The Beatles: Η άνοδος και η πτώση της βρετανικής αυτοκρατορίας (vids)
Το 1964 ήταν η χρονιά της αµερικανικής κατάκτησης από τους Beatles που ξεκίνησε µε την εµφάνιση του «I Want to Hold Your Hand», στις 25 Ιανουαρίου, στο Top 40 του Billboard και την άφιξη της µπάντας στις Ηνωµένες Πολιτείες στις 7 Φεβρουαρίου

The Beatles: Η άνοδος και η πτώση της βρετανικής αυτοκρατορίας (vids)

Στις 7 Φεβρουαρίου 1964 οι Beatles χρειάστηκαν απλώς µια… διανυκτέρευση για να κατακτήσουν πολιτιστικά τις ΗΠΑ. Σήµερα, πολλοί που έζησαν ως έφηβοι εκείνη την «κατάκτηση» δυσκολεύονται να καταλάβουν τι έφταιξε και το έθνος τους που κυριάρχησε στα sixties έχει βυθιστεί στο χάος.

Στις αρχές του 1964, το περιοδικό «Life» το έθεσε ως εξής: «Η Αγγλία έχασε το 1776 τις αµερικανικές της αποικίες. Την περασµένη εβδοµάδα οι Beatles τις πήραν πίσω»! Τι είχε συµβεί; Μα η «βρετανική απόβαση». British Invasion.

Ήταν µια γλυκιά παράδοση, της νεολαίας -και όχι µόνο- των ΗΠΑ, καθώς εκατοµµύρια παιδιά υπέκυψαν στον ήχο που έβγαζαν οι κιθάρες των νεαρών από το Λίβερπουλ, οι οποίοι περιστρέφονταν στη σκηνή παίζοντας ένα φρέσκο είδος ροκ εντ ρολ που ήταν «εξωτικά» ξένο αλλά γεµάτο ζωντάνια, µιας εποχής που ήταν «υπό κατασκευή» και ερχόταν να σαρώσει τα πάντα.

Αυτή ήταν η βρετανική εισβολή, και οι Beatles ήταν οι αδιαφιλονίκητοι ηγέτες της. Το 1963, οι Fab Four κυκλοφόρησαν το πρώτο τους αµερικανικό single, «Please Please Me». Την ίδια χρονιά ο όρος Beatlemania αναδύθηκε για να περιγράψει τη φανταστική έκρηξη του ενθουσιασµού στην Αγγλία.

Ήταν όµως το 1964 η χρονιά της αµερικανικής κατάκτησης από τους Beatles και ξεκίνησε µε την εµφάνιση του «I Want to Hold Your Hand» («Θέλω να κρατήσω το χέρι σου»), στις 25 Ιανουαρίου, στο Top 40 του Billboard και την άφιξη της µπάντας στις Ηνωµένες Πολιτείες στις 7 Φεβρουαρίου. Το πράγµα φαινόταν άλλωστε. Δείτε τους Beatles στη µεγαλειώδη υποδοχή τους από τα πλήθη στο αεροδρόµιο JFK της Νέας Υόρκης, όταν το τζετ της Pan Am προσγειώθηκε.

Κάποιοι εστιάζουν σε λεπτοµέρειες, όπως η πολύ καλά σχεδιασµένη διαφηµιστική καµπάνια από τον Μπράιαν Επστάιν που είχε ξεκινήσει από το 1963 και απέβλεπε στο να απογειώσει τη φήµη του συγκροτήµατος στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Το αµερικανικό ραδιόφωνο και η τηλεόραση έβλεπαν να ανεβαίνει η ακροαµατικότητα και η τηλεθέαση όταν έπαιζαν Beatles. Το ίδιο συνέβαινε και µε την κυκλοφορία των εφηµερίδων. Τη σφραγίδα όµως την έβαλε η εµφάνιση των Τζον, Πολ, Τζορτζ και Ρίνγκο στις 9 Φεβρουαρίου για πρώτη φορά στο «Ed Sullivan Show». Το είδαν 73 εκατοµµύρια τηλεθεατές σε µια από τις ιστορικότερες στιγµές στην ιστορία της αµερικανικής τηλεόρασης.

Σε αναδροµή στα γεγονότα εκείνου του νεανικού και αλλόκοτα δηµιουργικού Φεβρουαρίου του 1964, το κορυφαίο περιοδικό «Rolling Stone» έγραψε:

«Χρειάστηκε µία µόλις “διανυκτέρευση” για να καταλάβει η Beatlemania ένα έθνος, µε την... τραγουδιστή συναίνεσή του µάλιστα: “Yeah, yeah, yeah!” (Από το “She Loves You”).

