Η Μαρία Σολωμού είναι μια πολυσχιδής προσωπικότητα. Και γι’ αυτό ακριβώς δεν είναι ποτέ απλό να ξεδιπλώσεις τις διαφορετικές πτυχές της μέσα από μια συνέντευξη. Είναι από εκείνες τις γυναίκες που δεν χωρούν εύκολα σε ταμπέλες, ούτε σε έτοιμες αφηγήσεις. Με βλέμμα που εκπέμπει ειλικρίνεια και ένα χαμόγελο αφοπλιστικό, η αγαπημένη ηθοποιός μιλά στο ethnos.gr για τη ζωή της, όπως ακριβώς τη ζει. Xωρίς φίλτρα, χωρίς βιασύνη, χωρίς διάθεση να εντυπωσιάσει. Μιλά για όνειρα και επιθυμίες, για άγχη και αναποδιές, για φόβους που δεν εξαφανίστηκαν ποτέ αλλά έμαθε να συνυπάρχει μαζί τους. Και κάπου εκεί συνειδητοποιείς πως η ίδια βρίσκεται, ίσως περισσότερο από ποτέ, στην καλύτερή της στιγμή. Ξέρει τι θέλει, με ποιον θέλει να το μοιραστεί και —κυρίως— τι δεν είναι πια διατεθειμένη να θυσιάσει.
Γεννημένη στον Λυκαβηττό, στη Νεάπολη, μεγάλωσε ως ένα ήσυχο, εσωστρεφές παιδί. Μοναχοπαίδι, χωρίς την ανάγκη να ανήκει στο πλήθος, προτιμούσε τη γωνία από το κέντρο. Οι πρώτες της αναμνήσεις είναι κυρίως οικογενειακές. Κυριακάτικα τραπέζια με παππούδες, θείους, ξαδέρφια, μια σταθερότητα που λειτουργούσε σαν άγκυρα. Τα καλοκαίρια στη Βάρκιζα και τη Βουλιαγμένη, γεμάτα μπάνια, παγωτά και ανεμελιά, άφησαν ανεξίτηλο αποτύπωμα.
Το σχολείο δεν την ενθουσίασε ποτέ ιδιαίτερα. Δεν ήταν κακή μαθήτρια, αλλά ένιωθε ότι κάτι της έλειπε. Αυτό το «κάτι» άρχισε να διαμορφώνεται στην εφηβεία, όταν —όπως λέει— μια δεύτερη φωνή ξύπνησε μέσα της. Μια ανεξήγητη δίψα για ζωή, για εμπειρίες, για χαρά. Μαζί της ήρθε και το άγχος του χρόνου που περνά, η ανάγκη να προλάβει. Το θέατρο μπήκε νωρίς στη ζωή της, σχεδόν φυσικά. Το μπαλέτο την εξοικείωσε με τη σκηνή, ενώ τα μιούζικαλ που έβλεπε με τη γιαγιά της, της άνοιξαν έναν κόσμο που ένιωθε πως της ανήκει. Παρά τις διαδρομές, τις παρακάμψεις, ακόμα και το σύντομο πέρασμα από τη ζωή της αεροσυνοδού, η σκηνή ήταν πάντα εκεί. Τρομακτική και ελκυστική μαζί.
Σήμερα, η Μαρία Σολωμού μοιράζει τον χρόνο της μόνο σε όσα τη γεμίζουν πραγματικά, έχοντας μάθει —ιδίως μετά την εμπειρία του Covid— να ζει με προτεραιότητες και χωρίς εκπτώσεις. Και κάπως έτσι, επιστρέφει στη σκηνή ως μέλος της πιο παράξενης και αγαπημένης οικογένειας της ποπ κουλτούρας. Η «Οικογένεια Άνταμς» ανεβαίνει στο Θέατρο Βέμπο, από Τετάρτη έως Κυριακή, για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων. Ενα πολυβραβευμένο μιούζικαλ γεμάτο μαύρο χιούμορ, ερωτισμό και καρδιά. Ακριβώς όπως και η γυναίκα που ενσαρκώνει τη Μορτίσια, σκοτεινά φωτεινή, αντισυμβατική και βαθιά ανθρώπινη.
