικό τους. Πώς θα γύριζαν στο σπίτι µε όλα αυτά που γίνονταν; Κατηφορίζει την οδό Ρακτιβάν και βγαίνει µπροστά από το ∆ιοικητήριο.

Ο σπαραγμός

Εκεί βλέπει αγριεµένο κόσµο να φωνάζει συνθήµατα. Οι εργάτες έχουν σηκωµένη την πόρτα στους ώµους τους, αλλά η µάνα αρχίζει να νιώθει µέσα της ότι κάτι δεν πάει καλά. Βλέποντας µονάχα το τσουλούφι από τα µαλλιά του άψυχου κορµιού καταλαβαίνει τι συµβαίνει. Πλησιάζοντας διακρίνει τα χέρια που κρέµονται κάτω, το χρώµα από το σακάκι, όλα. Είναι αυτός, είναι το παιδί της… Τρέχει προς το µέρος του ουρλιάζοντας. Ξαφνικά ακούγονται νέοι πυροβολισµοί. Ο όχλος αφήνει στο έδαφος την πόρτα µε το πτώµα και πέφτει στο χώµα να προστατευτεί. Στη µέση αποµένει µονάχα η Κατίνα. Γονατίζει ολοµόναχη πάνω από τον Τάσο και αρχίζει να του χαϊδεύει το πρόσωπο, να µπλέκει τα δάχτυλα στα µαλλιά του, να τον φιλάει στο στόµα προσπαθώντας να του δώσει πνοή ζωής. Αδιαφορεί για όσα συµβαίνουν γύρω της. Γι’ αυτήν υπάρχει εκεί µονάχα το παιδί της. Μοιρολογεί µε όση δύναµη της αποµένει. Σπαράζει. Γδέρνει µε τα νύχια τα µάγουλά της, µα δεν νιώθει πόνο. Θρηνεί. Το γλυκύτατό της τέκνο δείχνει σαν να κοιµάται. Ενας φωτογράφος αποτυπώνει την εικόνα του οδυρµού.

mana_tasoy_toysi_thessaloniki_1936.jpg

Την Κυριακή 10 Μαΐου, ο «Ριζοσπάστης» δηµοσιεύει τη φωτογραφία της θρηνούσας µάνας στην πρώτη σελίδα και ο Γιάννης Ρίτσος διαβάζει συγκλονισµένος το ρεπορτάζ. Τα µάτια του µεγάλου ποιητή όµως δεν µπορούν να ξεκολλήσουν από την ανατριχιαστική εικόνα. Αν και βασανίζεται από τη φυµατίωση, κλείνεται στη σοφίτα του δύο µερόνυχτα και κάνοντας αιµοπτύσεις ξεκινά να γράφει συγκλονισµένος τον «Επιτάφιο», µια σειρά από 14 θρηνητικά ποιήµατα σε οµοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο, που χρόνια αργότερα θα µελοποιήσει ο Μίκης Θεοδωράκης. «Γιε µου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων µου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς µου, πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρηµιᾶς µου. Πῶς κλείσαν τὰ µατάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;»... Το 1975, η Μαρίκα Μπόχαλη-Τούση, η αδελφή του Τάσου, αν και αντιµετωπίζει σοβαρότατα προβλήµατα όρασης, καταφέρνει να µάθει να γράφει. Το πρώτο της γράµµα ήταν µια ευχαριστήρια επιστολή προς τον Γιάννη Ρίτσο. Ο ποιητής θα της απαντήσει: «Με εξαιρετική συγκίνηση διάβασα το απρόσµενο γράµµα σας. Επιτρέψτε µου λοιπόν να σας θεωρώ αδελφή µου, όπως σαν αδελφό µου ένιωσα και τραγούδησα τον ήρωα και µάρτυρα αδελφό σας».

Η εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή

Καισαριανή 1944

Όταν ο τοίχος της Καισαριανής βάφτηκε µε το αίµα 200 πατριωτών

Η τραγικότερη Πρωτοµαγιά που έζησε ο τόπος στη νεότερη Ιστορία είναι αναµφισβήτητα αυτή του 1944. Εκείνη την ηµέρα εκτελέστηκαν 200 Ελληνες πολιτικοί κρατούµενοι από τους Γερµανούς, ως αντίποινα για τη δράση που επέδειξε ο ΕΛΑΣ (Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός) κατά του κατακτητή και κυρίως για τη δολοφονία του διοικητή της 41ης Μεραρχίας Οχυρών και υποστρατήγου των ναζί Φραντς Κρεχ στην περιοχή των Μολάων Λακωνίας, στις 27 Απριλίου του ίδιου έτους. Το πρωινό της 1ης Μαΐου 1944, άνδρες της Βέρµαχτ πήραν από το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου 200 κοµµουνιστές, παλαιούς δεσµώτες της Ακροναυπλίας και της Ανάφης, και τους οδήγησαν στο σκοπευτήριο της Καισαριανής. Από τις 10.00 το πρωί µέχρι τις 2.00 µετά το µεσηµέρι τούς έστηναν κατά οµάδες των 20 κρατουµένων τη φορά στον τοίχο και τους εκτελούσαν µε οπλοπολυβόλα. Ανάµεσά τους ήταν ο πρώην βουλευτής του Κοµµουνιστικού Κόµµατος Στέλιος Σκλάβαινας, ο Ναπολέων Σουκατζίδης, που εκτελούσε και χρέη διερµηνέα, καθώς επίσης και ο Αντώνης Βαρθολοµαίος, που είχε τον ρόλο του στρατοπεδάρχη στον χώρο που κρατούνταν τον προηγούµενο καιρό. Στους δύο τελευταίους προτάθηκε να εκτελεστούν άλλοι Ελληνες πατριώτες στη θέση τους, αλλά εκείνοι αρνήθηκαν χωρίς δεύτερη σκέψη. Τα πτώµατα µεταφέρθηκαν αργά το µεσηµέρι της ίδιας ηµέρας στο Γ’ Νεκροταφείο Αθηνών προκειµένου να ταφούν. Θυµίζουµε ότι τον Ιανουάριο του 2015 ο Αλέξης Τσίπρας, αµέσως µόλις ορκίστηκε πρωθυπουργός, πήγε συνοδεία στελεχών της νέας κυβέρνησης στο σκοπευτήριο της Καισαριανής προκειµένου να καταθέσει συµβολικά ένα λιτό µπουκέτο µε τρία κόκκινα τριαντάφυλλα στο µνηµείο των πεσόντων.

ΕΞΥΠΝΗ ΠΛΟΗΓΗΣΗ