28η Οκτωβρίου 1940: «Alors. C’ est la guerre» («Καλά, λοιπόν. Έχομεν πόλεμον»)

28Η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940: «ALORS. C’ EST LA GUERRE» («ΚΑΛΑ, ΛΟΙΠΟΝ. ΕΧΟΜΕΝ ΠΟΛΕΜΟΝ»)

«Οι πληροφορίες που έχουμε είναι ότι μια από τις ερχόμενες τρεις μέρες θα μας επιτεθεί η Ιταλία. Θα αντισταθούμε»! Ο 69χρονος δικτάτορας πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρος μιλώντας το πρωινό της 25ης Οκτωβρίου 1940 στην κλειστή συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Τα παριστάμενα μέλη της κυβέρνησης συμφωνούν απόλυτα με τα όσα ακούνε και αποχωρούν από την αίθουσα, χωρίς να διαρρεύσουν τα όσα ειπώθηκαν.

Η χώρα όδευε πλέον μετά βεβαιότητας σε πόλεμο και μάλιστα πολύ σύντομα. Εξετάζοντας τα όσα συνέβησαν τα τελευταία εικοσιτετράωρα πριν καταγράψει η Ιστορία με χρυσά γράμματα το Έπος των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας, διαπιστώνει κανείς ότι φαινομενικά η ζωή στην αθηναϊκή πρωτεύουσα συνεχιζόταν κανονικά.

Εγκαίνια στη Λυρική με «Μαντάμα Μπάτερφλάι»

Το βράδυ της ίδιας ημέρας πραγματοποιήθηκαν με κάθε επισημότητα τα εγκαίνια της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, που τότε βρισκόταν στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου λίγα μέτρα κάτω από την Ομόνοια, εκεί που στεγάζεται σήμερα το Εθνικό Θέατρο. Το επιβλητικό κτίριο που σχεδίασε ο φημισμένος Γερμανός αρχιτέκτονας Ερνέστος Τσίλλερ είχε φωταγωγηθεί και ανέμενε τους υψηλούς καλεσμένους που θα παρακολουθούσαν τη γνωστή όπερα «Μαντάμα Μπάτερφλάι» του Ιταλού συνθέτη Τζάκομο Πουτσίνι που είχε πεθάνει 16 χρόνια νωρίτερα. Ανάμεσα στους προσκεκλημένους της ελληνικής κυβέρνησης ήταν μάλιστα και ο γιος του Πουτσίνι, Αντόνιο, μετά της συζύγου του.

Την επόμενη μέρα, Σάββατο 26 Οκτωβρίου, ο Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα Εμανουέλε Γκράτσι παραθέτει δεξίωση προς τιμήν των αξιωματούχων που είχαν παρακολουθήσει τη λυρική παράσταση λίγες ώρες νωρίτερα, με τον ίδιο να σημειώνει στα Απομνημονεύματά του ότι δεν έστειλε πρόσκληση στον Μεταξά επειδή «δεν εύρισκε την ευκαιρία πολύ σπουδαία», αν και ο τότε υφυπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας Αμβρόσιος Τζίφος τον διαψεύδει, αναφέροντας ότι ο πρωθυπουργός δεν δέχθηκε να παρευρεθεί γιατί «η πρόσκληση αυτή πιθανότατα ήταν στάχτη στα μάτια του κόσμου και τίποτε άλλο».

