article background image

Σήμερα, Παρασκευή 12 Μαρτίου 2026, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μίνωας το νέο βιβλίο του Σπύρου Πετρουλάκη, με τίτλο «Καθαρμός», ένα έργο που υπόσχεται να ταξιδέψει τον αναγνώστη σε ένα βαθιά ανθρώπινο οδοιπορικό στη μνήμη, την ενοχή και την ακατανίκητη ανάγκη για αλήθεια. Πρόκειται για μια ιστορία που αποδεικνύει πως το παρελθόν δεν χάνεται ποτέ, παραμένει ζωντανό, ακόμη κι όταν μοιάζει να έχει θαφτεί κάτω από νερό και σιωπή.

Η ιστορία εκτυλίσσεται στον βυθό μιας τεχνητής λίμνης στην Πέλλα, εκεί όπου το παρελθόν δεν κοιμάται, απλώς περιμένει τη στιγμή που θα αποκαλυφθεί. Όταν η υδρογεωλόγος Θεοδώρα Χαραλαμπίδου επιστρέφει στην Πάνω Λίμνη, έρχεται αντιμέτωπη με ένα τοπίο που δεν θυμίζει σε τίποτα τις εικόνες της παιδικής της ηλικίας. Η άλλοτε γνώριμη λίμνη έχει μετατραπεί σε μια παράξενη, σχεδόν απόκοσμη έρημο λάσπης. Καθώς τα νερά υποχωρούν, φέρνουν στο φως ένα σκοτεινό μυστικό, τα νεκρά σώματα μιας οικογένειας που χάθηκε πριν από μισό αιώνα. Ένα μυστήριο που έμοιαζε να έχει χαθεί στον χρόνο επιστρέφει, απειλώντας να ανατρέψει όλα όσα η Θεοδώρα πίστευε πως γνώριζε για την καταγωγή και τις ρίζες της. Ο αστυνόμος Ιορδάνης Σαλονικίδης αναλαμβάνει να ρίξει φως σε μια υπόθεση που όλοι θεωρούσαν ξεχασμένη, ξετυλίγοντας ένα νήμα αλήθειας που οδηγεί βαθιά στο παρελθόν.

Με αφορμή το νέο αυτό βιβλίο, αξίζει να σταθούμε και στη βαθιά σχέση του συγγραφέα μ' έναν τόπο που κατέχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά του, την Κρύα Βρύση. «Συνηθίζω να λέω "Κρύα Βρύση, ζεστή καρδιά"», έχει δηλώσει ο ίδιος. Και τα λόγια του αποτυπώνουν μια αλήθεια που συγκινεί όλους όσοι ζουν εκεί. Γιατί, όπως εξηγεί, παρότι σε κάθε ταξίδι του σε όλη την Ελλάδα συναντά αγάπη και φιλία, στην Κρύα Βρύση υπάρχει κάτι μοναδικό. Ο τρόπος με τον οποίο τον περιμένουν, τον υποδέχονται και τον στηρίζουν δεν είναι απλώς φιλοξενία, αλλά ένας βαθύς δεσμός. Είναι η αίσθηση πως οι άνθρωποι ανοίγουν όχι μόνο τα σπίτια τους αλλά και τις καρδιές τους, κάνοντάς τον να νιώθει πραγματικά δικός τους άνθρωπος.

Η πορεία του Σπύρου Πετρουλάκη αποτελεί ένα ξεχωριστό παράδειγμα καλλιτεχνικής δημιουργίας και επιμονής. Με σημαία τη φράση «φτάσε όπου δεν μπορείς παιδί μου» του σπουδαίου Νίκου Καζαντζάκη, πάλεψε με δυσκολίες, πείσμωσε και έμαθε να κυνηγά ακόμη και το φαινομενικά ακατόρθωτο. Ο μικρός τότε Σπύρος δεν θα μπορούσε να φανταστεί την επιτυχία που θα ακολουθούσε. Σήμερα είναι συνθέτης, στιχουργός, δημιουργός μουσικής για ντοκιμαντέρ και θεατρικές παραστάσεις, λάτρης της φωτογραφίας και του αθλητισμού, αλλά και αφηγητής παραμυθιών. Πάνω απ’ όλα όμως είναι ένας άνθρωπος που γράφει. Και γράφει ασταμάτητα.

