Πολιτική|28.08.2026 08:12

Έλενα Ακρίτα: Ένα ευρύτερο θεσμικό ερώτημα πίσω από την άρνηση της ΝΔ

Αφροδίτη Γκόγκογλου

Σε ένα από τα πρώτα πεδία πολιτικής αντιπαράθεσης μετά τις - ολιγοήμερες - διακοπές του πολιτικού κόσμου εξελίσσεται η υποψηφιότητα της Έλενας Ακρίτα για τη θέση της Ε΄ αντιπροέδρου της Βουλής, με την άτεγκτη στάση της ΝΔ να βρίσκει απέναντί της όχι μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ένα ευρύτερο φάσμα κομμάτων της αντιπολίτευσης.

Η ονομαστική ψηφοφορία έχει προγραμματιστεί για το μεσημέρι της Τετάρτης (02/09) και, μέχρι στιγμής, υπέρ της βουλεύτριας Επικρατείας αναμένεται να ψηφίσουν, πέραν του κόμματός της, ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, Πλεύση Ελευθερίας, Ελληνική Λύση, αλλά και οι -προερχόμενοι από τη Νέα Αριστερά- ανεξάρτητοι. Από την πλευρά του, το κυβερνών κόμμα επιμένει στην απόφασή του να μην υπερψηφίσει την κ. Ακρίτα, σημειώνοντας ότι η ένσταση δεν αφορά το δικαίωμα του ΣΥΡΙΖΑ να προτείνει υποψηφιότητα για τη θέση που του αναλογεί, αλλά την επιλογή του συγκεκριμένου προσώπου.

Τη θέση αυτή διατύπωσε ευθέως την Πέμπτη (27/08) στην Ολομέλεια ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του κόμματος, Νότης Μηταράκης. «Ο Κανονισμός είναι σαφής, τα κόμματα έχουν δικαίωμα να προτείνουν υποψηφίους και κρίνει η Ολομέλεια», ανέφερε, προσθέτοντας ότι οι βουλευτές της πλειοψηφίας δεν προτίθενται να στηρίξουν την υποψηφιότητα, καθώς «διαφωνούμε με το πρόσωπο». Ο κ. Μηταράκης απέδωσε στην Έλενα Ακρίτα «ακραίες συμπεριφορές της πάνω και κάτω πλατείας, άλλων εποχών» και «επιθετικές και τοξικές συμπεριφορές», μεταφέροντας στη συνέχεια την αντιπαράθεση στο ΠΑΣΟΚ. Κατηγόρησε τη Χαριλάου Τρικούπη ότι, στηρίζοντας την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ, εγκαταλείπει το Κέντρο, λέγοντας χαρακτηριστικά πως «κυνηγά τα αδέσποτα της Αριστεράς και αφήνει το Κέντρο στον Κυριάκο Μητσοτάκη».

«Θέση αρχής» επικαλείται το ΠΑΣΟΚ

Κάνοντας σαφές ότι θα υπερψηφίσει τη βουλεύτρια του ΣΥΡΙΖΑ για τη θέση, το ΠΑΣΟΚ παρουσιάζει την απόφασή του ως ζήτημα θεσμικής αρχής: ένα κόμμα δεν παρεμβαίνει στην επιλογή που κάνει ένα άλλο για τη θέση που του αναλογεί στο προεδρείο της Βουλής. Σε αυτή τη βάση, η Χαριλάου Τρικούπη άφησε αιχμές για τη στάση της κυβερνητικής πλειοψηφίας, με τον Δημήτρη Μάντζο να σημειώνει από το βήμα πως «ευτυχώς για μας, εκτός από προτιμήσεις και συμπάθειες υπάρχουν και οι αρχές». Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ χαρακτήρισε «αντιδημοκρατική» τη στάση της πλειοψηφίας, ενώ προειδοποίησε πως θα αποτελούσε «ολέθριο σφάλμα» να παραμείνει κενή ακόμη μία θέση στο προεδρείο.

Από την πλευρά της, η Ζωή Κωνσταντοπούλου ξεκαθάρισε πως η Πλεύση Ελευθερίας θα υπερψηφίσει την Έλενα Ακρίτα, συνδέοντας παράλληλα την υπόθεση με την απουσία γυναικών από τη σημερινή σύνθεση του προεδρείου. «Την ώρα που χθες είχαμε τη δεύτερη γυναικοκτονία μέσα σε λίγες ημέρες, βγαίνει η ΝΔ και μπλοκάρει την πρόταση κόμματος της αντιπολίτευσης για γυναίκα αντιπρόεδρο, ενώ το προεδρείο δεν έχει καμία γυναίκα αυτή τη στιγμή», ανέφερε. Παράλληλα, υπερασπίστηκε τη στάση της Έλενας Ακρίτα σε ζητήματα έμφυλης βίας και προστασίας ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. «Ενοχλεί η Ακρίτα και όχι ο Γεωργαντάς και ο Τασούλας;», διερωτήθηκε, κατηγορώντας τη ΝΔ για «κοινοβουλευτικό τσαμπουκά». Σε υψηλούς τόνους κινήθηκε και ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, Χρήστος Γιαννούλης: «Από πότε χρειάζεται πιστοποιητικό “μητσοτακικών” φρονημάτων για να λειτουργήσει το Σύνταγμα και ο Κανονισμός της Βουλής; Από πότε πρέπει να περάσουμε face control, αν σας αρέσει μια γυναίκα για τη θέση πέμπτης αντιπροέδρου;», διερωτήθηκε.

