Η νέα ταινία «Καποδίστριας» αναδείχθηκε σε ένα από τα πιο πολυσυζητημένα πολιτιστικά δρώμενα της περιόδου. Το τετραήμερο των Χριστουγέννων σφραγίστηκε από την παρουσία της νέας δουλειάς του Γιάννη Σμαραγδή, με τις κινηματογραφικές αίθουσες σε όλη τη χώρα να καταγράφουν διαδοχικές πληρότητες. Η ανταπόκριση του κοινού υπήρξε θερμή. Με 144.712 εισιτήρια σε πανελλαδικό επίπεδο, η ταινία σημείωσε το μεγαλύτερο άνοιγμα για το 2025, το υψηλότερο της μέχρι σήμερα πορείας του σκηνοθέτη και ένα από τα σημαντικότερα ανοίγματα ελληνικής παραγωγής διαχρονικά χωρίς previews.
Ανήμερα της Πρωτοχρονιάς, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να δει την ταινία σε κεντρικό κινηματογράφο της Αθήνας, συνοδευόμενος από τον γιο του, Κωνσταντίνο. Το στιγμιότυπο δημοσιεύτηκε και διαδόθηκε γρήγορα στο διαδίκτυο, με τον Πρωθυπουργό να ποζάρει χαμογελαστός, ενώ η παρουσία του δεν πέρασε απαρατήρητη από τους υπόλοιπους θεατές της αίθουσας.
Ο «Καποδίστριας» προστίθεται στη μακρά φιλμογραφία του Γιάννη Σμαραγδή, που έχει ασχοληθεί επανειλημμένα με εμβληματικές μορφές του ελληνισμού, όπως ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, ο Νίκος Καζαντζάκης και ο Ιωάννης Βαρβάκης. Για ένα μεγάλο μέρος του κοινού, τ' όνομα του σκηνοθέτη συνδέεται σταθερά με ταινίες ιστορικού ενδιαφέροντος και έντονο αξιακό προσανατολισμό, αποτελώντας γνώριμο σημείο αναφοράς στο ελληνικό σινεμά.
Η ταινία επικεντρώνεται στα τελευταία δεκαοκτώ χρόνια της ζωής του Ιωάννη Καποδίστρια και παρακολουθεί την πορεία του από τη διεθνή διπλωματία έως τη διακυβέρνηση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Μέσα από αυτή τη διαδρομή, αναδεικνύεται η σύγκρουσή του με τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις και τις πολιτικές ισορροπίες της εποχής, στοιχεία που βρίσκουν εύκολα ανταπόκριση και στο σήμερα. Με αυτόν τον τρόπο, η επιτυχία της ταινίας λειτουργεί ως αφορμή για συζήτηση, με το κοινό να συμμετέχει ενεργά και τις κινηματογραφικές αίθουσες να μετατρέπονται σε χώρο κοινής θέασης και προβληματισμού γύρω από την ιστορία και την πολιτική.
Αντιδράσεις και η δημόσια υπεράσπιση του δημιουργού
Άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών, από νεότερους θεατές έως οικογένειες, κατέκλυσαν τις αίθουσες, αντιμετωπίζοντας την προβολή ως μια κοινή εμπειρία που συζητιέται πριν και μετά. Παράλληλα, άρθρα, αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τηλεοπτικές συζητήσεις και προσωπικές παρεμβάσεις δημιούργησαν ένα συνεχές ρεύμα αναφορών γύρω από το φιλμ.
Αυτή η έντονη αντιπαράθεση λειτούργησε και υπέρ της εμπορικής πορείας της ταινίας. Πολλοί θεατές οδηγήθηκαν στις αίθουσες από την ανάγκη να αποκτήσουν προσωπική άποψη, να δουν οι ίδιοι τι προκάλεσε τόσες συζητήσεις. Η περιέργεια και η αίσθηση ότι πρόκειται για κάτι που «πρέπει να το δεις» κράτησαν ψηλά την προσέλευση και μετά τις πρώτες ημέρες προβολής. Ο «Καποδίστριας» έχει μετατραπεί σε θέμα συζήτησης, στοιχείο που συχνά δίνει μεγαλύτερη διάρκεια ζωής σε μια κινηματογραφική κυκλοφορία.
Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη δυναμική είχε και η δημόσια τοποθέτηση του ίδιου του Γιάννη Σμαραγδή. Μέσα από τηλεοπτική του εμφάνιση, μίλησε ανοιχτά για την πορεία της ταινίας και τη δική του σχέση με το έργο. Αναφέρθηκε στη συναισθηματική φόρτιση της δημιουργίας, στις προσωπικές του απώλειες και στην πεποίθησή του ότι η ταινία έπρεπε να ολοκληρωθεί. Με αυτόν τον τρόπο, η υπεράσπιση του φιλμ πήρε και προσωπικό χαρακτήρα.