Από το 2013 μέχρι σήμερα έχει κυκλοφορήσει δεκάδες βιβλία, ανάμεσά τους και παιδικά. Το ευρύ κοινό τον γνώρισε ακόμη περισσότερο μέσα από το βιβλίο «Σασμός», που μεταφέρθηκε με μεγάλη επιτυχία στην τηλεόραση, αλλά και από το «Ναυάγιο», το οποίο επίσης ζωντάνεψε στη μικρή οθόνη συγκινώντας το τηλεοπτικό κοινό.

Με καταγωγή από την Κρήτη, ο συγγραφέας κουβαλά στις ιστορίες του, τη δυνατή ατμόσφαιρα του τόπου του και τις ανθρώπινες εμπειρίες που τον σημάδεψαν. Οι αφηγήσεις του γεννιούνται από την καρδιά και μιλούν απευθείας στην ψυχή του αναγνώστη. Γι’ αυτό και κάθε νέο βιβλίο του αποτελεί μια νέα συγκινητική διαδρομή. Ο «Καθαρμός» έρχεται να προστεθεί σε αυτή τη διαδρομή, ανοίγοντας ακόμη ένα παράθυρο στις ιστορίες που κρύβονται πίσω από τη μνήμη, την αλήθεια και τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη για λύτρωση.

Αποκλειστικό απόσπασμα από το βιβλίο

Πάνω Λίμνη Πέλλας
Νοέμβριος 1979

Οι κρουνοί του ουρανού είχαν ανοίξει εδώ και ώρες και η βροχή έπεφτε αδυσώπητη, σαν να είχε βάλει ένα κρυφό στοίχημα με τη γη να προλάβει να γεμίσει κάθε εσοχή της μέχρι το πρωί. Τα νερά που έτρεχαν ορμητικά παράσερναν τα πάντα στο πέρασμά τους. Οι αστραπές έκαναν τη νύχτα μέρα και οι κεραυνοί τράνταζαν ολόκληρη την περιοχή.

Κι όμως, μέσα σ’ αυτή τη λαίλαπα, έναν άντρα δεν τον απασχολούσαν όσα έστελνε ο ουρανός, αλλά όσα προέρχονταν απ’ τους ανθρώπους. Εκείνος είχε όλη του την προσοχή στραμμένη στην πόρτα του σπιτιού του. Στεκόταν στην άκρη του αμπαρωμένου παραθύρου και στο πρόσωπό του είχε σχηματιστεί μια έκφραση αγωνίας ανάμεικτης με θυμό. Στη ζωή του δεν άντεχε να μην έχει τον έλεγχο και τώρα τίποτα δεν έδειχνε να εξαρτάται από κείνον. Έσφιγγε το παλιό περίστροφο στα δάχτυλά του και σκεφτόταν πόσο λάθος είχε κάνει που είχε παρατήσει την καραμπίνα στην αποθήκη. Έριξε μια φευγαλέα ματιά στα παιδιά του, που κάθονταν κουλουριασμένα στο πάτωμα σαν φοβισμένα κουτάβια, και τους έκανε ένα αυστηρό νόημα να παραμείνουν ακίνητα. Στρέφοντας και πάλι την προσοχή του προς την πόρτα, σκούπισε το μέτωπό του, απ’ όπου ανάβλυζαν χοντρές στάλες κρύου ιδρώτα. Παγωνιά έξω, παγωνιά και μέσα. Ούτε η φωτιά για να ζεσταθούν δεν ήταν αναμμένη. Μόνο το καντηλάκι έφεγγε στην άκρη του τραπεζιού και μια μικρή λάμπα λαδιού φώτιζε με την ασθενική της φλόγα τις σκιές. Ξάφνου κάτι άκουσε. Ήταν βήματα, ποδοβολητά έξω απ’ το σπίτι.