Δούρου: Δεν αλλάζει η υποψηφιότητα

Από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ αποκλείουν κατηγορηματικά οποιοδήποτε ενδεχόμενο αλλαγής του προτεινόμενου προσώπου. Ερωτηθείσα από τους κοινοβουλευτικούς συντάκτες εάν υπάρχει περίπτωση το κόμμα να αναθεωρήσει την επιλογή του, η Ρένα Δούρου ήταν σαφής. «Στον ΣΥΡΙΖΑ πλέον υπάρχει ηγεσία, υπάρχουν συλλογικά όργανα αποφάσεων. Τις συλλογικές αποφάσεις στο κόμμα δεν τις έχουμε για ομορφιά», είπε.

Σύμφωνα με πληροφορίες, είχε προηγηθεί τηλεφωνική επικοινωνία του Νικήτα Κακλαμάνη με την πρόεδρο της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ. Ο πρόεδρος της Βουλής επέλεξε να τοποθετήσει τη διαδικασία την προσεχή Τετάρτη, αφήνοντας ουσιαστικά στο κόμμα χρόνο να επανεξετάσει, εφόσον το επιθυμούσε, την επιλογή του. Μια κίνηση που μπορεί να «διαβαστεί» και ως προσπάθεια να εξαντληθούν τα περιθώρια συναίνεσης και να αποφευχθεί μια νέα εκκρεμότητα στο προεδρείο.

Η αριθμητική, άλλωστε, παραμένει το μεγάλο «εμπόδιο» για την εκλογή της κ. Ακρίτα. Για την ανάδειξη αντιπροέδρου απαιτείται πλειοψηφία επί των παρόντων, με τον αριθμό των θετικών ψήφων να μην μπορεί να είναι μικρότερος των 75. Εφόσον η ΝΔ επιλέξει μαζικά το «παρών» και αυτά τα «παρών» υπερβούν τα «υπέρ», η υποψηφιότητα δεν θα περάσει και η θέση θα παραμείνει κενή. Κάπως έτσι, μια διαδικασία που υπό διαφορετικές συνθήκες θα μπορούσε να αποτελεί μια σχεδόν τυπική κοινοβουλευτική πράξη αποκτά σαφές πολιτικό βάρος.

Ένα ευρύτερο θεσμικό ερώτημα

Υπάρχει, ωστόσο, ένα ερώτημα που ξεπερνά την υποψηφιότητα της κ. Ακρίτα καθαυτή. Η κενή θέση δεν είναι απλώς μία θέση αντιπροέδρου της Βουλής. Είναι η θέση της Ε΄ αντιπροέδρου, η οποία, με βάση τη δύναμη των Κοινοβουλευτικών Ομάδων, αναλογεί στον ΣΥΡΙΖΑ. Το κόμμα έχει επομένως το δικαίωμα να υποδείξει το πρόσωπο που επιθυμεί να το εκπροσωπήσει - και αυτό δεν το αμφισβητεί ούτε η ΝΔ. Το κυβερνών κόμμα αμφισβητεί την επιλογή του συγκεκριμένου προσώπου. Και κάπου εδώ υπάρχει μία θεσμική «γκρίζα ζώνη».

Σαφώς, η κυβερνητική πλειοψηφία έχει το δικαίωμα να μη στηρίξει μία υποψηφιότητα. Όταν, ωστόσο, διαθέτει και την αριθμητική δύναμη να εμποδίσει την εκλογή του προσώπου που προτείνει ένα κόμμα της αντιπολίτευσης για τη θέση που του αναλογεί, γεννάται ένα διαφορετικό ερώτημα: πού τελειώνει το δικαίωμα της πλειοψηφίας να κρίνει και πού αρχίζει η δυνατότητά της να καθορίζει ποιος είναι αποδεκτός για να εκπροσωπεί τη μειοψηφία; Η απάντηση της ΝΔ είναι ότι το πρόβλημα είναι η Ακρίτα και όχι ο ΣΥΡΙΖΑ. Κυβερνητικά στελέχη επικαλούνται το ύφος της αντιπολίτευσης που έχει ασκήσει, τις σκληρές αναρτήσεις της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και συμπεριφορές που χαρακτηρίζουν «τοξικές». Υπενθυμίζουν δε ότι στο παρελθόν είχαν στηρίξει την Όλγα Γεροβασίλη. Μόνο που εδώ γεννάται μία εύλογη αντίφαση: πόσο παράδοξο είναι μια βουλεύτρια της αντιπολίτευσης να κρίνεται ακατάλληλη για μία θέση που αναλογεί στην αντιπολίτευση επειδή έχει ασκήσει σκληρή κριτική στην κυβέρνηση;

Δεν χρειάζεται κανείς να συμμερίζεται το ύφος, τις αναρτήσεις ή τις πολιτικές επιλογές της κ. Ακρίτα για να διακρίνει το ευρύτερο ζήτημα. Το ερώτημα δεν είναι εάν η συγκεκριμένη βουλεύτρια είναι συμπαθής ή αντιπαθής στη ΝΔ. Είναι εάν η εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία μπορεί, λόγω της αριθμητικής της υπεροχής, να αποκτά στην πράξη δικαίωμα έγκρισης επί των προσώπων που επιλέγουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης για την εκπροσώπησή τους.

