Τι συμβαίνει όταν η πραγματικότητα αρχίζει να θολώνει τόσο, ώστε η αλήθεια να μοιάζει απλώς με μία ακόμη εκδοχή ψέματος; Όταν η μνήμη διαλύεται, η βία κανονικοποιείται και ο φόβος λειτουργεί ως μηχανισμός επιβίωσης, τότε το οικογενειακό τοπίο μετατρέπεται σε έναν εφιάλτη που δεν απέχει πολύ από αυτόν που αναγνωρίζουμε γύρω μας. Το «Ψέμα του Μυαλού» του Σαμ Σέπαρντ, που παρουσιάζεται από την Ομάδα Νάμα σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη στο Σύγχρονο Θέατρο, συνθέτει ακριβώς αυτό το σκοτεινό, ασφυκτικό σύμπαν. Ενα βαθύ, εσωτερικό και ποιητικό αμερικανικό δράμα, όπου η αγάπη, η παράνοια και η καταστροφή συνυπάρχουν με τρόπο σχεδόν αναπόφευκτο. Ο συγγραφέας ισορροπεί με μαεστρία ανάμεσα στον ωμό ρεαλισμό και την ποιητικότητα, δημιουργώντας ένα έργο που δεν χαρίζεται ούτε στους ήρωές του ούτε στο κοινό του.
Παρότι γράφτηκε το 1985, Το «Ψέμα του Μυαλού» μοιάζει σήμερα τρομακτικά επίκαιρο. Το έργο απομονώνει το αρχέτυπο του σκληραγωγημένου Αμερικανού του Νότου και το μετατρέπει σε καθρέφτη ενός διαταραγμένου ψυχολογικού τοπίου, το οποίο όλοι παρακολουθούμε καθημερινά μέσα από τις ειδήσεις και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η υπερπληροφόρηση, η διαστρέβλωση της αλήθειας και η βία που επαναλαμβάνεται σαν κακό μοτίβο αποδεικνύουν πως η ιστορία, τελικά, επιμένει να επαναλαμβάνεται.
Στον πυρήνα του έργου βρίσκεται η καταστροφική σχέση του Τζέικ και της Μπέθ. Γύρω τους, οκτώ χαρακτήρες παγιδευμένοι στις προσωπικές τους ψευδαισθήσεις παλεύουν να ορίσουν την αλήθεια τους μέσα σ' έναν κόσμο που μοιάζει να έχει χάσει κάθε ισορροπία. Η κακοποίηση, η μνήμη και η αυταπάτη διαβρώνουν όχι μόνο την ατομική ταυτότητα, αλλά και τον ίδιο τον πυρήνα της οικογένειας. Οι σχέσεις των ηρώων λειτουργούν ως αλληγορικές αναφορές στη σύγχρονη αμερικανική κοινωνία, εκεί όπου το ιδιωτικό τραύμα γίνεται συλλογικό.
Ο Ορέστης Τζιόβας, ο οποίος στην παράσταση υποδύεται τον αδελφό της Μπέθ, μιλά στο ethnos.gr για τη βία που κληρονομείται, για τα «ψέματα του μυαλού» που μας κρατούν όρθιους και για τη δύσκολη, αλλά αναγκαία, αναμέτρηση με την αλήθεια επί σκηνής και στη ζωή.
Ποιο ήταν το πρώτο πράγμα που προσπαθήσατε να καταλάβετε για τον ήρωά σας όταν διαβάσατε το κείμενο του Σαμ Σέπαρντ;
Το έργο είναι αρκετά ιδιαίτερο, γιατί ξεκινά μ' έναν ωμό ρεαλισμό. Αφορμή της δράσης είναι η σωματική κακοποίηση μιας κοπέλας από έναν άντρα, και αμέσως μετά η εστίαση μετατοπίζεται στις δύο οικογένειες. Έτσι αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε το υπόβαθρο των χαρακτήρων. Το πρώτο πράγμα που αντιλήφθηκα για τον ήρωά μου είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο έχει μεγαλώσει. Ενα περιβάλλον σκληρό, σχεδόν άγριο. Η οικογένειά του ζει στη Μοντάνα, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί βλέπουμε βουνά, χιόνια, κοινωνική αποξένωση, κυνήγι ελαφιών, άνθρωποι τραχείς, κλειστοί. Υποδύομαι τον αδελφό της κοπέλας που έχει κακοποιηθεί. Ο ήρωάς μου ζει ακόμη με την οικογένειά του, σε μια ηλικία κοντινή στη δική μου, γύρω στα 43. Είναι βαθιά δεμένος μαζί της, μ' έναν έντονα αυταρχικό πατέρα και μια μητέρα που φαίνεται να αντιμετωπίζει σοβαρά ψυχικά προβλήματα. Το οικογενειακό αυτό περιβάλλον τον έχει καθορίσει σε μεγάλο βαθμό.