Κάποιος ή κάποιοι πλατσούριζαν με ορμή στις λάσπες και στα νερά. «Πού είναι ο σκύλος; Γιατί δεν τους γαβγίζει;» αναρωτήθηκε. Κράτησε την ανάσα του για να αφουγκραστεί καλύτερα. Η νύχτα τα μαρτυράει όλα, κι εκείνος έπρεπε να καταλάβει όσο πιο γρήγορα γινόταν πόσοι ήταν εκεί έξω. Και, το κυριότερο, ποιοι. Αυτό θα καθόριζε και τις αποφάσεις του.

Στο βάθος του σπιτιού, η γυναίκα του κρατούσε στα χέρια της την εικόνα της Παναγίας Σουμελά και κλαίγοντας βουβά προσευχόταν στη χάρη της. Ο τρόμος δεν την άφηνε ούτε τα παιδιά της να πλησιάσει. Είχε κοκαλώσει εκεί, στο ίδιο ακριβώς σημείο όπου στεκόταν τόση ώρα.

«Σβήσε τη λάμπα…» την πρόσταξε ψιθυριστά. «Έρχονται… είναι εδώ… σβήσ’ την αμέσως, σου λέω!» της είπε καθώς ο ίδιος έσβηνε το καντήλι.

Σκοτάδι απλώθηκε παντού.

«Μάνα, φοβάμαι…»

Η τρομαγμένη φωνούλα της μικρής του κόρης τον έκανε να σφίξει τα δόντια, να τα σπάσει. Κι όμως, δεν έδειχνε κανένα από τα συναισθήματα που τον κατέκλυζαν εκείνη την ώρα, αφού τα πάντα άλλαζαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα.

Ένας γδούπος ακούστηκε στην πίσω πόρτα, σαν να έπεσε με δύναμη πάνω της κάποιο σώμα. Κοκάλωσαν από τον φόβο και δεν έβγαλαν άχνα. Οι καρδιές τους κόντευαν να σπάσουν από την αγωνία. Δεύτερο χτύπημα· αυτή τη φορά δυνατότερο. Κάποιος πάλευε να τη ρίξει.

«Οψίας δε γενομένης, ανέκειτο μετα των δώδεκα».

Αλλά απόψε η νύχτα δεν έφερνε ψωμί και κρασί, μόνο φόβο και τιμωρία.

«Μαζευτείτε στο τραπέζι… εδώ στην άκρη. Καθίστε στις θέσεις σας» τους πρόσταξε κι εκείνοι υπάκουσαν αμέσως, όπως οι απόστολοι την τελευταία εντολή του Διδασκάλου. Έμειναν ακίνητοι, θαρρείς και περίμεναν να σερβιριστεί το γεύμα, στον δικό τους Μυστικό Δείπνο πριν από την προδοσία.

«Και εσθιόντων αυτων ειπεν· Αμην λέγω υμιν οτι εις εξ υμων παραδώσει με».

Η μεγάλη κόρη άπλωσε το χέρι της κι έπιασε εκείνο της αδελφής της, μήπως καταφέρει να της δώσει λίγο από το κουράγιο που δεν είχε.

Ο άντρας στράφηκε προς τα μέσα. «Περιμένω!» φώναξε δυνατά για να ακουστεί πάνω απ’ το αγκομαχητό της φύσης. Τα χτυπήματα δυνάμωναν. Ήξερε πως κανένας δεν θα έφευγε. Σήμερα θα γινόταν και η δίκη και η εκτέλεση της ποινής.

«Ο εμβάψας μετ’ εμου εν τω τρυβλίω την χειρα, ουτός με παραδώσει».

