Οικονομία|01.03.2026 10:12

Το «κάστρο» των τραπεζών και η οργή της κοινωνίας

Μάρκος Μυρσινιάδης

Πίσω από τα κέρδη-ρεκόρ του 2025 για Τράπεζα Πειραιώς, Eurobank, Alpha Bank και Εθνική Τράπεζα, κρύβεται η καθημερινότητα και η σκληρή πραγματικότητα για την κοινωνία που είναι γεμάτη χρεώσεις, κλειστές πόρτες και ένα χάσμα που μεγαλώνει κάθε μέρα.

Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, αν και εξήλθε από την περίοδο των ανακεφαλαιοποιήσεων με εντυπωσιακά μεγέθη, σήμερα μοιάζει πιο αποκομμένο από ποτέ από την πραγματική οικονομία. Τα αποτελέσματα για το 2025 είναι αποκαλυπτικά:

η Eurobank ανακοίνωσε καθαρά κέρδη 1,36 δισ. ευρώ, η Πειραιώς 1,07 δισ. ευρώ, ενώ η Alpha Bank και η Εθνική Τράπεζα επιβεβαιώνουν επίσης την ισχυρή κερδοφορία τους με 943,3 εκατ. ευρώ και 1,3 δισ. ευρώ αντίστοιχα. Ωστόσο, αυτά τα δισεκατομμύρια των κερδών είναι που δημιουργούν - και μάλιστα με τρόπο κραυγαλέο και προκλητικό - τεράστιο χάσμα με την κοινωνία.

Πρόκληση 

Οι αποφάσεις των τραπεζών να μοιράσουν στους μετόχους τους πάνω από 1,3 δισ. ευρώ -με τη Eurobank για παράδειγμα να δρομολογεί 717 εκατ. ευρώ, την Πειραιώς 600 εκατ. ευρώ, την Alpha Bank τετραπλασιάζει τη διανομή σε σχέση με το 2023 και το ποσοστό στην Εθνική Τράπεζα να φτάνει το 60%- προκαλούν το κοινό αίσθημα, την ώρα που το λειτουργικό κόστος διογκώνεται και οι πολίτες βλέπουν τις χρεώσεις στις καθημερινές συναλλαγές να ανεβαίνουν και τα επιτόκια των καταθέσεων να παραμένουν καθηλωμένα κοντά στο 0,1%.

Η «βιτρίνα» των κερδών παρουσιάζει ήδη ρωγμές. Η περίοδος της «εύκολης» κερδοφορίας από τα υψηλά επιτόκια της ΕΚΤ τελειώνει. Οι τράπεζες βλέπουν τα έσοδά τους από τόκους να πιέζονται: η Πειραιώς κατέγραψε κάμψη 8,9% στα καθαρά έσοδα από τόκους, με το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο (NIM) να υποχωρεί στο 2,2% από 2,7%, ενώ και στη Eurobank το περιθώριο υποχώρησε στο 2,51% από 2,83%.

Για να καλύψουν αυτές τις απώλειες, οι τράπεζες επέλεξαν την εκτόξευση των προμηθειών: η Πειραιώς κατέγραψε άνοδο εσόδων από προμήθειες κατά 26% (στα 696 εκατ. ευρώ), ενώ η Eurobank σημείωσε άνοδο 23,7% (στα 557 εκατ. ευρώ). Πρόκειται για μια στρατηγική που μεταφέρει το βάρος της προσαρμογής άμεσα στον καταναλωτή, καταθέτη και φορολογούμενο αδιαφορώντας για τις αντοχές του.

Η «ξενοκρατία» και η διαρροή κεφαλαίων

Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι περίπου το 85% των μετοχών των τεσσάρων συστημικών τραπεζών ανήκει σε ξένους επενδυτές. Από τα περίπου 5 δισ. ευρώ των συνολικών χρηματικών διανομών για τη διετία, η συντριπτική πλειοψηφία «δραπετεύει» από τα σύνορα.