Το έργο διαδραματίζεται σε μια εποχή όπου οι λοβοτομές εφαρμόζονταν ακόμη, κυρίως σε γυναίκες, ως «θεραπεία» για την υστερία, χωρίς σαφή διάγνωση, χωρίς πραγματική κατανόηση. Δεν γνωρίζουμε ακριβώς το ιστορικό της μητέρας, όμως το πλαίσιο είναι ξεκάθαρα σκοτεινό και κακοποιητικό. Καθώς η ιστορία εξελίσσεται, βλέπουμε όλο και πιο καθαρά τη σκληρότητα του πατέρα απέναντι στον γιο που παραμένει στο σπίτι. Ο ήρωάς μου δεν φαίνεται να έχει προσωπική ζωή. Μέσα από επαναλαμβανόμενες αναγνώσεις και δουλειά πάνω στο κείμενο, καταλήξαμε στο ότι για εκείνον η έννοια της οικογενειακής τιμής είναι καθοριστική. Θέλει να την αποκαταστήσει, να εκδικηθεί για όσα συνέβησαν. Και, πάνω απ’ όλα, να κερδίσει την αποδοχή του πατέρα του.
Κάθε ρόλος αφήνει κάτι πίσω του. Τι πιστεύετε ότι θα σας αφήσει αυτός, όταν ολοκληρωθεί αυτός ο κύκλος παραστάσεων;
Είναι ακόμη νωρίς για να το απαντήσω. Νομίζω ότι είναι κάτι που μπορείς να το συνειδητοποιήσεις μόνο όταν κλείσει ο κύκλος. Αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να το υπολογίσω ή να το προβλέψω.

Το έργο μιλά για τα «ψέματα του μυαλού» που λέμε στον εαυτό μας για ν' αντέξουμε τον πόνο. Πιστεύετε ότι όλοι μας ζούμε με τέτοιου είδους ψέματα;
Δεν ξέρω αν αφορά όλους, αλλά σίγουρα ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Δυστυχώς, πολλοί άνθρωποι είτε δεν αντιλαμβάνονται την αλήθεια είτε δεν θέλουν να την κοιτάξουν κατάματα. Υπάρχει μια γενική τάση να κινούμαστε στην πεπατημένη, όπως ορίζουν οι κοινωνικές δομές, οι θρησκείες ή διάφορα δόγματα, και τελικά να μη ζούμε τη ζωή μας όπως πραγματικά θα θέλαμε ή όπως θα μπορούσαμε, με όλες τις δυνατότητες που έχουμε μέσα μας.
Δεν πιστεύω όμως ότι συμβαίνει αυτό σε όλους. Μιλώντας προσωπικά, η δική μου διαδρομή προς την αποδοχή του εαυτού μου περιλάμβανε την ψυχοθεραπεία. Είχα μια άστατη ζωή, ακόμη και εμπλοκή με ουσίες. Ήταν όμως πάντα μια πορεία με βασικό στόχο να καταλάβω καλύτερα ποιος είμαι. Να αναγνωρίζω ότι αυτά που πρεσβεύω δεν τα γνωρίζω απόλυτα και ν' αποφεύγω τη δογματική σκέψη. Αυτός είναι, για μένα, ένας τρόπος να μην παγιδεύομαι στα ψέματα που συχνά λέμε στον εαυτό μας.
Παρότι γράφτηκε το 1985, το έργο μοιάζει τρομακτικά σύγχρονο…
Δυστυχώς, η ιστορία επαναλαμβάνεται. Σαν οι άνθρωποι να μην μαθαίνουμε ποτέ πραγματικά από τα λάθη μας.