Όμως εδώ δεν υπήρχε τρυβλίο, μονάχα αίμα και λάσπη. Σήκωσε τον κόκορα του περιστρόφου του και όπλισε. Ο ήχος ακούστηκε ξερός, σαν να έσπαζε κλωνάρι.

Η πόρτα υποχώρησε με πάταγο. Ίσως ήταν κεραυνός, ίσως πυροβολισμός. Ουρλιαχτά, κραυγές. Αμέσως ακολούθησε ένας δεύτερος κρότος, και τρίτος, και τέταρτος… και ύστερα σιωπή.

«Ο μεν υπάγει … ουαι δε τω ανθρώπω εκείνω δι’ ου ο Υιος του ανθρώπου παραδίδοται». Η χούφτα άνοιξε και τα τριά­κοντα αργύρια κύλησαν στο πάτωμα. Οι καπνοί που αναδύθηκαν από την κάννη κόλλησαν στην υγρασία και έγιναν φαντάσματα με απλωμένα χέρια.

Ποιον είχαν αρπάξει; Ποιον έπαιρναν για να χαθεί μαζί τους; Μια αστραπή φώτισε στιγμιαία τα πρόσωπα, την έκπληξη, το αίμα.

Κρύα Βρύση Πέλλας
Σημερινή εποχή

Η κυρα-Παρθένα σκούπιζε την κουζίνα της όταν ξαφνικά κοκάλωσε. Κοίταξε ένα ποτήρι με νερό πάνω στο τραπέζι που η επιφάνειά του κυμάτισε βίαια. Πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει τι σήμαινε αυτό, ολόκληρο το σπίτι έβγαλε ένα βαθύ, υπόκωφο μουγκρητό.

Ένιωσε το πάτωμα να τρέμει κάτω απ’ τα πόδια της και μια ανατριχίλα διαπέρασε ολόκληρο το κορμί της. Για ένα δυο δευτερόλεπτα έμεινε ακίνητη, αλλά αμέσως μετά, σαν αντιλήφθηκε τι συνέβαινε, άρχισε να φωνάζει έντρομη: «Λευτέρ’, Λευτέρ’!». Η φωνή της ακούστηκε σε ολόκληρη τη γειτονιά. Καθώς πετάχτηκε φουριόζα στην αυλή, είδε τριγύρω και τις άλλες γυναίκες των γειτονικών σπιτιών να βγαίνουν έξω κατατρομαγμένες.

«Τον καταλάβατε κι εσείς;» ρώτησε κάποια πανιασμένη από τον φόβο.

«Ναι. Τρανός πρέπ’ να έτον. Ολίγον και άλλο θα έπεφτε τ’ οσπίτ…» απάντησε μια άλλη και σταυροκοπήθηκε.

«Λευτέρ’!» συνέχισε η Παρθένα και με το κουρασμένο της βήμα έσπευσε στο πίσω μέρος του σπιτιού για να τον βρει.

Ένας άντρας πάνω από ογδόντα ετών εμφανίστηκε πίσω από ένα αρχαίο τρακτέρ και την κοίταξε σκουπίζοντας ατάραχος τα χέρια του με ένα πανί. «Τι θέλεις πάλι; Επήρες το κιφάλι μ’ με τα λαλίας σις» της απάντησε.

«Έκαμε σεισμό. Δεν τον κατάλαβες;» τον ρώτησε και σταυροκοπήθηκε, θαρρείς και ήθελε να ξορκίσει το κακό.

Εκείνος δεν της είπε τίποτα, σαν να μην τον αφορούσε το θέμα. Για μια στιγμή έστρεψε το βλέμμα του στο βάθος του ορίζοντα, προς τη μεριά της λίμνης, και αμέσως ξαναγύρισε στα μαστορέματά του.