Η λειτουργία του συστήματος παραπέμπει σε εικόνα καρτέλ, όπου η έλλειψη πραγματικού ανταγωνισμού μεταξύ Εθνικής, Πειραιώς, Alpha και Eurobank καθηλώνει τα επιτόκια καταθέσεων, ενώ οι προμήθειες για ψηφιακές συναλλαγές παραμένουν σταθερά υψηλές. Το γεγονός ότι η «ψαλίδα» μεταξύ επιτοκίων καταθέσεων και δανεισμού παραμένει από τις μεγαλύτερες στην Ευρωζώνη, αποδεικνύει ότι οι τράπεζες λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία, αδιαφορώντας για την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

Πόρτες κλειστές για τους μικρούς και οικονομικός αποκλεισμός

Η χρηματοδότηση έχει γίνει προνόμιο για τους λίγους. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρίσκουν συχνά τις πόρτες κλειστές ή τις απαιτήσεις τόσο αυστηρές που καθιστούν τον δανεισμό αδύνατο. Αντίθετα, οι τράπεζες προτιμούν να «παρκάρουν» τα κεφάλαιά τους σε δάνεια με μηδενικό ρίσκο, διοχετεύοντας χρηματοδότηση σε ελάχιστες μεγάλες εταιρείες, αφήνοντας την πραγματική οικονομία να ασφυκτιά. Αυτή η «αυτοαποθάρρυνση» -πολίτες που δεν αιτούνται καν δάνειο- δείχνει ότι το σύστημα δεν εκπληρώνει τον ρόλο του ως αιμοδότης της αγοράς. Όταν οι πολίτες προτιμούν να δανειστούν από τον οικογενειακό τους κύκλο, από φίλους και γνωστούς, για να καλύψουν τις αντικειμενικές τους ανάγκες, τότε αυτό είναι το πιο ηχηρό μήνυμα ότι οι τράπεζες έχουν χάσει τον προσανατολισμό τους.

Τα «μαξιλάρια» που κρύβουν κινδύνους στους ισολογισμούς

Πίσω από τις ανακοινώσεις κρύβονται κεφαλαιακές προκλήσεις. Η Πειραιώς είδε τον δείκτη ασφαλείας της (CET1) να υποχωρεί στο 12,7% -από 14,4%- λόγω των επιθετικών εξαγορών, όπως η εξαγορά της Εθνικής Ασφαλιστικής. Στη Eurobank, η ενοποίηση της Hellenic Bank και η απορρόφηση κεφαλαίων από τη CNP Cyprus ασκούν διαρκή πίεση.

Το πιο ανησυχητικό είναι ότι το 40-50% των εποπτικών κεφαλαίων και των τεσσάρων ιδρυμάτων αποτελείται από αναβαλλόμενη φορολογία (DTC) -ένα λογιστικό «μαξιλάρι» και όχι πραγματικό κεφάλαιο- το οποίο καθιστά την κεφαλαιακή επάρκεια εξαιρετικά ευάλωτη. Η ταχεία απόσβεση αυτής της φορολογίας λόγω των υψηλών μερισμάτων δημιουργεί μια δυναμική που θα περιορίσει τις δυνατότητες των τραπεζών στο μέλλον, αν δεν υπάρξει αλλαγή στρατηγικής.

Η «κρυφή» στρατηγική των προμηθειών: Από τα επιτόκια στις «υπηρεσίες»

Ενώ τα έσοδα από τόκους υποχωρούν λόγω της νομισματικής πολιτικής, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες έχουν βρει μια νέα «χρυσή φλέβα»: τις προμήθειες. Η Πειραιώς, με τα έσοδα από προμήθειες να εκτοξεύονται στα 696 εκατ. ευρώ (+26%), και η Eurobank να ακολουθεί με 557 εκατ. ευρώ (+23,7%) στο εννεάμηνο, αποδεικνύουν ότι ο πελάτης έχει μετατραπεί σε «πηγή εσόδων» για κάθε μικρή συναλλαγή. Η στροφή αυτή δεν είναι τυχαία.

Μετά την πτώση των επιτοκίων, οι τράπεζες έστρεψαν τους πελάτες τους μαζικά προς τα αμοιβαία κεφάλαια. Όμως, οι χρεώσεις σε αυτά τα προϊόντα στην Ελλάδα είναι σημαντικά υψηλότερες από τον μέσο όρο των τραπεζών της ευρωζώνης.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτές οι προμήθειες αντιστοιχούν σε πραγματική προστιθέμενη αξία ή αν πρόκειται για μια «τεχνητή» διόγκωση εσόδων που επιβάλλεται στον καταναλωτή που δεν έχει εναλλακτική.