Πώς είναι να υποδύεστε τη μητέρα της Γουένσντεϊ, ενός χαρακτήρα τόσο σκοτεινού αλλά και αγαπημένου απ' όλες τις ηλικίες;
Η οικογένεια Άνταμς είναι ένα «πακέτο». Δεν είναι μόνο η Μορτίσια. Είναι όλοι μαζί. Πρόκειται για χαρακτήρες που υπάρχουν εδώ και δεκαετίες, από τα ’90s σίγουρα, αν θυμάμαι καλά. Θυμάμαι ότι ήμουν κι εγώ πιτσιρίκα όταν τους πρωτοείδα και μου είχαν κάνει τεράστια εντύπωση. Από τότε πάντα μου άρεσαν και ειλικρινά δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιος που να μην αγαπά αυτή την οικογένεια. Αυτό το μαύρο χιούμορ, η ιδιαιτερότητα, η «μαυρίλα» τους, που όμως πηγάζει από κάτι βαθιά θετικό, είναι μοναδικά στοιχεία. Και φυσικά όλοι οι ρόλοι είναι πολύ ιδιαίτεροι. Εδώ υπάρχουν άνθρωποι που με ρωτάνε αν στην παράσταση υπάρχει και το… χέρι! Αυτό τα λέει όλα.

Η Μορτίσια Άνταμς είναι μια μητέρα πολύ διαφορετική από τα συνηθισμένα. Ποια στοιχεία της νιώσατε πιο κοντά σας;
Δεν μπορείς εύκολα να πεις ότι νιώθεις κοντά σε κάτι από αυτή την οικογένεια με τον συμβατικό τρόπο. Κι όμως, μ' έναν παράδοξο τρόπο, η σκοτεινιά αυτών των ρόλων γεννά χαρά. Δεν είναι πεσιμιστές, δεν είναι κακοί άνθρωποι. Έχουν σκοτεινά χαρακτηριστικά, αλλά αυτό είναι κάτι που προσωπικά μου αρέσει πολύ. Δεν θα έλεγα ότι ταυτίζομαι με τη Μορτίσια. Έχει αυστηρότητα, είναι απόλυτη. Το μόνο στοιχείο με το οποίο νιώθω πραγματική σύνδεση είναι ο απίστευτος ερωτισμός της με τον Γκόμεζ. Είναι διαρκώς ερωτευμένοι, αγαπιούνται βαθιά και εκφράζουν τον έρωτά τους χορεύοντας τάνγκο. Αυτό είναι σχεδόν σουρεαλιστικό, αν σκεφτείς ότι πρόκειται για ένα ζευγάρι παντρεμένο 25 χρόνια. Και το βρίσκω ταυτόχρονα πολύ αισιόδοξο. Κατά τ' άλλα, κάνουν τα πάντα «στραβά», διαφορετικά, με τον δικό τους τρόπο. Βέβαια, για τη δική τους πραγματικότητα όλα είναι απολύτως λογικά. Ίσως και εκεί να 'ναι που ταυτίζομαι. Είναι διαφορετικοί, αλλά έτσι νιώθουν καλά και έτσι μπορούν να ζουν ευτυχισμένοι.
Αν και δεν σας γνωρίζω προσωπικά, παρατηρώντας σας νιώθω ότι ταυτίζεστε και με το καυστικό χιούμορ της οικογένειας…
Έχω ένα χιούμορ λίγο πιο μπλακ, λίγο πιο καυστικό, αλλά κυρίως έχω πολύ αυτοσαρκασμό. Αυτό είναι το βασικό μου όπλο. Οι Άνταμς δεν λειτουργούν έτσι στο 100%, δεν θα έλεγα ότι τους χαρακτηρίζει ο αυτοσαρκασμός. Αν όμως υπάρχει κάτι με τ' οποίο μπορώ να ταυτιστώ σε επίπεδο αίσθησης, είναι αυτό που ανέφερα νωρίτερα. Είναι άνθρωποι που, με τον δικό τους τρόπο, είναι ικανοποιημένοι και χαρούμενοι. Δεν είναι «κανονικοί» στα μάτια των άλλων, αλλά για τους ίδιους αυτό που βιώνουν είναι απόλυτα φυσιολογικό.
Πιστεύετε ότι η οικογένεια Άνταμς είναι τελικά πιο υγιής οικογένεια από πολλές «κανονικές»;
Ναι (γέλια). Γιατί, με τον δικό τους τρόπο, όλα λειτουργούν. Σε αυτή την οικογένεια υπάρχει τεράστια αγάπη και έρωτας, αλλά και απόλυτη ειλικρίνεια. Και αυτό δεν ισχύει σε πολλές σχέσεις και γάμους που γνωρίζουμε, ειδικά μετά από 25 χρόνια. Θα μου πεις, είναι μυθοπλασία, είναι φιξιόν. Σύμφωνοι. Αλλά έχουμε δει και άλλες φιξιόν ιστορίες που τελικά δεν μας έπεισαν. Η ζωή μιμείται την τέχνη και το αντίστροφο.