«Δεν το παρατάς αυτό λέω γω, μην πιάσεις πάλι κανένα χέρι;» προσπάθησε να τον συνετίσει, μόλις τον είδε να αρπάζει ένα μεγάλο γρανάζι και να το χώνει στο ανοιχτό σασμάν του οχήματος.

«Το φαΐν είναι έτοιμο;» της αντιγύρισε εκείνος.

Η γυναίκα αναστέναξε απελπισμένη με την ξεροκεφαλιά του άντρα της και επέστρεψε στο σπίτι δίχως άλλη κουβέντα. Το τηλέφωνο χτυπούσε επίμονα. «Ναι… έλα, Ροδούλα μου… Αν τον καταλάβαμε, λέει! Έκαμε ένα βουητό λες και εχαλάεν ο κόσμος… κι επεκεί έναν γκουπ… Ο πατέρας σου; Τα έβαλε πάλι με το τρακτέρ. Να με τρελάνει πάει… Καλά, θα του το πω… Εγώ; Τι να φοβηθώ; Όχι, πουλί μ’…

Εντάξει, εντάξει, μην αργήσεις» απάντησε και κατέβασε το ακουστικό. Ταυτόχρονα έστρεψε το βλέμμα της μια προς το ποτήρι και μια προς τη λάμπα, για να δει αν ξανακούνησε ή της είχε μείνει ο φόβος.

Η νύχτα είχε αγκαλιάσει την περιοχή και η ατμόσφαιρα μύριζε υγρασία και βρεγμένη στάχτη. Ένα απαλό αγέρι σάρωνε τα νερά από τα κεραμίδια, να κυλήσουν στη γη. Κάποιες σταγόνες που έπεφταν μονότονα στους τσίγκους και στις αποθήκες συνέθεταν ένα παράξενο τραγούδι, που το χρωμάτιζε μια φάλτσα νωχελικότητα.

Η Ροδούλα, συνταξιούχος δασκάλα, κόρη του Λευτέρη και της Παρθένας, καθόταν στην άκρη του καναπέ μπροστά στο αναμμένο τζάκι και κοίταζε το παιχνίδισμα της φωτιάς που έγλειφε το ξύλο. Αναστέναξε σιγανά και έριξε μια λοξή ματιά στη μάνα της, που παρέμενε κι εκείνη αμίλητη στην καρέκλα. Δυο μήνες είχαν περάσει από τον ισχυρό σεισμό και τους μικρότερους μετασεισμούς που τον ακολούθησαν και, εκεί που πίστευαν ότι είχαν ησυχάσει από τα αιφνίδια γεωλογικά φαινόμενα, τώρα είχε προκύψει ένα ακόμα για να τους ταράξει περισσότερο. Η στάθμη της τεχνητής λίμνης, που είχε δημιουργηθεί και με τη βοήθεια της πλημμύρας του 1979, είχε αρχίσει να πέφτει επικίνδυνα. Στην πραγματικότητα, δεν ήταν το ίδιο το φαινόμενο που προβλημάτιζε τους κατοίκους, ούτε η αποστράγγιση της λίμνης, αλλά τα αποτελέσματα που θα προκαλούσε αυτή η απορροή των υδάτων.

Έστρεψαν τα κεφάλια τους και οι δυο ταυτόχρονα, καθώς άκουσαν την πόρτα του σπιτιού να ανοίγει. «Καλώς τον!» είπε η Ροδούλα αντικρίζοντας τον πατέρα της.

Ο Λευτέρης κούνησε ελαφρά το κεφάλι του αφήνοντας το πανωφόρι του στην Παρθένα, που είχε σπεύσει κοντά του. «Έφαγα στο καφενείο» την πρόλαβε. «Βάλε μου ένα τσίπουρο» συνέχισε και άνοιξε την τηλεόραση για να δει ειδήσεις. Αμίλητος και ασάλευτος, κατέβασε το ποτό του με τη μία κι έπειτα, δίχως να χαμηλώσει τον ήχο της τηλεόρασης μα ούτε και να στρέψει το βλέμμα του προς την κόρη του, τη ρώτησε:

«Τελικά, θα έρθει το παιδί;».