 

Η τούρτα με το «Viva la Grecia»

Μάλιστα, ο Μεταξάς φέρεται να είχε προειδοποιήσει τα μέλη της κυβέρνησης, λέγοντας τους: «Θα λάβετε μιαν πρόσκλησιν από την ιταλικήν πρεσβείαν. Βεβαίως δεν πρόκειται να παρευρεθήτε». Οι μόνοι που παρέστησαν κατ’ εντολήν του ήταν ο υφυπουργός Εξωτερικών Νικόλαος Μαυρουδής και ο υφυπουργός Τύπου και Τουρισμού Θεολόγος Νικολούδης, προκειμένου να έχουν ιδίαν αντίληψη για τα όσα τεκταίνονταν. Θα δουν στη μεγάλη αίθουσα της πρεσβείας να υπάρχει μια τεράστια τούρτα που έγραφε πάνω «VIVA LA GRECIA». Η ειρωνεία είναι πως την ώρα που γινόταν η δεξίωση και υμνούνταν η Ελλάδα από τη διπλωματική αντιπροσωπεία του γειτονικού κράτους το καθεστώς του Ιταλού δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι έστελνε στον Γκράτσι διακοίνωση, με την εντολή να παραδοθεί στην ελληνική κυβέρνηση στις τρεις το πρωί της 28ης Οκτωβρίου.

Ο Ιταλός πρέσβης διάβασε αναλυτικά το κείμενο της διακοίνωσης με την ησυχία του, στις 05:00 το πρωί της Κυριακής 27 Οκτωβρίου, όταν αποχώρησαν όλοι οι καλεσμένοι από τη δεξίωση. Ζητούνταν ξεκάθαρα η παράδοση της Ελλάδας, ειδάλλως θα δεχόταν την επίθεση του φασιστικού στρατού. Όπως θα γράψει ο ίδιος αργότερα, «η ημέρα της 27ης πέρασε σαν εφιάλτης». Με αγωνία ανέμενε πότε οι δείκτες των ρολογιών θα δείξουν περίπου τρεις το πρωί της επόμενης ημέρας για να επιδώσει το έγγραφο στον Μεταξά. Το απόγευμα ο σταθμός Υποκλοπών της Μάλτας αναφέρει στο Λονδίνο ότι καταγράφεται έντονη κινητικότητα ιταλικών στρατευμάτων στην Αλβανία, την οποία είχαν καταλάβει από την άνοιξη του 1939 υλοποιώντας τα επεκτατικά σχέδια. Η μεγάλη ώρα φθάνει. Το ξημέρωμα της Δευτέρας 28 Οκτωβρίου 1940 θα έβρισκε την Ελλάδα μετέχουσα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Έλληνες στα βουνά της Αλβανίας

Ο πρέσβης στην οικία Μεταξά

Η ώρα είναι 02:50 το πρωί όταν ο Εμανουέλε Γκράτσι φθάνει με υπηρεσιακό αυτοκίνητο του στρατιωτικού ακολούθου της ιταλικής πρεσβείας στη συμβολή των οδών Κεφαλληνίας και Δαγκλή 10, στην Κηφισιά, όπου βρίσκεται η έπαυλη του δικτάτορα Μεταξά. Ο χωροφύλακας που φυλάει σκοπιά κάνει σήμα στον οδηγό να σταματήσει. «Πρέπει να δούμε επειγόντως τον πρωθυπουργό» του εξηγούν. Εκείνος, σύμφωνα με τις οδηγίες που έχει λάβει, καταγράφει την πινακίδα (Δ.Σ. 75) ειδοποιεί τον υπαξιωματικό της υπηρεσίας ασφαλείας κι αυτός με τη σειρά του τον αρχιφύλακα που καλεί από το υπηρεσιακό τηλέφωνο τον πρόεδρο της κυβέρνησης, ο οποίος εκείνη την ώρα κοιμάται. Τον ενημερώνουν ότι τον ζητάει επειγόντως ο... Γάλλος πρέσβης. Μέσα στη σύγχυση ο εξωτερικός φρουρός έχει μπερδέψει τα χρώματα της σημαίας του υπηρεσιακού αυτοκινήτου που περιμένει στην είσοδο.