Αν έπρεπε να διαλέξετε έναν χαρακτήρα της οικογένειας Άνταμς για να κάνετε παρέα, ποιος θα ήταν;
Δεν ξέρω… μάλλον τη Μορτίσια. Μου αρέσει πάρα πολύ αυτή η γυναίκα. Έχει αυτοσυγκράτηση, είναι μίνιμαλ σε όλα της. Είναι ένας χαρακτήρας που, μ' έναν τρόπο, τον θαυμάζω κιόλας. Έχει φοβερή ψυχραιμία, είναι πολύ πράος τύπος, αλλά ταυτόχρονα υπάρχει και ένα μυστήριο γύρω της. Νομίζω θα μ' ενδιέφερε πολύ. Και ναι, είναι και λίγο τρομακτική.
Σας τραβάει το τρομακτικό, το σκοτεινό;
Ναι, με τραβάει πάρα πολύ. Το μυστήριο με σαγηνεύει. Οτιδήποτε έχει βάθος και δεν είναι ξεκάθαρο, μου δημιουργεί την ανάγκη να το καταλάβω. Είναι ερωτικό αυτό. Και όλη αυτή η οικογένεια είναι βαθιά ερωτική. Έχει κάτι μαγικό. Μου αρέσει πολύ.
Υπάρχει κάποιο στοιχείο της σχέσης μητέρας – κόρης στο έργο που σας τράβηξε περισσότερο την προσοχή; Ίσως η ειλικρίνεια ανάμεσα σε αυτές τις δύο γυναίκες;
Η ειλικρίνεια αφορά κυρίως τη σχέση του Γκόμεζ με τη Μορτίσια. Αυτό είναι ουσιαστικά και το θέμα της παράστασης. Ο Γκόμεζ λέει συνεχώς στη Γουένσντεϊ: «Δεν έχω κρατήσει ποτέ μυστικό από τη μητέρα σου». Όταν εκείνη το μαθαίνει, γίνεται έξαλλη, γιατί δεν έχουν συνηθίσει να κρύβουν πράγματα ο ένας από τον άλλον. Τα λένε όλα. Και σαν ιδέα αυτό είναι υπέροχο. Όσον αφορά τη σχέση μητέρας –κόρης είναι γνωστό μοτίβο. Μια αυστηρή μητέρα που επιβάλλεται στην κόρη της, μέχρι που τελικά καταλαβαίνει το λάθος της. Ο πατέρας είναι πιο «χαλαρός», πιο προστατευτικός, ενώ η μητέρα παραμένει ανένδοτη. Και κάπως έτσι ξεδιπλώνεται μια πολύ ανθρώπινη δυναμική, μέσα σ' έναν κατά τα άλλα τόσο αλλόκοτο κόσμο.

Με τον Νίκο Μουτσινά συνεργάζεστε για χιλιοστή φορά. Τι έχει αυτός ο άνθρωπος που σας γοητεύει τόσο;
Γνωριζόμαστε πάρα πολλά χρόνια. Έχουμε δουλέψει μαζί ξανά και ξανά και έχουμε αποκτήσει έναν κοινό κώδικα. Υπάρχει μια ταχύτητα συνεννόησης πάνω στη σκηνή που είναι απίστευτη. Συνεννοούμαστε χωρίς να χρειάζεται να μιλήσουμε. Νιώθει ο ένας τον άλλον σκηνικά. Μιλάμε με τα μάτια και αυτό είναι πολύ σημαντικό. Σου δίνει μια τεράστια ασφάλεια. Το να έχεις τον ίδιο κώδικα με τον άνθρωπο που στέκεται δίπλα σου είναι ανεκτίμητο.
