article background image

Η Han Kang (Χαν Γκανγκ) γεννήθηκε στη Γκουάνγκ Τζου της Νότιας Κορέας, μια πόλη που έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή και στον τρόπο γραφής της. Μεγάλωσε σ' ένα σπίτι γεμάτο βιβλία, με πατέρα συγγραφέα, και από μικρή ηλικία είχε μια ιδιαίτερη σχέση με τη λογοτεχνία. Η οικογένειά της μετακόμισε στη Σεούλ όταν εκείνη ήταν παιδί, και εκεί πέρασε τα περισσότερα χρόνια της ζωής της.

Σπούδασε κορεατική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο ΓιόνΣε, ένα από τα πιο σημαντικά της χώρας, και πολύ νωρίς άρχισε να γράφει. Το 1993 δημοσιεύονται τα πρώτα της ποιήματα σε λογοτεχνικό περιοδικό, και έναν χρόνο μετά κερδίζει έναν διαγωνισμό με το πρώτο της διήγημα. Από εκεί και πέρα, η πορεία της εξελίσσεται σταθερά, με συλλογές διηγημάτων και μυθιστορήματα που αρχίζουν να ξεχωρίζουν.

Στα πρώτα της βιβλία φαίνεται ήδη η κατεύθυνση που θα ακολουθήσει. Την ενδιαφέρει ο άνθρωπος, το σώμα, οι σχέσεις, η μνήμη. Γράφει με έναν τρόπο ήρεμο και ταυτόχρονα πολύ έντονο, που σε βάζει μέσα στην ιστορία χωρίς να το καταλάβεις. Δεν βασίζεται σε εντυπωσιακές πλοκές, αλλά σε μικρές κινήσεις και λεπτομέρειες που σιγά - σιγά αποκτούν βάρος. Η ίδια έχει δηλώσει ότι από έφηβη αναζητούσε απαντήσεις σε βασικά ερωτήματα για τη ζωή. Μέσα από το διάβασμα κατάλαβε ότι οι συγγραφείς κάνουν το ίδιο. Ψάχνουν, γράφουν, προχωρούν χωρίς να έχουν έτοιμες απαντήσεις. Αυτό την οδήγησε να ασχοληθεί με τη γραφή. Ήταν ένας τρόπος να σκεφτεί, να καταλάβει, να πλησιάσει όσα την απασχολούν.

Ένα γεγονός που την επηρέασε βαθιά ήταν όσα συνέβησαν στη γενέτειρά της, το 1980, με την εξέγερση της Γκουανγκτζού. Αν και ήταν μικρή τότε, αργότερα ήρθε σε επαφή με εικόνες και ιστορίες που την σημάδεψαν. Από εκεί γεννήθηκε μια ανάγκη να γράψει για τη μνήμη, για τη βία, για το πώς οι άνθρωποι συνεχίζουν να ζουν μετά από δύσκολες στιγμές. Για αρκετά χρόνια δίδαξε δημιουργική γραφή στο Seoul Institute of the Arts, και στη συνέχεια αφοσιώθηκε πλήρως στη συγγραφή. Σήμερα ζει στη Σεούλ και θεωρείται μία από τις σημαντικότερες σύγχρονες φωνές της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και διαβάζονται σε όλο τον κόσμο.

Η πρώτη Νοτιοκορεάτισσα συγγραφέας που κερδίζει Νόμπελ Λογοτεχνίας

Η Han Kang έγινε γνωστή σε όλο τον κόσμο μέσα από το μυθιστόρημα «Η Χορτοφάγος» (εκδόσεις Καστανιώτη, μτφ Αμαλία Τζιώτη), ένα βιβλίο που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο διαβάζεται η σύγχρονη κορεατική λογοτεχνία. Γράφτηκε τo 2007, ωστόσο έπρεπε να περάσουν οκτώ χρόνια μέχρι να μεταφραστεί στα αγγλικά. Μετά τη βράβευσή της με το Διεθνές Βραβείο Booker το 2016 και αργότερα με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, τα έργα της ταξίδεψαν παντού, ενώ στη Νότια Κορέα γνώρισαν τεράστια απήχηση, με εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα να φεύγουν μέσα σε λίγες μέρες. 

