Η κυβέρνηση απαιτεί από τους πολίτες συνέπεια, ρυθμίσεις, εξασφαλίσεις και απόλυτο σεβασμό στις τραπεζικές τους υποχρεώσεις. Η ίδια ώρα βρίσκει τη Νέα Δημοκρατία με συνολικά χρέη άνω των 602 εκατ. ευρώ, από τα οποία σχεδόν 593 εκατ. οφείλονται στις τράπεζες. Το κόμμα που διαμορφώνει το πλαίσιο για τους οφειλέτες αποτελεί το ίδιο έναν από τους μεγαλύτερους οφειλέτες της χώρας. Και το χρέος δεν περιορίζεται, αφού αυξήθηκε μέσα σε έναν χρόνο κατά ακόμη 60,2 εκατ. ευρώ. Για μια μικρή επιχείρηση, μια τέτοια οικονομική πορεία θα σήμαινε κλειστή χρηματοδότηση, καταγγελίες δανείων και κίνδυνο απώλειας περιουσίας. Για το κυβερνών κόμμα σημαίνει έναν νέο ισολογισμό και μερικές ενοχλητικές ερωτήσεις. Η πολιτική ισχύς δεν εξαφανίζει τις υποχρεώσεις. Φαίνεται, όμως, ότι εξασφαλίζει μια ανοχή την οποία δύσκολα συναντά ο κοινός δανειολήπτης.
Το ΠΑΣΟΚ δεν μένει εκτός της εικόνας. Οι υποχρεώσεις του ξεπερνούν τα 565 εκατ. ευρώ, με σχεδόν 559,8 εκατ. προς τις τράπεζες και ετήσια αύξηση 60,7 εκατ. ευρώ. Δεν κυβερνά, όμως, ούτε καθορίζει σήμερα τους όρους με τους οποίους τράπεζες και funds αντιμετωπίζουν τους ιδιώτες. Η βαρύτερη πολιτική αντίφαση ανήκει στη Νέα Δημοκρατία, που ζητά οικονομική πειθαρχία από την κοινωνία ενώ η δική της εκκρεμότητα διογκώνεται. Μαζί, τα δύο κόμματα χρωστούν 1,167 δισ. ευρώ. Ένα ποσό που κάνει τις διακηρύξεις περί αυστηρά κοστολογημένων προγραμμάτων να ακούγονται τουλάχιστον παράδοξες. Οι ενισχύσεις προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις περνούν από κόσκινο, επειδή «δεν υπάρχουν λεφτόδεντρα». Τα κομματικά δάνεια, αντιθέτως, συνεχίζουν να αυξάνονται χωρίς να διαταράσσεται ιδιαίτερα η πολιτική κανονικότητα. Για τον πολίτη υπάρχει αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας. Για τα κόμματα υπάρχει πάντοτε ο επόμενος ισολογισμός.
Μια κυλιόμενη μέτρηση που έφτασε στα χέρια μου καταγράφει τη Νέα Δημοκρατία στο 22%, την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη στο 12% και το ΠΑΣΟΚ στο 9% στην πρόθεση ψήφου. Δεν πρόκειται να μετατρέψω τα ποσοστά σε υποθετικά αποτελέσματα με αυθαίρετες αναγωγές. Στη σημερινή, εξαιρετικά ρευστή συγκυρία, μια τέτοια αριθμητική δημιουργεί περισσότερο θόρυβο παρά γνώση. Το πολιτικά χρήσιμο εύρημα βρίσκεται αλλού. Η απόσταση ανάμεσα στην ΕΛΑΣ και το ΠΑΣΟΚ δεν επιτρέπει ασφαλείς προβλέψεις για τη δεύτερη θέση. Δημοσκόποι με τους οποίους συνομιλώ επιμένουν ότι οι μετακινήσεις ψηφοφόρων συνεχίζονται, ότι το εκλογικό περιβάλλον στην Κεντροαριστερά είναι πολύ ρευστό, ότι το συγκεκριμένο μέτωπο παραμένει απολύτως ανοιχτό και ότι οι προβλέψεις είναι απολύτως παρακινδυνευμένες. Ο νέος φορέας του Αλέξη Τσίπρα έχει προβάδισμα, αλλά δεν έχει κατοχυρώσει τη δεύτερη θέση. Αυτός είναι και ο λόγος που κάποιοι δεν πρέπει να βιάζονται. Το ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να βρίσκεται μέσα στη μάχη, αλλά πρέπει να επιταχύνει για να μην χάσει οριστικά το τρένο. Όπως μου λένε έμπειροι δημοσκόποι και αναλυτές, οι μετρήσεις του φθινοπώρου και κυρίως εκείνες που θα διενεργηθούν μετά τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης θα δείξουν ποιος διαθέτει πραγματική δυναμική και ποιος απλώς καταγράφει υψηλά ποσοστά σε ευνοϊκή συγκυρία.