Και σε αυτό το σημείο η επιμονή της Κουμουνδούρου αποκτά διαφορετική πολιτική σημασία. Μια υποχώρηση μετά το «βέτο» της ΝΔ θα μπορούσε εύκολα να ερμηνευθεί ως αποδοχή ότι η κυβερνητική πλειοψηφία έχει, έστω εμμέσως, λόγο στην επιλογή του προσώπου που θα εκπροσωπεί τον ΣΥΡΙΖΑ. Είτε, λοιπόν, αποτέλεσε εξαρχής έναν προσεκτικά υπολογισμένο πολιτικό ελιγμό είτε όχι, η επιλογή Ακρίτα αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων ευνοϊκή για την Κουμουνδούρου. Έπειτα από μια μακρά περίοδο εσωστρέφειας, ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο μιας σύγκρουσης με την κυβέρνηση και, το σημαντικότερο, βλέπει διαφορετικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης να συντάσσονται με την πρότασή του.

ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ και Πλεύση Ελευθερίας απέχουν πολύ από το να αποτελούν ενιαίο πολιτικό χώρο - πόσο μάλλον όταν στην ίδια ψηφοφορία προστίθεται και η θετική ψήφος της Ελληνικής Λύσης. Θα ήταν επομένως υπερβολικό να αναζητήσει κανείς πίσω από την υποψηφιότητα Ακρίτα τη γέννηση κάποιου νέου αντιπολιτευτικού «μετώπου». Υπάρχει, ωστόσο, κάτι που δύσκολα περνά απαρατήρητο. Απέναντι στην απόφαση της ΝΔ να χρησιμοποιήσει την κοινοβουλευτική της υπεροχή για να μπλοκάρει την υποψηφιότητα, διαφορετικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης καταλήγουν, για διαφορετικούς λόγους η καθεμία, στην ίδια πλευρά.

Η αντιπαράθεση Μηταράκη – Μάντζου μοιάζει, μάλιστα, με μικρή πρόγευση μιας συζήτησης που θα ενταθεί όσο πλησιάζουν οι κάλπες: πού τοποθετείται το ΠΑΣΟΚ απέναντι στη ΝΔ και ποιες συγκλίσεις μπορούν να προκύψουν μεταξύ των δυνάμεων της αντιπολίτευσης. Η ίδια η ΝΔ ενδεχομένως συμβάλλει περισσότερο απ’ όσο θα επιθυμούσε σε αυτή τη διαδικασία.

Το «41%» που κατά καιρούς επικαλούνται κυβερνητικά στελέχη αποτελεί πράγματι ένα από τα ισχυρότερα πολιτικά «όπλα» στη φαρέτρα της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Όταν, ωστόσο, αυτή η κοινοβουλευτική υπεροχή επιστρατεύεται ακόμη και σε ζητήματα εκπροσώπησης των κομμάτων της αντιπολίτευσης, μπορεί να παράγει και το αντίθετο αποτέλεσμα: να προσφέρει σε πολιτικές δυνάμεις που έχουν λίγα πράγματα να μοιραστούν μεταξύ τους έναν κοινό λόγο να βρεθούν, έστω περιστασιακά, στην ίδια πλευρά.

Θα ήταν πρώιμο -και ίσως άτοπο- να μιλήσουμε για «συμμαχία». Είναι, όμως, μια κοινοβουλευτική εικόνα που έχει τη σημασία της: από τη μία πλευρά η ΝΔ και από την άλλη ένα ασυνήθιστα ευρύ φάσμα κομμάτων που, χωρίς να συμφωνούν μεταξύ τους σχεδόν σε τίποτε άλλο, συμφωνούν τουλάχιστον σε αυτό - ότι η κοινοβουλευτική παντοδυναμία της κυβέρνησης δεν μπορεί να σημαίνει και δικαίωμα επιλογής των προσώπων της αντιπολίτευσης. Μένει να φανεί εάν πρόκειται για μια συγκυριακή συνάντηση διαφορετικών δυνάμεων ή για μια εικόνα που θα επαναλαμβάνεται συχνότερα όσο πλησιάζουν οι κάλπες.

ΣΥΡΙΖΑειδήσεις τώραΈλενα ΑκρίταΒουλήαντιπολίτευσηΝΔΠΑΣΟΚΚΚΕΠλεύση Ελευθερίας