Οι πιο έµπειροι δηµοσιογράφοι κατάλαβαν ότι εδώ επρόκειτο για ένα νέο παιχνίδι στο οποίο η διασκέδαση ήταν µόνο ένα µέρος και του οποίου οι κανόνες ήταν δυσδιάκριτοι. Νεαρά κορίτσια εγκαταλείφθηκαν στην υστερία. Και οι µαθητές άρχισαν να ονειρεύονται µακρά µαλλιά και ηλεκτρικές κιθάρες.

ΣΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ

Η Britannia κυριάρχησε και στα ερτζιανά κύµατα το 1964. Στην πρώτη σειρά παρατεταγµένοι µετά τους Beatles ήταν οι Dave Clark Five, οι Rolling Stones, οι Hermit’s Hermits, οι Searchers, οι Hollies, οι Animals, οι Kinks, οι Yardbirds…».

Κι όµως. Το rock & roll, που φαινόταν τόσο ετοιµοθάνατο στην αρχή της δεκαετίας του ’60, πυροδότησε ξαφνικά έναν ενθουσιασµό, µια πυρετώδη ανάταση που αψήφησε όλες τις προσπάθειες του «κατεστηµένου» να το εξορθολογίσει ή να το βάλει σε καλούπια. Η Beatlemania προκάλεσε µια περίεργη σύγκρουση των γενεών. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ακόµα εναλλακτικός Τύπος προσανατολισµένος στη νεολαία, µε συνέπεια η δουλειά της αναφοράς και της ερµηνείας της «βρετανικής εισβολής» να πέσει στα συµβατικά µέσα ενηµέρωσης. Οι γνωµοδοτήσεις κυµαίνονταν από την απόλυτη απόρριψη ή έστω συγκατάβαση µέχρι την ενθουσιώδη χειρονοµία (σαν το like!) από πιο φωτισµένους σχολιαστές. Πολλοί γονείς και κηδεµόνες είδαν τους Beatles όχι ως κάτι απολαυστικά φρέσκο και διασκεδαστικό, αλλά ως τους (Fab) Τέσσερις Ιππείς της Αποκάλυψης.

Οι Beatles συνέχισαν να κυριαρχούν στο δεύτερο µισό της δεκαετίας του ’60, αν και η «βρετανική εισβολή», µε την έννοια που ο όρος είναι κοινά κατανοητός, είχε λίγο-πολύ κάνει την πορεία της µέχρι το 1967. Αν και ήταν ακόµα οι Beatles που όλοι προσπαθούσαν να µιµηθούν ή να φτάσουν στην κορυφή, η µουσική, το κοινό και οι κανόνες του παιχνιδιού είχαν αλλάξει σηµαντικά.

73 εκατοµµύρια τηλεθεατές σε µια από τις ιστορικότερες στιγµές στην ιστορία της αµερικανικής τηλεόρασης είδαν τους Beatles στο «Ed Sullivan Show»
73 εκατοµµύρια τηλεθεατές είδαν τους Beatles στο «Ed Sullivan Show», αριθμός ρεκόρ

Η πτώση της Beatlemania µετά το 1966 περισσότερο αντικατόπτριζε την απώλεια της όρεξης του συγκροτήµατος για «δόξα» και όχι την πτώση του ενδιαφέροντος εκ µέρους του κοινού. Με την κυκλοφορία του Rubber Soul (Δεκέµβριος 1965) και του Revolver (Αύγουστος 1966) και την απόφασή τους να σταµατήσουν τις περιοδείες (πραγµατοποίησαν την τελευταία τους συναυλία στο Σαν Φρανσίσκο στις 29 Αυγούστου 1966), οι Beatles µεταφέρθηκαν σε µια άλλη φάση.

Έκαναν µια ενδοσκόπηση µε απόλυτα καλλιτεχνικούς όρους και η µουσική τους πια δεν γινόταν δεκτή µε κραυγές και αντιµετωπιζόταν ως ώριµη και καινοτόµα (White Album, 1968, για παράδειγµα). «Αυτό αποδείχθηκε καλό» δήλωσε ο Τζορτζ Χάρισον σε µια µνηµειώδη δήλωση στην τελετή απονοµής βραβείων Rock and Roll of Fame του 1988. «Και ακόµα σπουδαιότερο απ’ όσο αναµενόταν».

Ας γυρίσουµε όµως στο σήµερα. Η 29η Μαρτίου που σφραγίζει την επίσηµη αποχώρηση της Βρετανίας από την ΕΕ πλησιάζει επικίνδυνα, µε τη χώρα αυτή να βυθίζεται διαρκώς στο τέλµα µιας πρωτόγνωρης κρίσης για τα µεταπολεµικά της δεδοµένα. Ποιος νοιάζεται για τον πολιτισµό;

«To Brexit είναι µαύρο σύννεφο για τις βρετανικές τέχνες» είπε τον περασµένο Οκτώβριο ο πρώην, επί 12ετία διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου Sir Nicholas Hytner, εκφράζοντας δηµοσίως τις απόψεις που ανταλλάσσουν ιδιωτικά πολλοί καλλιτέχνες. Εκανε ανησυχητικές προειδοποιήσεις σχετικά µε την αντοχή των βρετανικών τεχνών και του πολιτισµού µετά το Brexit, µε περικοπές δαπανών και υποβάθµιση του ρόλου των δηµιουργών. Αλλοι µε απόγνωση βλέπουν ότι η µια οδυνηρή συνέπεια του Brexit στη βρετανική µουσική βιοµηχανία θα είναι η απώλεια ευρωπαϊκής χρηµατοδότησης.