Η σημαντικότερη προειδοποίηση της μέτρησης αφορά, ωστόσο, στο κυβερνών κόμμα. Το 22% στην πρόθεση ψήφου δεν αφήνει περιθώριο για τη βεβαιότητα ότι η Νέα Δημοκρατία θα υπερβεί τελικά το κρίσιμο 25%. Το συγκεκριμένο όριο δεν έχει μόνο συμβολική σημασία. Συνδέεται με την ενεργοποίηση του μπόνους εδρών και, συνεπώς, με ολόκληρη τη μετεκλογική αριθμητική και τους συσχετισμούς που θα δημιουργηθούν την επόμενη ημέρα ώστε να σχηματιστεί κυβέρνηση. Στο Μέγαρο Μαξίμου μπορεί να υπολογίζουν στην... παραδοσιακή συσπείρωση της τελευταίας στιγμή, κάτι τέτοιο όμως δεν αποτελεί αυτόματο μηχανισμό και η συσπείρωση των ψηφοφόρων δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Η ακρίβεια, η κυβερνητική φθορά, τα σκάνδαλα και η διεύρυνση των διαθέσιμων πολιτικών επιλογών, αφού ξεπηδούν κόμματα δεξιά κι αριστερά, δυσκολεύουν την επιστροφή ψηφοφόρων που έχουν ήδη απομακρυνθεί. Η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτη, αλλά η πρωτιά δεν αρκεί αν συνοδεύεται από ποσοστό που δεν παράγει κοινοβουλευτικό πλεονέκτημα. Γι’ αυτό και η πραγματική αγωνία δεν αφορά στη διαφορά από τον δεύτερο. Βρίσκεται στις τρεις μονάδες που τη χωρίζουν σήμερα από το όριο γύρω από το οποίο έχει στηθεί ο εκλογικός σχεδιασμός της. Περιττό είναι να σας γράψω πως αν η Νέα Δημοκρατία δεν ξεπεράσει το 25% θα τεθεί θέμα ηγεσίας...
Η παραίτηση της Μυρτώς Κοροβέση από το κόμμα "Δημοκράτες" του Στέφανου Κασσελάκη φαίνεται ότι δεν θα μείνει χωρίς άμεση πολιτική συνέχεια για την ίδια. Οι πληροφορίες που φτάνουν στα αυτιά μου αναφέρουν πως οι συζητήσεις με το ΠΑΣΟΚ έχουν προχωρήσει και δεν αποκλείεται να υπάρξουν ανακοινώσεις ακόμη και μέσα στα επόμενα εικοσιτετράωρα. Η ένταξή της δεν έχει κλείσει τυπικά, αλλά μαθαίνω ότι η ολοκλήρωση της μεταγραφής έχει μπει στην τελική ευθεία. Για τη Χαριλάου Τρικούπη, μια τέτοια προσθήκη θα εντασσόταν στην προσπάθεια διεύρυνσης με νέα, ικανά και άφθαρτα πρόσωπα που αποχωρούν από μικρότερους σχηματισμούς και αναζητούν πιο σταθερό πολιτικό έδαφος. Για την ίδια την Κοροβέση, πάντως, η μετακίνηση δεν αφορά αποκλειστικά στην αλλαγή κομματικής ταυτότητας. Το πραγματικό ενδιαφέρον βρίσκεται στο επόμενο βήμα, στη συμμετοχή της στα ψηφοδέλτια του ΠΑΣΟΚ και στην περιφέρεια όπου θα επιχειρούσε να δοκιμάσει τις δυνάμεις της εκλογικά.