«Ναι, μπαμπά. Θα έρθει. Το κανόνισε με το ΕΑΓΜΕ».

Ο Λευτέρης έμεινε για λίγο αφοσιωμένος στην τηλεπαρουσιάστρια και μετά από λίγο είπε:

«Τι θα πει “το κανόνισε”; Εκείνε εφτάει κουμάντον ατώρα;».

Η Ροδούλα γέλασε με το χούι του πατέρα της που, όταν φουρκιζόταν, μιλούσε μόνο στα ποντιακά. «Όχι, πατέρα. Απλά η Θοδώρα μας έχει πιστοποίηση και μπορεί να κάνει και πραγματογνωμοσύνες. Δεν είναι μόνο υδρογεωλόγος» συνέχισε η Ροδούλα.

«Δεν είναι μόνο υδρογεωλόγος…» επανέλαβε ειρωνικά εκείνος, αλλά μέσα στο στήθος του πετάριζε η καρδιά του που θα είχε και πάλι την εγγονή του κοντά του. «Και τι θα κάνει κορίτσι πράμα μοναχό του;»

«Ε, δεν θα είναι και μοναχό του, Λευτέρη» αποκρίθηκε η κυρα-Παρθένα. «Ολόκληρο επιτελείο θα έχει εδώ πέρα. Επιστήμονες από την περιοχή».

«Να χέσω τ’ επιστήμονας. Πώς γίνεται ολόκληρη λίμνη να χάνει τα νερά της; Τι είναι; Στέρνα είναι; Και πού έν’ το επιτελείον ατόσον καιρόν; Ερχίνεσαν και φάνθουνταν τα κεραμίδια σην Πάνω Λίμνην…» μουρμούρισε και έσπρωξε το άδειο του ποτήρι προς το μέρος της.

«Έλα τώρα κι εσύ! Η μαμά σού φταίει;» τον μάλωσε η Ροδούλα και ο μπαρμπα-Λευτέρης έστρεψε το βλέμμα του και πάλι στην τηλεόραση.

Μετά από λίγα λεπτά σιωπής, ρώτησε: «Και πότε θα έρθει;».

«Σε δέκα μέρες» απάντησε κοφτά η Ροδούλα.

«Σε δέκα μέρες…» επανέλαβε και κούνησε το κεφάλι του σκεφτικός. «Σε δέκα μέρες θα αρχίσουν πάλι οι βροχές. Γιατί δεν έρχεται τώρα;»

Η Ροδούλα έριξε μια λοξή ματιά στη μητέρα της και οι δυο τους κρυφογέλασαν με την ανυπομονησία του.

Εκείνος συνέχισε απτόητος: «Τη μικρή τι θα την κάνει; Θα τη φέρει με τ’ εκείνεν;».

«Δεν ξέρει ακόμη, μπαμπά. Ίσως την πάει στον πατέρα της για το διάστημα που θα είναι εδώ» απάντησε η Ροδούλα.

«Στον πατέρα της; Αυτός δεν ήταν άξιος να κρατήσει τη γυναίκα του και θα κρατήσει μωρό;» αποκρίθηκε περιφρονητικά.

«Ναι. Μπαμπάς της είναι. Μια χαρά θα τα καταφέρει. Έτσι κι αλλιώς, το παιδί μέχρι το απόγευμα θα είναι στο νηπιαγωγείο του…»

«Να της πεις να το φέρει μαζί της! Κοντεύ’ πέντε χρονών και σην Κρύα Βρύσην την έφερε μόνο λίγες φορές» τη διέκοψε αυστηρά με φωνή σταθερή, ολοφάνερα επιτακτική. Έπειτα, καθώς σήκωσε το κεφάλι του, το πρόσωπό του πήρε μια έκφραση που δήλωνε ότι δεν ήθελε να συζητήσει άλλο.