Πόσο κοντά είναι αυτή η ιστορία στον κόσμο των social media και των fake news;
Για μένα, η πληροφορία πάντα ερχόταν από παντού, και παλιότερα και σήμερα. Το ζήτημα της διασταύρωσης ήταν και παραμένει προσωπική ευθύνη του καθενός. Πριν από την εποχή των social media, οι άνθρωποι ίσως είχαν την τάση να εμπιστεύονται περισσότερο συγκεκριμένες πηγές ή να προσπαθούν να διασταυρώσουν όσα άκουγαν. Δεν είμαι όμως σίγουρος ότι αυτό έχει αλλάξει ουσιαστικά. Απλώς σήμερα η πληροφορία είναι ασύγκριτα περισσότερη. Αν διαθέτεις καθαρό μυαλό και σωστό κριτήριο – κάτι που προϋποθέτει παιδεία για να καλλιεργηθεί – μπορείς να φιλτράρεις, να διασταυρώσεις και να επιβεβαιώσεις την πληροφορία, όσο αυτό είναι δυνατό. Το πρόβλημα δεν είναι η εποχή, αλλά η απουσία κριτικής σκέψης.
Νιώθετε σήμερα ότι ζούμε σε μια άγρια και σκοτεινή εποχή;
Δεν θα το έλεγα. Αντίθετα, πιστεύω πως ζούμε στην πιο φωτεινή περίοδο μέχρι τώρα. Ο κόσμος, όσο περνούν τα χρόνια, γίνεται συνολικά πιο φωτεινός. Αυτό που έχει αλλάξει είναι ότι το σκοτάδι είναι πλέον πολύ πιο ορατό, πιο προβεβλημένο. Παλιά υπήρχε, αλλά κρυβόταν. Όσον αφορά τον πολιτισμό, κάνει πέντε βήματα μπροστά και δύο ή τρία πίσω. Αυτές οι μετακινήσεις, όμως, απλώνονται σε πολύ μεγάλες χρονικές περιόδους. Και επειδή η ανθρώπινη ζωή είναι σχετικά σύντομη – ένα προσδόκιμο γύρω στα 65-70 χρόνια – μπορεί μια ολόκληρη γενιά, που κρατά περίπου 25-30 χρόνια, να βιώνει μόνο το «βήμα πίσω» χωρίς να προλάβει να δει την επόμενη φάση. Έχω την αίσθηση ότι αυτή την περίοδο βρισκόμαστε ακριβώς εκεί. Ενα βήμα πίσω.
Γενικά, σήμερα η τέχνη τι διεκδικεί;
Η τέχνη, όπως πάντα, προσπαθεί να διαβάσει την αλήθεια. Άλλοτε γίνεται επαναστατική, άλλοτε αποκαλυπτική, κάποιες φορές ακόμη και διδακτική. Όμως ο βασικός της άξονας, ο σταθερός της πυρήνας, παραμένει η αναζήτηση και η έκφραση της αλήθειας.

Στην παράσταση, η κακοποίηση δεν παρουσιάζεται ως μεμονωμένο περιστατικό, αλλά ως κάτι που απλώνεται. Πώς «μεταφέρεται» η βία από γενιά σε γενιά μέσα στην ιστορία;
Νομίζω ότι η ανθρώπινη φύση έχει έντονα την ανάγκη της ασφάλειας. Αυτό σημαίνει πως ό,τι παραλαμβάνουμε από την προηγούμενη γενιά είναι συχνά δύσκολο να το απορρίψουμε ή να το αμφισβητήσουμε. Το να έρθεις αντιμέτωπος με αυτό που κληρονόμησες απαιτεί θάρρος και σύγκρουση. Έτσι, οι περισσότεροι άνθρωποι επιλέγουν να παραμείνουν μέσα στην «ασφάλεια» του γνώριμου και τελικά να το αναπαράγουν, ακόμη κι αν αυτό εμπεριέχει βία. Φυσικά, υπάρχουν και φωτισμένοι άνθρωποι που προσπαθούν να σπάσουν αυτόν τον κύκλο. Να αλλάξουν τη διαδρομή και να πλησιάσουν περισσότερο την ευτυχία, την ευδαιμονία, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ρήξη.