Ο Μεταξάς, φορώντας μια σκούρα μάλλινη ρόμπα «απ’ τον γιακά της οποίας φαινόταν ένα μετριότατο νυχτικό» όπως θα αναφέρει αργότερα ο νυχτερινός επισκέπτης, κατέβηκε και άνοιξε την πόρτα. Με το που είδε τον Γκράτσι τον αναγνώρισε και έκανε νόημα στον φρουρό να τον αφήσει να περάσει. Κατάλαβε αμέσως τον λόγο για τον οποίο είχε έρθει. Κάθονται σε ένα μικρό σαλονάκι και ο διπλωμάτης του παραδίδει φάκελο στον οποίο βρίσκεται το ιταμό τελεσίγραφο του Μουσολίνι.

Οι πρωταγωνιστές Ιωάννης Μεταξάς, δικτάτορας – πρωθυπουργός της Ελλάδας (1871 – 1941), Εμανουέλε Γκράτσι, Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα (1891 – 1961)

Τα μάτια του βουρκώνουν

Αρχίζει και διαβάζει προσεκτικά το κείμενο. «Τα χέρια που κρατούσαν το χαρτί έτρεμαν ελαφρά και μέσα από τα γυαλιά του έβλεπα τα μάτια να βουρκώνουν...» θα αναφέρει αργότερα ο Γκράτσι. Αυτό που ζητά η ιταλική κυβέρνηση είναι να πραγματοποιήσει ο στρατός του Μουσολίνι «ειρηνική» κατοχή στην Ελλάδα και πως, εάν τυχόν συναντήσει αντίσταση, «αυτή θα καμφθή διά των όπλων».

«Κύριε Πρόεδρε, έχω εντολή να σας ανακοινώσω ότι εις περίπτωσιν μη αποδοχής των όρων τους οποίους αναγνώσατε, τα ιταλικά στρατεύματα θα εισβάλουν εις την Ελλάδα την έκτην πρωινήν εξηγεί ο κομιστής. Ο Μεταξάς, αντιλαμβανόμενος την κρισιμότητα των στιγμών, σηκώνεται όρθιος και κοιτώντας τον Γκράτσι του λέει κρατώντας τους τύπους: «Κύριε Πρέσβυ, το περιεχόμενον του τελεσιγράφου και ο τρόπος κατά τον οποίον μου επεδόθη σημαίνουν κήρυξιν πολέμου εκ μέρους της Ιταλίας». Πάει να συνεχίσει, αλλά ο διπλωμάτης τον διακόπτει, προσπαθώντας να του εξηγήσει ότι «αν δώσητε διαταγήν εις τα στρατεύματά σας να αφήσουν εις τα ιταλικά ελευθέραν την δίοδον...».

Έλληνες στρατιώτες εφορμούν

«Alors. C’ est la guerre»

Τώρα είναι η σειρά του δικτάτορα να τον διακόψει, καταλαβαίνοντας τι ήθελε να πει. «Δεν πρόκειται να δώσω καμμίαν διαταγήν εις τα στρατεύματάν μας να αφήσουν εις τα ιταλικά ελευθέραν την δίοδον. Αλλά προσέξατε! Και αν ακόμη επρόκειτο να την δώσω, που δεν θα την δώσω, η ώρα είναι τρεις και μισή. Πρέπει να ενδυθώ, να κατέβω εις τα Αθήνας, να εξυπνήσω τον Βασιλέα (σ.σ. Γεώργιο Β’) ο οποίος είναι εις το Τατόι, να φέρω τον Υπουργό των Στρατιωτικών και τον Αρχηγόν του Επιτελείου, οι οποίοι όλοι κοιμούνται, να εξυπνήσω στρατιωτικούς, υπαλλήλους, τηλεγραφητάς και να κατορθώσω να φθάση η απόφασίς μας προ της έκτης πρωινής εις τα προκεχωρημένα φυλάκια των συνόρων μας. Αυτό πρακτικώς είναι αδύνατον. Σας το λέω, όχι διά να νομίσετε ότι θα έδιδα ποτέ μια τοιούτου είδους διαταγήν, αλλά διά να εννοήσετε ότι γνωρίζω ότι η Ιταλία, μη καταλείπουσα ουδεμίαν εκλογήν μεταξύ συρράξεως και ειρήνης, κηρύσσει εις την Ελλάδα τον πόλεμον. Alors. C’ est la guerre»