Γενικά, όμως, όλοι οι ηθοποιοί μεταξύ μας έχουμε μεγάλη αλληλεγγύη και νοιάξιμο πάνω στη σκηνή. Και σε αυτή την παράσταση ειδικά, λόγω της συγκυρίας, είμαστε όλοι πολύ προσεκτικοί ο ένας με τον άλλον. Προσέχουμε, στηρίζουμε, «κρατάμε» τον συμπαίκτη μας. Το ίδιο νιώθω και με την Παρθένα Χοροζίδου. Δεν είχαμε ξαναβρεθεί θεατρικά και όμως υπάρχει μια πολύ έντονη σκηνική επικοινωνία. Βλέπω πώς με κοιτάει, πώς την κοιτάω όταν έχει το δικό της κομμάτι κι όταν έχω εγώ το δικό μου. Υπάρχει νοιάξιμο, σφίγγεσαι, πιάνεις το χέρι του άλλου. Και φυσικά υπάρχει και η Marseaux, που αυτή είναι η πρώτη της δουλειά. Το πώς την προσέχουμε όλοι… Είναι πολύ όμορφο αυτό. Είναι μεγάλη τύχη το πώς έχουμε βρεθεί όλοι αυτοί οι άνθρωποι μαζί.
Το μιούζικαλ έχει ρυθμό που δεν συγχωρεί λάθη. Πόσο αγχωτικό είναι αυτό για εσάς;
Το συγκεκριμένο μιούζικαλ είχε ξαναπαιχτεί πριν από δέκα χρόνια με άλλους ηθοποιούς και ήταν επίσης μια πολύ ωραία στιγμή. Τότε ήταν και το μεγάλο μου άγχος. Ήταν μια χρονιά που είχα αποφασίσει να κάνω κάτι τελείως διαφορετικό και προέκυψε αυτό. Τα άλλαξα όλα για να το κάνω, γιατί μόλις άκουσα «Μορτίσια», είπα: «Δεν γίνεται να μην την κάνω εγώ». Είναι ένας χαρακτήρας που θαυμάζω πάρα πολύ και με τραβάει. Βέβαια, για μένα που δεν τραγουδάω ήταν όλο αυτό βουνό. Έβαλα όμως τα πράγματα κάτω, έκανα μαθήματα, δούλεψα πάρα πολύ και τελικά πήγε πολύ καλά.
Φέτος, όμως, που το ήξερα νωρίτερα, δουλεύω από το καλοκαίρι. Το τραγούδι είναι κάτι στο οποίο έχω ανασφάλεια. Δεν είμαι τραγουδίστρια, δεν είναι το εύκολο μου. Ήθελα όμως τεχνικά και ακουστικά να είναι όσο καλύτερο μπορώ να δώσω. Να είμαι εντάξει με τον εαυτό μου. Στο μιούζικαλ πρέπει να είσαι συγκεντρωμένος σε τρία πράγματα ταυτόχρονα: τραγούδι, χορό και υποκριτική. Και κάθε μέρα είναι ξανά από την αρχή. Δεν υπάρχει «εντάξει, το ’χουμε τώρα». Ποτέ δεν έχω πάει στο θέατρο χωρίς ζέσταμα, πόσο μάλλον εδώ. Φωνή, σώμα, συγκέντρωση στην υποκριτική. Δεν είναι εύκολη δουλειά. Κάποιοι άνθρωποι το έχουν πιο έτοιμο, πιο φυσικό. Τους θαυμάζω πολύ. Εγώ είμαι από αυτούς που χρειάζονται αρκετή δουλειά.
Αυτό είναι κι ένα στοιχείο της τελειομανίας σας;
Ναι, είναι στοιχείο της τελειομανίας μου. Αν υπήρχε μόνο η υποκριτική, θα ήμουν ίσως λίγο πιο χαλαρή. Οχι ότι θα πήγαινα ποτέ «χύμα», αλλά εκεί νιώθω πιο άνετη. Ο ρόλος της «Μορτίσια», όμως, έχει και μια μεταμόρφωση που βοηθά πολύ. Το μακιγιάζ, η προετοιμασία, η περούκα, το κοστούμι, το σωματικό στήσιμο. Όλο αυτό σε βάζει σταδιακά σε μια διαδικασία. Είναι υποστηρικτικό. Σε οδηγεί μέσα στον ρόλο.
Έχετε να εμφανιστείτε καιρό σε τηλεοπτική σειρά. Είναι συνειδητή επιλογή ή απλώς δεν σας προέκυψε κάτι που να σας αφορά;
Κοίταξε, όταν σταμάτησα, ήταν λίγο μετά τον Covid-19. Τότε έκανα ένα διάλειμμα, το είχα ανάγκη. Θα ήθελα να κάνω κάτι τηλεοπτικά. Φέτος, μάλιστα, μου έχουν γίνει διάφορες προτάσεις, αλλά δεν χωρούσαν στο πρόγραμμά μου. Και, ειλικρινά, δεν ήταν και κάτι που να πω ότι θα τα στριμώξω όλα για να το κάνω. Αν δεν με συναρπάζει πραγματικά, δεν το κάνω.