Έχετε πει ότι καταφέρατε σχετικά νωρίς να αναγνωρίζετε τα λάθη σας και να μην κολλάτε σε αυτά. Υπάρχει κάποιο λάθος που ακόμα σας αντιστέκεται;
Σίγουρα υπάρχουν πλευρές του εαυτού μου που αναγνωρίζονται και αλλάζουν πιο εύκολα, και άλλες που χρειάζονται περισσότερο χρόνο και δουλειά. Είμαι ακόμα «in progress». Δεν πιστεύω ότι αυτό είναι μια διαδικασία που τελειώνει ποτέ. Δεν έρχεται κάποια στιγμή που λες «ολοκληρώθηκα ως άνθρωπος». Το βλέπω πολύ όπως και τη δουλειά μας. Στο θέατρο – και ειδικά στην υποκριτική – πάντα μπορείς να κάνεις κάτι καλύτερα από πριν. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με τον εαυτό μας.
Εχετε μιλήσει ανοιχτά για πράγματα που πολλοί φοβούνται να αγγίξουν δημόσια. Πιστεύετε ότι η ειλικρίνεια έχει κόστος ή τελικά σε προστατεύει;
Πιστεύω ότι είναι βαθιά ωφέλιμη. Τι κόστος μπορεί να έχει η ειλικρίνεια; Ίσως ν' απομακρυνθούν κάποιοι άνθρωποι. Όμως ένας άνθρωπος που απομακρύνεται από την αλήθεια που εκφράζεις, μάλλον δεν είναι πραγματικά φίλος σου και πιθανότατα ούτε φίλος του ίδιου του εαυτού του. Εγώ θεωρώ πολύ φωτεινά τα παραδείγματα ανθρώπων που αλλάζουν, που εξελίσσονται, που γίνονται καλύτεροι και έχουν το θάρρος να παραδεχτούν τα λάθη τους και την αλήθεια τους. Αυτό μόνο θετικό μπορεί να είναι. Αν κάποιοι απομακρυνθούν ή αν έχασα δουλειές εξαιτίας των απόψεών μου ή των πραγμάτων που λέω δημόσια, τότε… από μακριά και αγαπημένοι.
Όσο μεγαλώνετε, αποδέχεστε τον εαυτό σας περισσότερο;
Ναι, σίγουρα. Τουλάχιστον εγώ προσωπικά νιώθω ότι αυτό συμβαίνει. Δεν νομίζω όμως ότι ισχύει για όλους. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι που δεν προσπαθούν ν' αγκαλιάσουν τον εαυτό τους, μένουν στάσιμοι και απομακρύνονται ακόμη περισσότερο από αυτόν.
Εσάς τι είναι αυτό που σας βοηθά στην αποδοχή του;
Σίγουρα η ψυχοθεραπεία. Τα εργαλεία που σου προσφέρει. Σε βοηθά να αναγνωρίζεις πολύ πιο γρήγορα τις καταστάσεις, να καταλαβαίνεις πως ό,τι σου συμβαίνει έχει μια εξήγηση, έναν λόγο ύπαρξης. Κυρίως σου καλλιεργεί την κατανόηση απέναντι στον εαυτό σου και στους άλλους.
Η τηλεόραση είναι κάτι που σας ενδιαφέρει;
Η τηλεόραση είναι σε μεγάλο βαθμό ένα καταναλωτικό προϊόν. Ο τρόπος που γίνονται οι περισσότερες δουλειές, η λογική του κέρδους και του οφέλους μέσα σ' ένα καθαρά καπιταλιστικό πλαίσιο, το αποδεικνύει. Θα ήθελα να δίνεται περισσότερη έμφαση στη δουλειά καθαυτή και λιγότερο στο να λειτουργεί απλώς ως «πλαίσιο» γύρω από το δελτίο ειδήσεων.
Ήρθατε από τη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσετε στο Εθνικό. Η σχολή αυτή βοηθάει στο να ανοίξουν πόρτες στο επάγγελμά σας;
Σίγουρα βοηθά. Χωρίς να θέλω να το εξιδανικεύσω, είναι λογικό να συμβαίνει αυτό. Οι περισσότεροι νέοι ηθοποιοί, όταν προσπαθούν να μπουν στον χώρο, στοχεύουν πρώτα είτε στο Εθνικό είτε στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Ακόμη κι αν χρειαστεί να αλλάξουν πόλη. Αφενός πρόκειται για δωρεάν φοίτηση, αφετέρου είναι οι σχολές όπου συγκεντρώνεται συνήθως και το πιο δυνατό υλικό, αφού όλοι εκεί δοκιμάζουν πρώτα. Οπότε ναι, είναι μια «σφραγίδα» που βοηθά και ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι από μόνη της αρκεί.