Εφόσον ολοκληρωθεί η συμφωνία, ένα από τα πιθανά σενάρια είναι η Μυρτώ Κοροβέση να κατευθυνθεί προς το ψηφοδέλτιο της Μεσσηνίας, με την οποία διατηρεί στενούς δεσμούς. Αυτό μαθαίνω και σας το μεταφέρω. Η Ανατολική Αττική, όπου ήταν υποψήφια με τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν θεωρείται εύκολη επιλογή, καθώς εκεί ο Μανώλης Χριστοδουλάκης διαθέτει ισχυρό πολιτικό αποτύπωμα και αναμένεται να έχει κυρίαρχη παρουσία. Στη Χαριλάου Τρικούπη δεν θα είχε ιδιαίτερο νόημα να τοποθετηθούν δύο νέα και άφθαρτα πρόσωπα, δύο πρόσωπα με μεγάλες φιλοδοξίες, που μπορεί να λειτουργήσουν ως εκλογικοί πολλαπλασιαστές σε τοπική κλίμακα, στην ίδια εσωκομματική πίστα, όταν υπάρχει η δυνατότητα να ενισχυθούν ταυτόχρονα δύο περιφέρειες. Η Μεσσηνία, που έχει πέσει ήδη στο τραπέζι, θα προσέφερε στην Κοροβέση χώρο για αυτόνομη πολιτική παρουσία και στο ΠΑΣΟΚ μια νέα υποψηφιότητα χωρίς να διαταραχθούν οι ισορροπίες στην Ανατολική Αττική. Προς το παρόν τίποτα δεν είναι βέβαιο και οι τελικές αποφάσεις για τη συμμετοχή της σε κάποιο ψηφοδέλτιο θα ληφθούν αμέσως μετά με την ολοκλήρωση της ένταξής της. Σε κάθε περίπτωση όμως, οι συζητήσεις φαίνεται πως έχουν προχωρήσει πέρα από μια απλή διερευνητική επαφή.
Η συνταγματική αναθεώρηση δεν αντιμετωπίζεται στο κυβερνητικό επιτελείο ως μια θεσμική συζήτηση περιορισμένη στους νομικούς και στη Βουλή. Έχει ενταχθεί στον πυρήνα της προεκλογικής στρατηγικής, καθώς το Μέγαρο Μαξίμου αναζητεί τρόπο επανασύνδεσης με ψηφοφόρους που στήριξαν τη Νέα Δημοκρατία λόγω του φιλοευρωπαϊκού και μεταρρυθμιστικού της προφίλ, αλλά σήμερα εμφανίζονται περισσότερο επιφυλακτικοί. Το συγκεκριμένο κρίσιμο τμήμα του εκλογικού σώματος δεν έει μετακινηθεί κατ’ ανάγκην προς έναν νέο πολιτικό φορέα ή προς κάποιον άλλο ανταγωνιστή της Νέας Δημοκρατίας. Το ενδιαφέρον είναι ότι έχει κυρίως απομακρυνθεί από την κυβέρνηση. Γι’ αυτό και οι προτεινόμενες θεσμικές αλλαγές θα παρουσιαστούν ως απόδειξη ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξακολουθεί να διαθέτει σχέδιο εκσυγχρονισμού. Σε αυτό το πεδίο κριτική προς το ΠΑΣΟΚ δεν προκύπτει, επομένως, μόνο από την ανάγκη κομματικής αντιπαράθεσης. Αποτελεί προσπάθεια του Μεγάρου Μαξίμου να πειστεί το κεντρώο ακροατήριο ότι η Χαριλάου Τρικούπη δεν είναι πλέον ο φυσικός χώρος των συναινέσεων και των μεγάλων αλλαγών.
Η αναφορά του Παύλου Μαρινάκη σε ένα παλαιότερο, περισσότερο «υπεύθυνο» ΠΑΣΟΚ δεν απευθυνόταν μόνο στον Νίκο Ανδρουλάκη. Είχε ως αποδέκτες στελέχη και ψηφοφόρους που εξακολουθούν να βλέπουν θετικά την περίοδο των πολιτικών συναινέσεων και αντιμετωπίζουν με δυσφορία τη σημερινή απόλυτη σύγκρουση με τη Νέα Δημοκρατία. Το Μαξίμου επιχειρεί να καλλιεργήσει την εντύπωση ότι η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ απομακρύνεται από το Μεσαίο Χώρο ή άλλως από τον χώρο του Πολιτικού Κέντρου ή άλλως από τον χώρο των μετριοπαθών ψηφοφόρων, αφήνοντας πολιτικό πεδίο διαθέσιμο προς κατάληψη. Η στρατηγική της Ηρώδου Αττικού δεν αποβλέπει μόνο στην εκλογική αποδυνάμωση του αντιπάλου, αλλά και στην ενίσχυση των εσωτερικών αμφιβολιών για τη γραμμή Ανδρουλάκη. Παράλληλα, η συζήτηση για το ποιος μπορεί να εγγυηθεί σταθερή κυβέρνηση θα επανέρχεται όλο και συχνότερα, καθώς η πολιτική αβεβαιότητα παραμένει και η πολιτική αστάθεια δεν έχει εξαφανιστεί από την ορίζοντα. Η συνταγματική αναθεώρηση προσφέρει στη Νέα Δημοκρατία το κατάλληλο σκηνικό για να εμφανίζει κάθε διαφωνία του ΠΑΣΟΚ ως απόδειξη πολιτικής ακαμψίας.