Η Eurobank, για παράδειγμα, στηρίζει σημαντικό μέρος της αύξησης των προμηθειών της στο wealth management και το bancassurance. Όμως, για τον μικρομεσαίο επιχειρηματία ή τον απλό καταθέτη, αυτό μεταφράζεται σε διαρκή αφαίμαξη: προμήθειες για το ΑΤΜ, χρεώσεις για τα εμβάσματα, κόστη διαχείρισης καρτών. Όλα αυτά «ροκανίζουν» το διαθέσιμο εισόδημα, ενώ η τράπεζα παρουσιάζει αυτά τα νούμερα ως «λειτουργική αποτελεσματικότητα».

Επιπλέον, η σύγκριση με τις τράπεζες του εξωτερικού είναι καταπέλτης. Στις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης, οι χρεώσεις για βασικές τραπεζικές υπηρεσίες είναι ρυθμισμένες ή εξαιρετικά χαμηλές λόγω του σκληρού ανταγωνισμού. Στην Ελλάδα, παρά την ψηφιοποίηση -με το 74,3% των πολιτών δηλώνει ικανοποιημένο από την ποιότητα των εφαρμογών- το κόστος χρήσης παραμένει δυσανάλογα υψηλό.

Η τεχνολογία, αντί να μειώσει τα κόστη για τον πελάτη, χρησιμοποιήθηκε ως μέσο για το κλείσιμο υποκαταστημάτων, μεταθέτοντας το κόστος της εξυπηρέτησης από την τράπεζα στον ίδιο τον πελάτη (self-service). Έτσι, ο πολίτης καλείται να πληρώνει για να «αυτοεξυπηρετείται», ενώ η τράπεζα απολαμβάνει τη μείωση του λειτουργικού της κόστους.

Οι τράπεζες, έχοντας λάβει δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ από τον Έλληνα φορολογούμενο τα χρόνια της κρίσης για να μην καταρρεύσουν, σήμερα... επιστρέφουν αυτή την «εύνοια» επιβάλλοντας τα υψηλότερα κόστη στην Ευρωζώνη. Η απουσία ενός πραγματικού, επιθετικού ανταγωνισμού μεταξύ των τεσσάρων συστημικών ιδρυμάτων επιτρέπει αυτή τη συμπεριφορά.

Αν υπήρχε ουσιαστικός ανταγωνισμός, οι χρεώσεις θα έπρεπε να είχαν υποχωρήσει, καθώς η ψηφιοποίηση μειώνει δραστικά το κόστος ανά συναλλαγή. Αντίθετα, παρατηρούμε μια σύγκλιση τιμών που προκαλεί το κοινό αίσθημα και επιβεβαιώνει ότι το «κάστρο» των τραπεζών παραμένει ερμητικά κλειστό σε οποιαδήποτε πίεση που θα έθετε σε κίνδυνο τα κέρδη τους.

Η «στρατηγική της απόστασης» από την κοινωνία συνιστά μια επικίνδυνη πορεία που υπονομεύει την ίδια την οικονομική σταθερότητα της χώρας. Όσο ο πολίτης αισθάνεται ότι το τραπεζικό σύστημα λειτουργεί ως μηχανισμός που «κλέβει» χρόνο και χρήμα, η εμπιστοσύνη θα παραμένει το μεγάλο ζητούμενο, μετατρέποντας την οικονομική επιτυχία σε ένα ολέθριο αδιέξοδο από το οποίο αργά ή γρήγορα θα αναζητηθεί έξοδος μέσω δραστικών και άμεσων λύσεων.

Alpha Bank και Εθνική: Η νέα κερδοφορία και το «πάρτι» των διανομών

Στο επίκεντρο βρίσκονται και η Alpha Bank και η Εθνική Τράπεζα. Η Alpha Bank, με καθαρά κέρδη 943,3 εκατ. ευρώ το 2025 -αυξημένα κατά 44% σε ετήσια βάση- προχωρά σε εντυπωσιακό τετραπλασιασμό των διανομών προς τους μετόχους.