Τα τελευταία χρόνια δεν μπορώ να πω ότι μου έχουν προκύψει προτάσεις που ν' αξίζει καν να τις σκεφτώ σοβαρά. Και ναι, νιώθω κι εγώ ότι έχω λείψει από την τηλεόραση. Αλλά θα έρθει η ώρα του «ναι». Πιστεύω ότι θα έρθει. Τώρα έχω στραφεί περισσότερο στο θέατρο και μάλιστα σε πράγματα που για το δικό μου μενταλιτέ ήταν απαιτητικά. Η «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.» ήταν ένα τεράστιο στοίχημα για μένα και πήγε ανέλπιστα καλά. Και η «Οικογένεια Άνταμς» δεν υπήρχε περίπτωση να μην το έκανα ξανά από τη στιγμή που έγινε. Το ήθελα πάρα πολύ και χάρηκα πολύ όταν ήρθε αυτή η πρόταση.
Με τέτοιες δουλειές, πρακτικά δεν μπορείς να συνδυάσεις και δέκα ώρες γύρισμα την ημέρα. Και πια βρίσκομαι σε μια φάση που έχω πει ότι δεν θέλω να κάνω εκατό πράγματα ταυτόχρονα. Βέβαια, τελικά… κάνω. Έχω το ραδιόφωνο, έχω το «Μαρία τη νύχτα», που έχει πολλή δουλειά, έχω τη σχολή όπου διδάσκω σχεδόν είκοσι χρόνια. Η καθημερινότητά μου είναι γεμάτη. Δεν υπάρχει κενό. Είμαι σε διαρκή εγρήγορση, οπότε αυτή τη στιγμή δεν χωράει κάτι άλλο. Και δεν ξέρω πώς θα είναι ούτε του χρόνου. Αυτό που ξέρω είναι ότι τη μυθοπλασία την έχω πάντα στην άκρη του μυαλού μου, πολύ έντονα. Υπάρχει επιθυμία να επιστρέψω. Το πότε και το πώς, όμως, είναι πάντα θέμα προτεραιοτήτων.

Πώς βλέπετε τη σημερινή ελληνική μυθοπλασία; Θεωρείτε ότι η τηλεόραση σήμερα ρισκάρει ή παίζει πιο ασφαλές παιχνίδι;
Θα είμαι απολύτως ειλικρινής. Δεν έχω τηλεόραση. Δεν παρακολουθώ. Έχω ακούσει, βέβαια, για κάποιες σειρές που μου έχουν πει ότι είναι εξαιρετικές, όπως το «Milky Way» ή το «Ριφιφί». Η μόνη ελληνική σειρά που έχω δει ολόκληρη —και αυτή μέσω Netflix— ήταν το «Maestro», καθώς και λίγο τις «Σέρρες» του Γιώργου Καπουτζίδη. Δεν έχω δει κάτι άλλο. Έχω την αίσθηση ότι, πέρα από το κοινωνικό και το δραματικό, λείπει το είδος που εμένα με συναρπάζει, η κωμωδία ή το κομεντί.
Για να βάλω κάτι τέτοιο στο πρόγραμμά μου, ειδικά τώρα που είμαι τόσο στριμωγμένη με το θέατρο, θα πρέπει το σενάριο να με κάνει πραγματικά να πω «ναι». Μέχρι στιγμής, δεν έχω νιώσει αυτό το «γαργάλημα». Να δω κάτι και να πω: «Μπράβο, τι ωραία, θα ήθελα να ήμουν κι εγώ εκεί». Αλλά για να είμαι δίκαιη, δεν έχω προλάβει να δω πολλά. Χαίρομαι πραγματικά όταν γίνεται κάτι καλό, κάτι που με αντιπροσωπεύει ή εντυπωσιάζει. Όταν συμβαίνει, φαίνεται από χιλιόμετρα.