Η παρουσίαση του «Σχεδίου Αριστοτέλης» ολοκληρώθηκε με μια προσωπική στιγμή για τον Αλέξη Τσίπρα. Ο Μίλτος Χατζηγιαννάκης διέκοψε το επίσημο πρόγραμμα για να του ευχηθεί, ενώ στην αίθουσα εμφανίστηκε τούρτα διακοσμημένη στα χρώματα της ΕΛΑΣ. Οι παρευρισκόμενοι συνόδευσαν τις ευχές με τραγούδι και χειροκροτήματα. Ο πρώην πρωθυπουργός, που συμπληρώνει 52 χρόνια, αντιμετώπισε την έκπληξη με χιούμορ, σχολιάζοντας ότι μετά τα πενήντα οι επέτειοι δεν χρειάζονται ιδιαίτερη υπενθύμιση. Έσβησε το κεράκι και στη συνέχεια μοιράστηκαν γλυκά στους καλεσμένους, κλείνοντας την εκδήλωση σε σαφώς πιο χαλαρό κλίμα.
Η ΤΕΧΑΝ αποφάσισε να περάσει στην αντεπίθεση, καταγγέλλοντας δημοσιεύματα και αιτιάσεις για το κόστος των συστημάτων ανακύκλωσης. Η δημόσια παρέμβασή της, όμως, γίνεται σε μια στιγμή κατά την οποία η υπόθεση έχει ήδη ξεπεράσει το πεδίο της επικοινωνίας. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εξετάζει τις συμβάσεις για τα Πολύκεντρα Ανακύκλωσης, ενώ οι έρευνες σε εγκαταστάσεις της εταιρείας συνοδεύτηκαν από κατασχέσεις υπολογιστών, ψηφιακών αρχείων και συμβατικού υλικού. Παράλληλα, η συνεργασία με τον ΕΔΣΝΑ εμφανίζεται να βρίσκεται σε αποσύνθεση, γεγονός που αυξάνει ακόμη περισσότερο την πίεση. Η εταιρεία έχει κάθε δικαίωμα να υπερασπιστεί τις θέσεις της και να απαντήσει στις καταγγελίες. Ωστόσο, το κρίσιμο πεδίο δεν είναι πλέον η επικοινωνιακή μάχη που δίνει η ΤΕΧΑΝ, αλλά τα στοιχεία που συγκεντρώνουν οι ευρωπαϊκές αρχές και οι απαντήσεις που θα δοθούν για τις τιμές, τις συμβάσεις και τη διαδρομή του χρήματος.
Σε αυτή τη διαδρομή αποκτά ιδιαίτερη σημασία και η χρηματοδότηση της ΤΕΧΑΝ. Από πληροφορίες και στοιχεία που φτάνουν στα χέρια μου μαθαίνω ότι η έκθεσή της σε συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα είχε φτάσει σε τέτοιο επίπεδο, ώστε η τράπεζα αρνήθηκε περαιτέρω δανεισμό και έκοψε τη χρηματοδότηση. Η χρηματοδοτική πόρτα που έκλεισε από τη μία πλευρά άνοιξε, πάντως, από άλλη, με την εταιρεία να εξασφαλίζει στη συνέχεια -όπως έμαθα- περίπου 15 εκατ. ευρώ από άλλη συστημική τράπεζα τράπεζα. Η συγκεκριμένη εξέλιξη δεν αποδεικνύει από μόνη της κάποια παρατυπία. Δημιουργεί, όμως, εύλογο ενδιαφέρον για τα κριτήρια αξιολόγησης, τις εξασφαλίσεις -κυρίως τις εξασφαλίσεις, και αυτό είναι ένα θέμα για το οποίο θα επανέλθω- και την οικονομική εικόνα που παρουσιάστηκε στους πιστωτές. Όταν μια εταιρεία βρίσκεται ταυτόχρονα στο μικροσκόπιο για δημόσιες συμβάσεις και διαθέτει τόσο υψηλή τραπεζική χρηματοδότηση, η έρευνα δεν μπορεί να σταματά μόνο στις τιμές των μηχανημάτων. Χρειάζεται να φωτιστεί και το χρηματοδοτικό υπόβαθρο που επέτρεψε την ανάπτυξη του συγκεκριμένου επιχειρηματικού μοντέλου.