Η ιστορία του βιβλίου περιστρέφεται γύρω από τη ΓιόνγκΧιε, μια γυναίκα που μέχρι ένα σημείο ζει μια ήρεμη, προβλέψιμη ζωή. Ξαφνικά παίρνει μια απόφαση που αλλάζει τα πάντα. Σταματά να τρώει κρέας. Αυτή η επιλογή, που στην αρχή μοιάζει απλή, αρχίζει να προκαλεί έντονες αντιδράσεις από τον σύζυγό της, την οικογένεια και το περιβάλλον της. Στα μάτια τους, η στάση της μοιάζει ακατανόητη, σχεδόν απειλητική, γιατί ξεφεύγει από όσα θεωρούν φυσιολογικά.

Μέσα από αυτή την αλλαγή, η συγγραφέας ανοίγει πολλά θέματα που αφορούν τον άνθρωπο και τη θέση του μέσα στην κοινωνία. Το σώμα αποκτά κεντρικό ρόλο, σαν κάτι που ανήκει πρώτα απ’ όλα στο ίδιο το άτομο. Η ηρωίδα προσπαθεί να ορίσει τον εαυτό της με τον δικό της τρόπο, ακολουθώντας μια πορεία που τη φέρνει όλο και πιο μακριά από τους άλλους. Παράλληλα, φαίνεται πώς οι σχέσεις, ακόμα και οι πιο κοντινές, μπορούν να γεμίσουν ένταση, πίεση και συγκρούσεις όταν κάποιος επιλέγει έναν διαφορετικό δρόμο.

«Η Χορτοφάγος» της Han Kang από τις εκδόσεις Καστανιώτη

Το μυθιστόρημα είναι χωρισμένο σε τρία μέρη, τα οποία λειτουργούν σαν ξεχωριστές ιστορίες που ενώνονται σε ένα ενιαίο σύνολο. Κάθε μέρος φωτίζει τη ζωή της ΓιόνγκΧιε από άλλη πλευρά, μέσα από τα μάτια διαφορετικών προσώπων. Έτσι, ο αναγνώστης βλέπει την αλλαγή της να αποκτά όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Ένα από τα πιο ιδιαίτερα στοιχεία του βιβλίου είναι η ατμόσφαιρά του. Η γραφή της Han Kang έχει μια ήρεμη, σχεδόν υπνωτιστική ροή, ενώ οι εικόνες που δημιουργεί είναι δυνατές και μένουν στο μυαλό. Σε κάποια σημεία, η ιστορία παίρνει μια πιο ονειρική διάσταση, με την ηρωίδα να θυμίζει κάτι ανάμεσα σε πραγματικότητα και φαντασία.

«Η Χορτοφάγος» συνδέεται και με ένα παλιότερο διήγημα της συγγραφέα, όπου μια γυναίκα μεταμορφώνεται σταδιακά σε φυτό. Αυτή η ιδέα εξελίχθηκε και πήρε τη μορφή του μυθιστορήματος, δημιουργώντας μια ιστορία που κινείται ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το συμβολικό. Η σχέση του ανθρώπου με τη φύση, η ανάγκη για καθαρότητα και η επιθυμία για έναν διαφορετικό τρόπο ζωής περνούν μέσα από κάθε σελίδα.

Γιατί ξεχωρίζει η γραφή της

Η Han Kang διαθέτει μια γραφή που σε κερδίζει από τις πρώτες κιόλας σελίδες. Υπάρχει ένας ιδιαίτερος ρυθμός στις προτάσεις της, μια ροή που σε παρασύρει σχεδόν αβίαστα, σαν να ακολουθείς τη σκέψη της την ώρα που γεννιέται. Η σχέση της με την ποίηση, που ξεκίνησε ήδη από τα πρώτα της βήματα τη δεκαετία του ’90, φαίνεται καθαρά. Κάθε λέξη μοιάζει προσεκτικά τοποθετημένη, κάθε εικόνα κουβαλά βάρος και νόημα. 

Αυτό που την κάνει πραγματικά ξεχωριστή είναι ο τρόπος που ενώνει το προσωπικό με το συλλογικό. Ξεκινά από μια μικρή, σχεδόν καθημερινή στιγμή — έναν άνθρωπο, μια σκηνή, μια εσωτερική αλλαγή — και σιγά σιγά την οδηγεί σε κάτι ευρύτερο. Έτσι, οι ιστορίες της αποκτούν μια δύναμη που ξεπερνά τα όρια του τόπου και του χρόνου. Παρότι αντλεί έμπνευση από τη Νότια Κορέα, από την ιστορία της και από γεγονότα όπως όσα σημάδεψαν την πόλη της, το Γκουάνγκ Τζου, το έργο της αγγίζει ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, γιατί μιλά για κοινά, βαθιά ανθρώπινα ζητήματα.