Τι χρειάζεστε περισσότερο σε αυτή τη φάση της ζωής σας;
Κοίταξε να δεις, μάλλον είχα ανάγκη το θέατρο και δεν είναι τυχαίο ότι έκανα τέσσερα χρόνια off. Μου αρέσει πια που μπορώ, στη δουλειά μου, να κάνω ένα πράγμα τη φορά. Μέχρι τον Covid, και λίγο πριν, τα κάναμε όλα μαζί. Γυρίσματα, θέατρο, τρέξιμο από εδώ κι από εκεί. Και τελικά καταλάβαμε — και εμείς οι ίδιοι οι ηθοποιοί — ότι αυτό δεν γίνεται. Οι περισσότεροι πια λένε «ένα τη φορά». Γιατί αυτή η τρέλα των τελευταίων δεκαπέντε χρόνων, με παιδιά, υποχρεώσεις, δουλειές παράλληλα… δεν ζεις.
Το μεγάλο μου μάθημα μετά τον Covid είναι ότι θέλω να ζω. Να ζήσω πραγματικά. Δεν ζω μέσα από τη δουλειά μου. Δεν είμαι από αυτούς που αντλούν ζωή αποκλειστικά από τη δουλειά τους. Είναι η δουλειά μου, ναι — έχω ανάγκη να εκφράζομαι καλλιτεχνικά — αλλά έχω και μια άλλη ανάγκη, εξίσου μεγάλη, να ζω. Αυτό σημαίνει να βγω για έναν καφέ με τους φίλους μου ή να κάτσω σπίτι και να κοιτάζω το ταβάνι. Γι’ αυτό και σταμάτησα να δουλεύω τα καλοκαίρια σε περιοδείες. Πηγαίνω πια διακοπές.
Πιστεύω πάρα πολύ στο τι σου έρχεται στον δρόμο σου και πώς σου έρχεται. Και όταν έρχεται μια ευκαιρία, πρέπει να την αρπάζεις. Αν αρχίσεις το υπερβολικό ζύγισμα, χάθηκε το πράγμα. Θέλω οι αποφάσεις μου πια να 'ναι πραγματικά δικές μου. Όχι «έλα μωρέ, ας το κάνουμε». Όπως έγινε με τη «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.». Δεν μπορούσα να πω όχι. Πήρα μια βαθιά ανάσα και είπα, «θα πολεμήσω τους φόβους μου με τον μονόλογο και θα το κάνω». Δεν θέλω πια η δουλειά μου να είναι υποχρέωση. Μου λείπουν χρήματα; Εννοείται. Πάντα θα μου λείπουν, γιατί δουλεύω πολύ λιγότερο. Αλλά θέλω να περνάω καλά. Θα μου πεις, έχεις αυτή την άνεση; Όχι. Ζω με λιγότερα. Αλλά ζω.
Το ότι βλέπετε τη δουλειά ως δουλειά, σας βοηθάει στο κομμάτι της διαπραγμάτευσης και στο να μπαίνουν όρια;
Δεν είμαι πολύ καλή στη διαπραγμάτευση, ούτε στα οικονομικά ούτε σε οτιδήποτε άλλο. Έχω τις στιγμές μου. Βέβαια, ώρες-ώρες είμαι αρκετά σκληρή σε αυτά που θέλω. Στη δουλειά είμαι απαιτητική. Θέλω τα πράγματα να γίνονται όπως πρέπει. Δεν μου αρέσει το «πασάλειμμα». Από εκεί και πέρα, με τον χρόνο μου δεν τα πάω καθόλου καλά. Γι’ αυτό και έβαλα αυτό το όριο στον εαυτό μου. Να μη δουλεύω σε εκατό ίδια πράγματα ταυτόχρονα. Αν είναι να κάνω πολλά, να είναι σε άλλους τομείς.
Έτσι ξεκίνησα και το podcast. Έτσι ασχολήθηκα με τη σχολή, όπου διδάσκω. Είναι δουλειά μου, αλλά ταυτόχρονα διαβάζω μαζί με τα παιδιά, εξελίσσομαι, προσφέρω και το γουστάρω. Το ραδιόφωνο ήταν κάτι εντελώς καινούργιο για μένα. Δεν το είχα κάνει ποτέ και είπα, «γιατί όχι;» Είναι δύσκολο, καθημερινό, έχει το στρες του, αλλά ήθελα να το δοκιμάσω. Πάντα μου έλεγαν ότι «φλερτάρεις» με το ραδιόφωνο και φέτος είπα να το κάνω. Και οι κουβέντες που κάνουμε στη «Μαρία τη νύχτα» ήταν ακριβώς αυτό που ήθελα. Ενας χώρος όπου ο καθένας μπορεί να πει αυτό που θέλει, χωρίς να ψάχνουμε απαραίτητα το «juicy», αλλά το αληθινό.