Το πασίγνωστο πρόγραµµα µεγάλων συµπράξεων πολιτισµού στην Ευρώπη µε τίτλο Creative Europe, µε δράσεις 2 δισεκατοµµυρίων ευρώ, έφερνε το Ηνωµένο Βασίλειο να εµφανίζει το µεγαλύτερο ποσοστό απορρόφησης µε 46%, το διπλάσιο από τον µέσο όρο της ΕΕ. Όλοι αντιλαµβάνονται το τι θα συµβεί στη µουσική βιοµηχανία χωρίς το οικονοµικό οξυγόνο της ΕΕ.

Η ΝΕΟΛΑΙΑ ΑΝΤΙΔΡΑ

ΗΠΑ και Βρετανία, σύµφωνα µε πολιτικούς αναλυτές στις δυο πλευρές του Ατλαντικού, «παίζουν» ο καθένας µε τον τρόπο του το παιχνίδι του µοναχικού τρελού που θέλει να αποµονωθεί από τον υπόλοιπο κόσµο – µε το πολυσυζητηµένο τείχος στα σύνορα ο Τραµπ και µε το Brexit η Μέι. Η Βρετανία όµως φαίνεται να πληρώνει το µάρµαρο.

Γι’ αυτό και πολλοί σηµερινοί παππούδες που έζησαν ως έφηβοι τη «βρετανική απόβαση» στις ΗΠΑ αλλά και την κυριαρχία της νεανικής κουλτούρας του Λονδίνου (ροκ εντ ρολ, µίνι φούστα, εναλλακτική µόδα, λογοτεχνία, θέατρο και σινεµά, σεξουαλική απελευθέρωση) δυσκολεύονται να καταλάβουν τι έφταιξε και το έθνος τους που κυριάρχησε στα sixties έχει βυθιστεί στην ταπείνωση και το χάος, µε τη νεολαία σε µεγάλο βαθµό να αντιδρά αλλά ποιος την ακούει…

dimboyrgo_neoi_kata_toy_mprexit.jpg
Aνησυχητικές είναι οι προειδοποιήσεις σχετικά µε την αντοχή των βρετανικών τεχνών και του πολιτισµού µετά το Brexit

Πάντως, όταν ανατέλλει µια καινούργια εποχή µε νέα κοινωνικά, οικονοµικά και γεωπολιτικά χαρακτηριστικά, µια µικρή παράδοση του τελευταίου µισού αιώνα λέει πως η µια χώρα ακολουθεί την άλλη: Η σιδηρά Μάργκαρετ Θάτσερ ανέβηκε στην εξουσία το 1979, δύο χρόνια πριν ορκιστεί ο οµοϊδεάτης της, σκληρός νεοφιλελεύθερος Ρόναλντ Ρέιγκαν.

Το δηµοψήφισµα που έφερε ως αποτέλεσµα το µοιραίο Brexit έγινε τον Μάιο του 2016, πέντε µήνες πριν από τη νίκη του Τραµπ.

Ο Μπιλ Κλίντον εκλέχτηκε το 1992 ενώ ο Τόνι Μπλερ το 1997.

Ακολουθήστε το ethnos.gr στο Instagram

ΣΧΟΛΙΑ <% totalComments %>
ΞΕΚΙΝΗΣΤΕ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Tο ethnos.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο το οποίο είναι σχετικό με το θέμα. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετεί τις απόψεις αυτές. Διατηρεί το δικαίωμα να μην δημοσιεύει συκοφαντικά, υβριστικά, ρατσιστικά ή άλλα σχόλια που προτρέπουν σε άσκηση βίας. Επίσης, σχόλια σε greeklish και κεφαλαία δεν θα δημοσιεύονται ενώ το ethnos.gr, όταν και όπου κρίνει, θα συμμετέχει στον διάλογο.

Δείτε εδώ τους όρους χρήσης.

Προσθήκη Σχολίου
<% replyingComment.name %>
Ακύρωση
Το σχόλιό σας έχει προωθηθεί για έγκριση
Αυτός ο ιστότοπος προστατεύεται από το reCAPTCHA και ισχύουν η Πολιτική Απορρήτου και οι Όροι Παροχής Υπηρεσιών της Google.
ΕΞΥΠΝΗ ΠΛΟΗΓΗΣΗ