Στα βιβλία της, το σώμα έχει έντονη παρουσία. Οι ήρωές της σκέφτονται και αισθάνονται μέσα από αυτό, αλλάζουν και αντιδρούν. Το σώμα γίνεται ένας τρόπος έκφρασης, ένας χώρος όπου αποτυπώνονται όσα συμβαίνουν μέσα τους. Μαζί με αυτό, υπάρχει μια συνεχής ενασχόληση με τη ζωή και τον θάνατο, τη μνήμη και τον χρόνο. Θέματα που την απασχόλησαν από νωρίς, ήδη από τότε που, ως έφηβη, αναζητούσε απαντήσεις μέσα από τα βιβλία.

Η ίδια έχει αναφέρει ότι έχει επηρεαστεί από τον Fyodor Dostoevsky, κάτι που φαίνεται στη βαθιά ματιά της πάνω στον άνθρωπο και στις εσωτερικές του συγκρούσεις. Ακόμη και όταν γράφει για δύσκολα ή σκληρά θέματα, η γραφή της διατηρεί μια λεπτότητα που σε κρατά κοντά στους χαρακτήρες. Στα έργα της, όπως «Η Χορτοφάγος» ή το «Human Acts», δίνει χώρο σε ιστορίες που συνδέονται με βαθύτερες πληγές της κοινωνίας, φωτίζοντας πλευρές που συχνά μένουν στο περιθώριο. Με αυτόν τον τρόπο, καταφέρνει να δώσει φωνή σε πρόσωπα και καταστάσεις που δύσκολα βρίσκουν έκφραση.

Η γλώσσα ως γέφυρα

Το «Μάθημα Ελληνικών» (εκδόσεις Καστανιώτη, μτφ Αμαλία Τζιώτη) είναι από εκείνα τα βιβλία που τα συζητάς εύκολα σε μια παρέα, γιατί έχει δύο ανθρώπους που μοιάζουν απλοί στην αρχή, και σιγά - σιγά ανοίγουν μπροστά σου έναν ολόκληρο κόσμο. Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκεται μια γυναίκα και ένας άνδρας που συναντιούνται σε μια αίθουσα διδασκαλίας. Εκείνος διδάσκει αρχαία ελληνικά, εκείνη κάθεται στο θρανίο και προσπαθεί να ξαναβρεί τη σχέση της με τη γλώσσα. Από αυτή τη φαινομενικά απλή συνάντηση ξεκινά κάτι βαθύτερο.

Η γυναίκα κουβαλά μια ιδιαίτερη σχέση με τις λέξεις από μικρή ηλικία. Οι λέξεις για εκείνη έχουν δύναμη, έχουν ένταση, έχουν βάρος. Κάποια στιγμή στη ζωή της χάνονται και επιστρέφουν ξανά, σαν να ακολουθούν τον δικό τους δρόμο. Η απόφασή της να μάθει ελληνικά μοιάζει σαν μια νέα αρχή, σαν μια προσπάθεια να ξαναπιάσει το νήμα από την αρχή, αυτή τη φορά με δική της επιλογή. Στην πορεία της ζωής της έχει σπουδάσει, έχει δουλέψει, έχει γράψει, έχει διδάξει, κάτι που θυμίζει και την ίδια τη διαδρομή της Han Kang.

Ο άνδρας από την άλλη έχει ζήσει για χρόνια στη Γερμανία. Από νεαρή ηλικία προσπαθεί να βρει τη θέση του ανάμεσα σε γλώσσες και χώρες. Τα αρχαία ελληνικά γίνονται για εκείνον ένας τρόπος να σταθεί κάπου σταθερά, να δημιουργήσει μια ταυτότητα. Η σκέψη του ταξιδεύει συχνά σε φιλοσόφους όπως ο Πλάτωνας, και μέσα από αυτές τις ιδέες προσπαθεί να κατανοήσει τον κόσμο. Την ίδια στιγμή, η όρασή του αλλάζει σταδιακά, και εκείνος μαθαίνει να ζει με αυτό, καταγράφοντας εικόνες, στιγμές και πρόσωπα μέσα του.