Η τελευταία αυτή ιστορική φράση που ειπώθηκε στα γαλλικά και μεταφράζεται ως «Πολύ καλά, λοιπόν. Έχομεν πόλεμον» είναι επί της ουσίας το «Όχι» του Μεταξά προς τον Ιταλό εκπρόσωπο, καθότι ποτέ δεν ανέφερε αυτοτελώς αυτήν τη λέξη. Άλλωστε, όλος ο διάλογος μεταξύ των δύο ανδρών έγινε στα γαλλικά, στη γλώσσα της διπλωματίας εκείνο το βράδυ, χωρίς τη βοήθεια διερμηνέα. Ο Γκράτσι υποκλίθηκε και αποχώρησε χωρίς χειραψία.

Τα πρώτα τηλεφωνήματα

Ο πρώτος άνθρωπος στον οποίο τηλεφωνεί ο Έλληνας πρωθυπουργός είναι ο βασιλιάς Γεώργιος Β’. Συμφωνείται η ταχεία σύγκληση του Υπουργικού Συμβουλίου μέσα στην επόμενη ώρα προκειμένου να εκδοθούν τα απαραίτητα διατάγματα για την επιστράτευση και να τεθεί η χώρα σε κατάσταση πολέμου. Ακολούθως ειδοποιείται ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, αντιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος. Το τηλέφωνο το σήκωσε ο γιος του μετέπειτα στρατάρχη, Λέων Παπάγος, καθώς το δωμάτιό του ήταν πιο κοντά στη συσκευή. «Μεταξάς. Δώστε μου αμέσως τον αρχηγό του Επιτελείου» θα ακούσει να του λέει η αυστηρή φωνή από την άλλη άκρη της γραμμής. Η εντολή ήταν μια. Άμυνα μέχρις εσχάτων.

Ο Μεταξάς ντύνεται και κατευθύνεται προς το υπουργείο Εξωτερικών. Περίπου την ίδια ώρα ξεκινούν και όλα τα μέλη της κυβέρνησης με κατεύθυνση το ίδιο κτίριο ώστε να ξεκινήσει άμεσα το Υπουργικό Συμβούλιο. Οι δρόμοι εκείνη την ώρα είναι έρημοι. Η Αθήνα κοιμάται βαθέως «ανύποπτος διά το μέγα δράμα που έκλωθε κατά τας στιγμάς εκείνας η μοίρα», όπως θα γράψει γλαφυρά και ο υπουργός Εξωτερικών Κωνσταντίνος Κοτζιάς. Τέσσερις  παρά τέταρτο το πρωί ο πρωθυπουργός έχει φτάσει, έχοντας κάνει προηγουμένως μια στάση στη βρετανική πρεσβεία όπου είδε τον Άγγλο πρεσβευτής στην Αθήνα, σερ Μάικλ Πάλαιρετ, προκειμένου να του ζητήσει τη συμπαράσταση της Αγγλίας στον ένδοξο αγώνα που μόλις ξεκινούσε.

Προχωρώντας γεμάτος ένταση προς την αίθουσα του Υπουργικού Συμβουλίου, συναντά στο μεγάλο χολ τον υπουργό Κοτζιά και θα του πει: «Εάν κατωρθώσωμεν και κρατήσωμεν άμυναν εις τα σύνορα δεκαπέντε ημέρες, όσες μου χρειάζονται διά να ολοκληρώσω την επιστράτευσιν, μη σου φανή περίεργον αν ιδής τους Ιταλούς στη θάλασσα...».