Τι σας κέρδισε σε αυτό το κομμάτι της παρουσίασης;
Δεν το βλέπω καν ως παρουσίαση. Αυτό που κάνω είναι μια συζήτηση μ' έναν άνθρωπο. Μ' ενδιαφέρει πρωτίστως ο άνθρωπος και όχι αν είναι στην επικαιρότητα. Μπορεί να τον θαυμάζω, μπορεί να θέλω απλώς να τον γνωρίσω καλύτερα ή μπορεί να τον ξέρω ήδη. Και προσπαθούμε να κάνουμε μια κουβέντα όπως θα την κάναμε στον καναπέ μου. Δεν έχω κάρτες μπροστά μου, δεν έχω σειρά ερωτήσεων, δεν έχω ατζέντα. Θα μου πεις, είναι καλό αυτό; Δεν μπορώ να το κάνω αλλιώς.
Σε καμία περίπτωση δεν είμαι παρουσιάστρια ούτε δημοσιογράφος. Δεν ξέρω να το κάνω αυτό το πράγμα. Κάνω κάτι τελείως αθώο από τη δική μου πλευρά. Και όλοι μου λένε: «Πώς το κάνεις αυτό και οι άνθρωποι ανοίγονται έτσι;» Το κάνω από χαρά. Από περιέργεια. Από το τι θα ρώταγα εγώ έναν άνθρωπο. Από το τι θα ήθελα να συζητήσω.
Τώρα που έχετε βρεθεί όμως και σε αυτή την πλευρά, βλέπετε διαφορετικά τις ερωτήσεις που σας έχουν κάνει στο παρελθόν για την προσωπική σας ζωή;
Έχεις δει το «Μαρία τη νύχτα»; Δεν έχω ρωτήσει ποτέ κάτι που ο άλλος να μην μπορεί ή να μην θέλει ν' απαντήσει. Ρωτάω πράγματα που, αν ήμουν στη θέση του, θα με ενδιέφερε κι εμένα να με ρωτήσουν. Σίγουρα δεν με ενδιαφέρει να ρωτήσω κάποιον για τα ερωτικά του, τύπου «πώς είσαι αυτή την περίοδο». Άλλο όμως να μιλήσεις γενικά για τον έρωτα. Ποτέ δεν έχω ρωτήσει κάποιον για προσωπικές του σχέσεις. Ακόμα και όταν αυτές είναι γνωστές προς τα έξω. Αν δεν ανοίξει ο ίδιος το θέμα, εγώ δεν πρόκειται να το κάνω. Οπότε όχι, δεν καταλαβαίνω τι σημαίνει «φέρνω κάποιον σε δύσκολη θέση». Δεν θα το έκανα ποτέ.
Βλέποντας πίσω, νιώθετε ευχαριστημένη με τις επιλογές που έχετε κάνει στη ζωή σας;
Δεν είμαι άνθρωπος που του αρέσει να κάνει απολογισμούς. Δεν μου αρέσει καθόλου. Σίγουρα θα άλλαζα πολλά πράγματα. Εξάλλου, ποιος δεν θα άλλαζε; Στη δουλειά, πάντως, δεν θα μπορούσα ποτέ να συμβιβαστώ ή να μπω σε καλούπι. Ακόμα κι αν προσπαθούσα, δεν θα μου έβγαινε. Πάντα ακροβατούσα ανάμεσα στο τι θέλω πραγματικά να κάνω και στις ταμπέλες. «Είναι εμπορική», «είναι ποιοτική», «δεν είναι mainstream», «είναι πολύ ροκ», «κάνει ακραίους ρόλους». Έχω ακούσει πολλά κατά καιρούς, άλλων δεκαετιών, άλλων εποχών. Κάποια δεν υπάρχουν πια, κάποια υπάρχουν ακόμη. Όχι, δεν θα άλλαζα κάτι από την καλλιτεχνική μου πορεία. Σε καμία περίπτωση. Αν με ρωτάς, όμως, για την προσωπική μου ζωή… εκεί ναι. Έχω κάνει μεγάλες κοτσάνες, όπως όλοι μας. Και πάρα πολλά λάθη που, με χαρά, θα τα άλλαζα.