Οι ελληνικές τράπεζες μπορούν να πανηγυρίζουν ότι η πιστωτική επέκταση κινείται ταχύτερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Το 9,44% προς τον ιδιωτικό τομέα και κυρίως το 11,28% προς τις επιχειρήσεις προσφέρουν ασφαλώς μια καλή εικόνα για τους ισολογισμούς και τις παρουσιάσεις προς τους επενδυτές. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι ποιοι ακριβώς βρίσκονται πίσω από αυτούς τους αριθμούς. Η μεγάλη αύξηση των εταιρικών δανείων δεν σημαίνει αυτομάτως ότι άνοιξε η χρηματοδότηση για τη μικρή επιχείρηση, τον αυτοαπασχολούμενο ή τον επαγγελματία που δεν διαθέτει ισχυρές εξασφαλίσεις. Οι τράπεζες δανείζουν γενναιόδωρα εκεί όπου ο κίνδυνος είναι μικρός και οι εγγυήσεις μεγάλες. Έτσι, η πιστωτική επέκταση μπορεί να τρέχει με διψήφιο ρυθμό, ενώ σημαντικό μέρος της αγοράς εξακολουθεί να συναντά κλειστές πόρτες, αυστηρούς όρους και κόστος χρηματοδότησης που ακυρώνει κάθε επενδυτικό σχέδιο.
Η πραγματική εικόνα των τραπεζών αποκαλύπτεται όταν η συζήτηση φτάνει στους ιδιώτες. Η χρηματοδότηση των ελληνικών νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 2,83%, σχεδόν όσο ο μέσος όρος της ευρωζώνης, αλλά πολύ χαμηλότερα από την εταιρική πίστη. Μετά από χρόνια συρρίκνωσης των στεγαστικών δανείων, η επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς παρουσιάζεται ως επιτυχία. Για μια χώρα, όμως, όπου η απόκτηση κατοικίας έχει γίνει απρόσιτη για μεγάλο μέρος της κοινωνίας, η σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δεν αρκεί. Οι τράπεζες διαθέτουν ρευστότητα, ισχυρή κερδοφορία και καταθετική βάση, αλλά μεταφέρουν ελάχιστο από αυτό το πλεονέκτημα στον πολίτη. Τα υψηλά κριτήρια, οι απαιτήσεις ίδιας συμμετοχής και το κόστος των δανείων κρατούν εκτός χιλιάδες νοικοκυριά. Η χρηματοδότηση της οικονομίας έχει λοιπόν δύο ταχύτητες: οι ισχυρές επιχειρήσεις απολαμβάνουν επιτάχυνση, ενώ οι πολλοί εξακολουθούν να περιμένουν στην τραπεζική ουρά.
Μαθαίνω ότι και ο Γιάννης Στουρνάρας παρακολουθεί με αυξανόμενη ανησυχία την πιστωτική πολιτική των τραπεζών. Η ρευστότητα διοχετεύεται με εντυπωσιακή ταχύτητα σε περιορισμένο κύκλο μεγάλων επιχειρηματικών σχημάτων, ενώ οι μικρότεροι παίκτες εξακολουθούν να περνούν από εξαντλητικούς ελέγχους για πολύ χαμηλότερα ποσά. Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι τράπεζες δανείζουν, αλλά ότι ο κίνδυνος συγκεντρώνεται ξανά στα ίδια χαρτοφυλάκια. Στην Τράπεζα της Ελλάδος γνωρίζουν καλά πού καταλήγει η υπερβολική αυτοπεποίθηση των τραπεζιτών. Οι παλιές φούσκες δεν δημιουργήθηκαν επειδή έλειπαν οι κανόνες, αλλά επειδή όλοι πίστευαν ότι εκείνη τη φορά ο λογαριασμός δεν θα έφτανε ποτέ.