Ο Ελληνικός Στρατός σε θέση μάχης

«Αν τα ιταλικά στρατεύματα συναντήσουν αντίσταση, αυτή θα καμφθεί διά των όπλων»

Όλα όσα αναφέρει το δραματικό τελεσίγραφο που επιδόθηκε στον Ιωάννη Μεταξά

Το τελεσίγραφο που επιδόθηκε στον Μεταξά ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940 είχε συνταχθεί από τον υπουργό Εξωτερικών του Βασιλείου της Ιταλίας, Γκαλεάτσο Τσάνο, και είχε εγκριθεί από τον 40ό πρωθυπουργό της γειτονικής χώρας και δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι, χωρίς να έχει λάβει γνώση ο Γερμανός φίρερ και συνεργάτης του στον πόλεμο, Αδόλφος Χίτλερ.

Το κείμενο ανέφερε τα εξής: «[...] Η ουδετερότης της Ελλάδος (σ.σ. στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο που είχε ξεσπάσει επισήμως από τον Σεπτέμβριο του 1939) απέβη ολονέν και περισσότερον απλώς και καθαρώς φαινομενική. Η ευθύνη διά την κατάστασιν ταύτην πίπτει πρωτίστως επί της Αγγλίας και επί της προθέσεώς της όπως περιπλέκη πάντοτε άλλας χώρας εις τον πόλεμον. Η Ιταλική Κυβέρνησις θεωρεί έκδηλον ότι η πολιτική της Ελληνικής Κυβερνήσεως έτεινε και τείνει να μεταβάλη το ελληνικόν έδαφος, ή τουλάχιστον να επιτρέψη όπως το ελληνικόν έδαφος μεταβληθή εις βάσιν πολεμικής δράσεως εναντίον της Ιταλίας. Τούτο δεν θα ηδύνατο να οδηγήση εις μίαν ένοπλον ρήξιν μεταξύ της Ιταλίας και της Ελλάδος, ρήξιν την οποίαν η Ιταλική Κυβέρνησις έχει πάσαν πρόθεσιν να αποφύγη.

o_ellinikos_stratos_antepitithetai.png

Όθεν, η Ιταλική Κυβέρνησις κατέληξεν εις την απόφασιν να ζητήση από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν - ως εγγύησιν διά την ουδετερότητα της Ελλάδος και ως εγγύησιν δια την ασφάλειαν της Ιταλίας - το δικαίωμα να καταλάβη δια των ενόπλων αυτής δυνάμεων, δια την διάρκειαν της σημερινής προς την Αγγλίαν ρήξεως, ωρισμένα στρατηγικά σημεία του ελληνικού εδάφους. Η Ιταλική Κυβέρνησις ζητεί από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν όπως μη εναντιωθή εις την κατάληψιν ταύτην και όπως μη παρεμποδίση την ελευθέραν διέλευσιν των στρατευμάτων των προοριζομένων να την πραγματοποιήσωσι. Τα στρατεύματα ταύτα δεν παρουσιάζονται ως εχθροί του ελληνικού λαού και η Ιταλική Κυβέρνησις δεν προτίθεται ποσώς, δια της προσωρινής κατοχής στρατηγικών τινών σημείων, επιβαλλομένης υπό της ανάγκης των περιστάσεων και εχούσης καθαρώς αμυντικόν χαρακτήρα, να θίξη οπωσδήποτε την κυριαρχίαν και την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος.

Η Ιταλική Κυβέρνησις ζητεί από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν όπως δώση αυθωρεί εις τας στρατιωτικάς αρχάς τας αναγκαίας διαταγάς ίνα η κατοχή αυτή δυνηθή να πραγματοποιηθή κατά ειρηνικόν τρόπον. Εάν τα ιταλικά στρατεύματα ήθελον συναντήση αντίστασιν, η αντίστασις αυτή θα καμφθή δια των όπλων και η Ελληνική Κυβέρνησις θα έφερε τας ευθύνας, αι οποίαι ήθελον προκύψη εκ τούτου.

Αθήναι τη 28η Οκτωβρίου 1940/ΧΙΧ».

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Αll About History» που κυκλοφόρησε στις 20 Οκτωβρίου με το «Έθνος της Κυριακής».

capture.png
ΕΞΥΠΝΗ ΠΛΟΗΓΗΣΗ