Πώς αποφασίσατε ν' ασχοληθείτε με την υποκριτική;
Δεν ήταν όνειρο ζωής, ούτε μεγάλωσα αγαπώντας το θέατρο. Μικρός μπλέχτηκα κάπως με το ερασιτεχνικό θέατρο, μέσα σ' εκείνη τη γενική ανασφάλεια της νεότητας, όταν δεν ξέρεις τι θέλεις να κάνεις και ψάχνεις να βρεις τι σε αφορά πραγματικά. Κάπως έτσι, σχεδόν «δια της ατόπου απαγωγής», κατέληξα στην υποκριτική. Ήταν το μόνο πράγμα στο οποίο αφιέρωσα τόσο πολύ χρόνο και ενέργεια. Μέχρι τότε δεν είχα βρει κάτι που να με ιντριγκάρει και να με κρατά ουσιαστικά απασχολημένο.
Θα επιστρέφατε μόνιμα στη Θεσσαλονίκη;
Όχι, κυρίως για επαγγελματικούς λόγους. Στη Θεσσαλονίκη είναι πολύ δύσκολο να πεις ότι είσαι επαγγελματίας ηθοποιός και μπορείς να βιοποριστείς από αυτό. Πέρα από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, δεν υπάρχει μεγάλη αγορά εργασίας στον χώρο. Παράλληλα, μου αρέσει πολύ η Αθήνα ως μητρόπολη και ως χωνευτήρι πολιτισμών. Η Θεσσαλονίκη, από την άλλη, έχει έναν έντονο συντηρητισμό, κάτι που δεν φαίνεται εύκολα, γιατί η πόλη έχει ισχυρή τουριστική εικόνα και βγάζει προς τα έξω ένα θετικό πρόσημο. Ωστόσο, νομίζω ότι χαρακτηρίζεται από πολύ έντονες αντιθέσεις. Υπάρχουν προοδευτικοί άνθρωποι, αλλά και ένας μεγάλος αριθμός συντηρητικών.
Αυτόν τον συντηρητισμό, όταν μένατε εκεί, τον είχατε ζήσει;
Τον είχα ζήσει, χωρίς όμως τότε να μπορώ να τον κατανοήσω ή να τον ταξινομήσω. Ήμουν μέσα σε αυτό το περιβάλλον, νεότερος, με ένα μυαλό λιγότερο καλλιεργημένο. Είναι τα βιώματά μου, είναι η ζωή μου, και δεν θα ήθελα να την αλλάξω. Ο τρόπος που έζησα, οι καταστάσεις που βρέθηκα και οι άνθρωποι ανάμεσα στους οποίους κινήθηκα είναι όλα τα συστατικά που με διαμόρφωσαν. Δεν θέλω, λοιπόν, να τα απορρίψω. Θέλω να τα αγκαλιάσω, αναγνωρίζοντας όμως την πραγματική τους αξία και τη σωστή τους διάσταση.
Τι μπορεί να περιλαμβάνει μια καθημερινότητά σας;
Σίγουρα γυμναστική και φαγητό. Μου αρέσει πολύ η μαγειρική. Δεν θα έλεγα ότι έχω κάποια συγκεκριμένη σπεσιαλιτέ, αλλά το απολαμβάνω. Επίσης, ηλεκτρονικά παιχνίδια, αν και προσπαθώ πια να μην είναι καθημερινή συνήθεια. Μου αρέσει το PlayStation, αλλά επειδή έχω έναν χαρακτήρα λίγο εθιστικό, προσπαθώ να βάζω όρια σε ό,τι μου αρέσει. Θέλω να περνάω χρόνο με τη σύντροφό μου, να κάνουμε πράγματα μαζί. Δεν προλαβαίνω να τα κάνω όλα κάθε μέρα, αλλά προσπαθώ την κάθε μέρα να την απολαμβάνω όσο καλύτερα μπορώ.
Κάποιος στόχος για το 2026;
Να παραμείνει σταθερά η άσκηση στη ζωή μου. Είναι κάτι που το παλεύω αρκετό καιρό τώρα και νιώθω ότι βρίσκομαι σε καλύτερο σημείο. Προσπαθώ να είμαι πιο συνεπής και πιο συνειδητός σε αυτό. Θεωρώ την άσκηση του σώματος εξαιρετικά σημαντική, όχι μόνο σωματικά, αλλά συνολικά για την ισορροπία μου.