Αυτό που κάνει το βιβλίο να ξεχωρίζει είναι η σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές. Στην αρχή υπάρχει μια απόσταση, σαν ένα αόρατο όριο ανάμεσά τους. Σιγά - σιγά αυτή η απόσταση μειώνεται. Δεν πρόκειται για μια απλή σχέση γνωριμίας. Είναι μια πορεία προσέγγισης, μια κοινή προσπάθεια να βρουν τρόπο να συνδεθούν με τον κόσμο γύρω τους και μεταξύ τους. Το φως παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στο βιβλίο. Οι σκηνές αλλάζουν ανάλογα με την ώρα της ημέρας, το φως του πρωινού, το απόγευμα, το λυκόφως. Κάθε στιγμή δίνει άλλη διάσταση στα πράγματα, σαν να βλέπεις την ίδια εικόνα κάθε φορά αλλιώς. 

Η ιστορία έχει έναν σταθερό ρυθμό που δεν κουράζει τον αναγνώστη, και οι δύο χαρακτήρες εξελίσσονται μέσα από μικρές κινήσεις, σκέψεις και στιγμές. Θέλουν να επικοινωνήσουν, να νιώσουν κοντά σε κάποιον, να προχωρήσουν μαζί. Αυτό που μένει τελικά είναι η προσπάθεια για σύνδεση, για κατανόηση, για μια κοινή πορεία μέσα στον χρόνο.

«Μάθημα Ελληνικών» και «Λευκό» της Han Kang από τις εκδόσεις Καστανιώτη

Η παρουσία της απώλειας

Το «Λευκό» (εκδόσεις Καστανιώτη, μτφ Δέσποινα Κανελλοπούλου) είναι ένα βιβλίο που ξεχωρίζει αμέσως, γιατί έχει μια μορφή διαφορετική από τα υπόλοιπα έργα της Han Kang. Αποτελείται από μικρές ιστορίες, μικρές σκέψεις, εικόνες και στιγμές που συνδέονται γύρω από το λευκό χρώμα. Λευκό σαν χιόνι, σαν φεγγάρι, σαν ρύζι, σαν ύφασμα, σαν μια καθαρή σελίδα που περιμένει να γεμίσει.

Δεν είναι τυχαία η επιλογή του λευκού, καθώς έχει έντονο προσωπικό στοιχείο και συνδέεται με την ιστορία της οικογένειάς της. Πριν από τη γέννησή της, η μεγαλύτερη αδελφή της έζησε για πολύ λίγο. Αυτή η παρουσία, που υπάρχει και ταυτόχρονα λείπει, διατρέχει όλο το βιβλίο. Το λευκό εδώ λειτουργεί σαν ένας τρόπος να δεις τον κόσμο αλλιώς. Δεν είναι απλώς ένα χρώμα. Είναι μια αφορμή για σκέψη. Μέσα από καθημερινά αντικείμενα, η συγγραφέας φτιάχνει μικρές εικόνες που αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. 

Το βιβλίο έχει και μια έντονη εικαστική πλευρά. Οι φωτογραφίες και τα λευκά περιθώρια στις σελίδες δημιουργούν μια αίσθηση χώρου. Σαν να υπάρχει χώρος για σκέψη, για παύση, για παρατήρηση. Αυτή η επιλογή δείχνει και τον τρόπο που η Han Kang βλέπει τη γραφή της, όχι μόνο ως λέξεις, αλλά και ως εικόνα, ως μορφή. Παράλληλα, το βιβλίο μιλά για τη ζωή, για τη συνέχεια, για τη δύναμη που υπάρχει μέσα σε μικρά πράγματα. Το ενδιαφέρον είναι ότι ενώ το θέμα ξεκινά από κάτι πολύ προσωπικό, καταλήγει να αγγίζει όλους. Ο καθένας μπορεί να βρει κάτι δικό του μέσα σε αυτές τις εικόνες. Κάθε μικρό κομμάτι λειτουργεί σαν μια ξεχωριστή στιγμή, και όλα μαζί δημιουργούν ένα σύνολο που μένει στο μυαλό.

Στο τέλος, αυτό που κρατάς είναι η αίσθηση ότι η ζωή βρίσκεται παντού, ακόμη και στα πιο απλά πράγματα. Το λευκό γίνεται ένας τρόπος να δεις τον κόσμο πιο καθαρά, πιο ήρεμα, πιο ουσιαστικά. Και αυτή είναι μια από τις μεγάλες δυνάμεις της Han Kang. Να παίρνει κάτι μικρό και να το κάνει σημαντικό.