«Δεν νιώθω πικρία αλλά πόνο. Όταν προσπαθούσε να ξεκινήσει η ταινία, έχασα τη σύζυγό μου, Ελένη. Εκεί, αυτοί που δεν ήθελαν να γίνει η ταινία, με ξέγραψαν. Όπως, ας πούμε, όταν δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας, έβγαιναν κάποιοι και έλεγαν "σκοτώσαμε τον τύραννο", έτσι υπήρχαν άνθρωποι που έλεγαν: "Τελειώσαμε με τον Σμαραγδή". Αυτό το θεωρώ, με συγχωρείτε που θα πω τη λέξη, ανήθικο. Η ταινία όμως ήθελε να γίνει και έγινε. Δεν έχει σημασία ποιος την έκανε, αν ήμουν εγώ ή αν ήταν ο Αντώνης Μυριαγκός που έκανε αυτή την θηριώδη ερμηνεία, η ταινία ήθελε να γίνει» είπε, αρχικά, ο σκηνοθέτης.
Παράλληλα, οι αναφορές του σε δυσκολίες χρηματοδότησης και σε κρίσεις που προηγήθηκαν της προβολής πρόσθεσαν νέο ενδιαφέρον στη συζήτηση. Η εικόνα μιας ταινίας που προχώρησε παρά τις αντιστάσεις ενίσχυσε την αίσθηση ενός έργου με έντονη προσωπική σφραγίδα. «Είναι πόλεμος, δεν είναι "απλώς κάποιοι γράφουν τη γνώμη τους". Είναι ένας πόλεμος που ξεκίνησε από πριν ξεκινήσει η ταινία, δηλαδή άρχισε να δυσφημείται πριν την ξεκινήσω. Άρα κάποιο σχέδιο υπάρχει από πίσω, όμως δεν είναι της στιγμής».
Ο Καποδίστριας ως πολιτικό και ιδεολογικό σύμβολο στη μεγάλη οθόνη
Ο Ιωάννης Καποδίστριας υπήρξε ο πρώτος κυβερνήτης της ανεξάρτητης Ελλάδας και μια από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες της νεότερης ιστορίας της χώρας. Η ζωή του διακρίνεται από έντονη διεθνή δραστηριότητα. Υπηρέτησε ως διπλωμάτης και υπουργός εξωτερικών στη Ρωσία, διαμορφώνοντας σχέσεις και στρατηγικές που επηρέασαν καθοριστικά την ελληνική πραγματικότητα. Στην Ελλάδα ανέλαβε τη διακυβέρνηση ενός κράτους που μόλις είχε γεννηθεί, επιδιώκοντας να οργανώσει θεσμούς, να θεμελιώσει τη δημόσια διοίκηση και να υπερβεί τα στενά ιδιωτικά συμφέροντα που συχνά καθόριζαν τις τοπικές ισορροπίες.
Η πολιτική του δράση συνδυάστηκε με έντονες συγκρούσεις, τόσο με τοπικούς παράγοντες όσο και με τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, που παρακολουθούσαν στενά τη διαμόρφωση του νεοσύστατου κράτους. Παράλληλα, η προσωπική του ζωή, η σχέση του με τη Ρωξάνδρα και οι λεπτομέρειες του τραγικού του τέλους δίνουν στο πρόσωπό του έναν ανθρώπινο και ταυτόχρονα μυθικό χαρακτήρα.
Η ιστορική του διαδρομή υπήρξε σύντομη και τραγική. Στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831, δολοφονήθηκε στο Ναύπλιο από μέλη της οικογένειας Μαυρομιχάλη, αφήνοντας πίσω του μια κληρονομιά που η ελληνική κοινωνία συνεχίζει να αναγνωρίζει και να συζητά. Ακόμα και δεκαετίες μετά το θάνατό του, η μορφή του κοσμούσε χαρτονομίσματα, ενώ η επιρροή του, στη συγκρότηση του ελληνικού κράτους παραμένει σημείο αναφοράς.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν ένας μορφωμένος τεχνοκράτης μ' έντονο αίσθημα καθήκοντος, πίστη στις αξίες της συλλογικής ευθύνης και όραμα για ένα οργανωμένο, σύγχρονο κράτος. Η προσωπικότητά του, η πολιτική του συνέπεια και η ιστορική του μοίρα καθιστούν τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας έναν ήρωα που, μέσα από τη μεγάλη οθόνη, συνεχίζει να συζητιέται και να εμπνέει.
