Οικονομία | 12.03.2026 19:55

Απόφαση-σταθμός Αρείου Πάγου για το Δημόσιο: Η συνταξιοδότηση δεν είναι λόγος απόλυσης

Newsroom

Από το Β1 Εργατικό Τμήμα του Αρείου Πάγου δικαιώθηκαν οριστικά οι συνταξιούχοι και παράλληλα εργαζόμενοι, καθώς κρίθηκε ότι η συνταξιοδότηση και η παράλληλη συνέχιση απασχόλησης εργαζόμενου στη θέση που κατέχει δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο απόλυσης, αλλά ούτε η συνταξιοδότηση από μόνη της μπορεί να επανακατατάξει τον μισθωτό στο α' μισθολογικό κλιμάκιο του ενιαίου μισθολογίου, καθώς αυτό συνιστά «μονομερή εκ μέρους του εργοδότη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας».

Αναλυτικότερα, ο Άρειος Πάγος, με την υπ' αριθμ. 83/2026 απόφασή του, δικαίωσε απολυθέντες συνταξιούχους και παράλληλα εργαζόμενους στην «Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης-Αποχέτευσης Μείζονος Περιοχής Βόλου», ενώ έκλεισε το θέμα των καταλογισμών ποσών σε εργαζομένους.

Υπενθυμίζεται, ότι οι ίδιοι εργαζόμενοι το 2024 είχαν δικαιωθεί από Πρωτοδικείο Βόλου, καθώς είχε κριθεί ότι δεν αποτελεί νόμιμο λόγο απόλυσης εργαζομένου η διατήρηση παράλληλα της εργασίας του και της ιδιότητας του συνταξιούχου και ότι ήταν παράνομη η αυτόματη κατάταξη του εργαζομένου-συνταξιούχου στο πρώτο μισθολογικό κλιμάκιο του ενιαίου μισθολογίου.

Ακολούθησε ο νόμος 5114/2024, ο οποίος ρύθμισε το ζήτημα της μισθολογικής μεταχείρισης μισθωτών του Δημοσίου και ευρύτερου Δημοσίου τομέα και, παράλληλα, προέβλεψε ότι τυχόν καταλογισμοί αποδοχών θα αίρονταν υπό την προϋπόθεση ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση θα καταλάμβανε εργαζομένους που είχαν συνταξιοδοτηθεί και συνέχισαν να εργάζονται από την 24.6.2023, εξαιρώντας όμως αδικαιολόγητα τις υπόλοιπες όμοιες περιπτώσεις.

Στην συνέχεια η Δ.Ε.Υ.Α. Μείζονος Περιοχής Βόλου άσκησε στον Άρειο Πάγο αναίρεση κατά των αποφάσεων που είχαν δικαιώσει απολυθέντες συνταξιούχους-εργαζομένους το 2024.

Από τους αρεοπαγίτες έγινε δεκτό ότι όλες οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται σε Οργανισμούς Εσωτερικής Υπηρεσίας ή Κανονισμούς σχετικά με την αυτοδίκαιη καταγγελία της σύμβασης σε περίπτωση συνταξιοδότησης μισθωτού αποτελούν «ρήτρες μονιμότητας», οι οποίες έχουν καταργηθεί σύμφωνα με τον ν. 4046/2012 και την Π.Υ.Σ. 6/2012 και δέχθηκε ότι η συνταξιοδότηση, από μόνη της, δεν μπορεί να προκαλέσει την επανακατάταξη του μισθωτού στο πρώτο μισθολογικό κλιμάκιο του ενιαίου μισθολογίου και, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, ο εργαζόμενος «δεν μεταπίπτει αυτοδικαίως στο μισθολογικό κλιμάκιο του πρωτοδιοριζόμενου υπαλλήλου, αφού στον νόμο δεν πρoβλέπεται αντίστροφη μισθολογική εξέλιξη».

Παράλληλα, αναφέρεται στην απόφαση ότι «η μετάπτωση του εργαζομένου σε κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο» συνιστά «μονομερή εκ μέρους του εργοδότη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας» και ότι μοναδική συνέπεια «είναι η μη αξιοποίηση της προϋπηρεσίας για την περαιτέρω μισθολογική εξέλιξη».

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι που χειρίστηκαν την υπόθεση Σπύρος Μπαλατσούκας και Δημήτρης Βαλαβάνης, μετά την έκδοση της απόφασης του Αρείου Πάγου, δήλωσαν: «Τα αντανακλαστικά, πράγματι, του Ελληνικού Δημοσίου για τη ρύθμιση των περιπτώσεων αυτών μετά τη δημοσίευση της απόφασης του Πρωτοδικείου Βόλου υπήρξαν άμεσα. Δυστυχώς όμως η τελική ρύθμιση χαρακτηρίσθηκε από περιορισμένη αναδρομική ισχύ και, παρά τις αρκετές δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες αυτός ο περιορισμός έχει κριθεί αντισυνταγματικός, δεν έχει υπάρξει θετική κίνηση εκ μέρους του Δημοσίου, με αποτέλεσμα ακόμη και σήμερα υπάλληλοι του Δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα να απειλούνται με καταλογισμό υπέρογκων ποσών. Με την απόφαση του Αρείου Πάγου επιλύεται πρωτότυπα και σε ανώτατο δικαιοδοτικό βαθμό το συνολικό νομικό ζήτημα και επιβεβαιώνεται ακόμη μία φορά η ανάγκη για συνολική και χάριν της ασφάλειας δικαίου ρύθμιση».

συνταξιούχοιειδήσεις τώραΆρειος Πάγος