Το ποσό που προορίζεται για διανομή αγγίζει τα 519 εκατ. ευρώ (το 55% των καθαρών κερδών), υπερβαίνοντας κατά πολύ την αρχική πρόβλεψη των 425 εκατ. ευρώ. Ο CEO της τράπεζας, Βασίλης Ψάλτης, κάνει λόγο για «καθοριστική χρονιά», την ώρα που το RoTE διαμορφώνεται στο 13,8% και οι εκταμιεύσεις δανείων έφτασαν τα 4,2 δισ. ευρώ στο δ' τρίμηνο.

Αντίστοιχα, η Εθνική Τράπεζα παρουσίασε κέρδη 1,3 δισ. ευρώ, απορροφώντας τη δραστική αποκλιμάκωση των επιτοκίων, ενώ ο δείκτης απόδοσης ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTE) άγγιξε το 15,5%, υπερβαίνοντας τον στόχο που είχε τεθεί. Η τράπεζα προχωρά σε αύξηση της διανομής στους μετόχους στο 60%, εν μέσω ισχυρής πιστωτικής επέκτασης κατά 10% σε ετήσια βάση.

Παρά τα νούμερα, οι λειτουργικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 7,3%, γεγονός που αντανακλά επενδύσεις σε τεχνολογία και ανθρώπινο κεφάλαιο, όμως για τον μέσο πελάτη, η εικόνα παραμένει ίδια: υψηλές προμήθειες και αυστηρά κριτήρια χρηματοδότησης. Η επιμονή των δύο ιδρυμάτων στη διανομή μερισμάτων και τις επαναγορές μετοχών (όπως τα 259 εκατ. ευρώ της Alpha Bank) δείχνει ότι η προτεραιότητα παραμένει η ανταμοιβή των μετόχων, κυρίως ξένων, παρά η κοινωνική στήριξη.

Η αίσθηση του «κράτος εν κράτει» και η ανάγκη για δικαιοσύνη

Η αίσθηση ότι η εποπτεία από την Τράπεζα της Ελλάδας και τις αρμόδιες αρχές είναι υποτονική, δημιουργεί ένα κλίμα ατιμωρησίας. Το κράτος, λειτουργώντας συχνά ως συμπλήρωμα των τραπεζικών συμφερόντων μέσω εγγυήσεων, απομακρύνεται από το αίτημα για πιο παρεμβατική πολιτική. Η απαίτηση για φορολόγηση των υπερκερδών θα γίνει κραυγή για να υπάρξει έστω και λίγη δικαιοσύνη σε μια αγορά που μοιάζει να έχει κανόνες μόνο για τους αδύναμους.

Οι τράπεζες δεν μπορούν να συνεχίσουν να αγνοούν το χάσμα που τις χωρίζει από την κοινωνία. Η οικονομική τους επιτυχία, αν δεν συνοδεύεται από σεβασμό στον πελάτη και από στήριξη της πραγματικής οικονομίας, δεν έχει μέλλον. Αν συνεχίσουν να λειτουργούν ως «κλειστά κυκλώματα», η φθορά της εμπιστοσύνης θα γίνει ο μεγαλύτερος εχθρός τους. Ο κόσμος περιμένει από την κυβέρνηση και τις αρχές πράξεις που θα δείξουν ότι οι κανόνες ισχύουν για όλους.

Η εμπιστοσύνη είναι ο πολυτιμότερος πόρος, και όσο οι τράπεζες τον κατασπαταλούν για χάρη του επόμενου τριμήνου, τόσο χάνουν τη θέση τους ως πυλώνες μιας υγιούς οικονομίας. Η «βιτρίνα» του 2025, όσο εντυπωσιακή κι αν είναι, δεν μπορεί να κρύψει ότι το οικοδόμημα στηρίζεται σε εύθραυστη ισορροπία που εξαρτάται περισσότερο από λογιστικές ρυθμίσεις παρά από την πραγματική ευημερία των πολιτών.

ειδήσεις τώραΕθνική ΤράπεζαEurobankAlpha Bankτράπεζα Πειραιώς