Ο «Καποδίστριας» α λά «Downton Abbey»
Ακόμα και αν κάποιος ήθελε ν' ασχοληθεί μόνο με τα σκηνικά και τα κοστούμια, θα περνούσε την ώρα του. Άλλωστε, έχουμε συνηθίσει να παρακολουθούμε τηλεοπτικά δράματα όπως το «Downton Abbey», όπου η λεπτομέρεια στα κοστούμια και τα σκηνικά αποτελεί μέρος της εμπειρίας. Στην περίπτωση του «Καποδίστρια», όμως, ακόμα και αυτά τα στοιχεία παρουσιάζουν επαναλήψεις και ανακρίβειες. Για παράδειγμα, ο πρωταγωνιστής εμφανίζεται με το ίδιο γαλάζιο κοστούμι σε σκηνές που διαδραματίζονται με διαφορά δεκαετίας, ενώ τα σκηνικά επαναλαμβάνονται, όπως το σπίτι στην Ελβετία που βλέπουμε να χρησιμοποιείται σε διαφορετικές χρονικές περιόδους της ζωής του.
Η ίδια αίσθηση επανάληψης υπάρχει και στη σκηνοθετική επιλογή των τοπίων. Η ελληνική θάλασσα χρησιμοποιείται για να υποκαταστήσει ελβετική λίμνη, και σκηνές από την υποδοχή του Καποδίστρια από τους ντόπιους στην Ελβετία επαναλαμβάνονται σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, δημιουργώντας μια αίσθηση deja vu. Ωστόσο, αυτά τα θέματα δεν είναι το κύριο πρόβλημα της ταινίας. Το ζήτημα βρίσκεται στην απουσία δυνατής πλοκής και σενάριου που θα έδινε συνοχή στα γεγονότα. Η αφήγηση μοιάζει σκόρπια, σαν ένα άτακτο feed κοινωνικών μέσων του 19ου αιώνα, με διάλογους παιδαριώδεις και στιγμές που περισσότερο θυμίζουν σαπουνόπερα παρά ιστορικό δράμα.
Όσον αφορά την αγιογραφική προσέγγιση του Καποδίστρια, ο σκηνοθέτης τον παρουσιάζει περισσότερο σαν έναν ηθικό και σχεδόν μυστικιστικό χαρακτήρα παρά ως απλό πολιτικό. Σκηνές προσευχής, οράματα και θρησκευτικές αναφορές δίνουν έναν υπερβολικά συμβολικό τόνο, ενώ η φυσική του παρουσία, με τα χαρακτηριστικά του πρωταγωνιστή, γίνεται το κεντρικό στοιχείο της ταινίας. Παρά την έντονη προσπάθεια του δημιουργού, το φιλμ επηρεάζεται από τον χαμηλό προϋπολογισμό, τα κλισέ και τις στερεοτυπικές αποτυπώσεις της ιστορικής προσωπικότητας.

Οι δηλώσεις του Σμαραγδή για την απόρριψη της χρηματοδότησης λόγω «ρωσοφιλίας» και οι δυσκολίες που αντιμετώπισε από το πρώην Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου και άλλους φορείς προσθέτουν ενδιαφέρον γύρω από το πρότζεκτ. Στο στόχαστρο βρέθηκε και ο Άδωνις Γεωργιάδης, που διέψευσε οποιαδήποτε ευθύνη για την έλλειψη κρατικής χρηματοδότησης και πρότεινε στους ακολούθους του να δουν την ταινία, κατηγορώντας παράλληλα τους «θολοκουλτουριάρηδες».
Όπως επισημαίνει η Άντζελα Γκερέκου σε ανάρτηση που έκανε στο Facebook, η ταινία δεν είναι ιστορικό σχολικό εγχειρίδιο, αλλά τέχνη που φωτίζει τον άνθρωπο πίσω από την Ιστορία. Ο Γιάννης Σμαραγδής δεν παρουσίασε έναν «ουδέτερο» Καποδίστρια, αλλά επέλεξε να δείξει έναν ηθικό και πολιτικό ηγέτη υψηλής ευθύνης, σε μια χώρα που συχνά δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί με έννοιες όπως η συλλογική πειθαρχία, η θεσμική συγκρότηση και η υπέρβαση των ιδιωτικών συμφερόντων.
Ακόμα και αν κάποιες δραματουργικές επιλογές είναι σχηματικές ή κάποιες φιγούρες λειτουργούν συμβολικά, σύμφωνα με την ίδια, αυτό δεν μειώνει τη δύναμη του έργου. Η ταινία θέτει ξεκάθαρα μια «θέση», προκαλεί διάλογο και υπενθυμίζει ότι το ελληνικό κράτος γεννήθηκε μέσα από συγκρούσεις όχι μόνο με ξένες δυνάμεις αλλά και μ' εσωτερικές αντιστάσεις, που έφτασαν στη δολοφονία του Καποδίστρια. Μας φέρνει αντιμέτωπους μ' ένα ουσιαστικό ερώτημα: Πώς αντιμετωπίζουμε όσους προσπαθούν ν' αλλάξουν τις παθογένειες μας;


