Βιβλίο|02.06.2020 19:24

Το χέρι του νεκρού: Προδημοσίευση από το πρώτο βιβλίο του Λευτέρη Μπούρου

Άγγελος Γεραιουδάκης

Την Παρασκευή (5/6) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Bell, το πρώτο μυθιστόρημα του Λευτέρη Μπούρου, ο οποίος το 2018 είχε εκδώσει τη συλλογή με ιστορίες μυστηρίου, «Ερασιτέχνες Δολοφόνοι», για την οποία μάλιστα ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Νέου Λογοτέχνη 2018 από το λογοτεχνικό περιοδικό κλεψύδρα. Το «Xέρι του Νεκρού», το πρώτο μέρος της pulp noir σειράς DRIFTER, είναι μια ιστορία αστικής αλητείας, που αποτυπώνεται μέσα από τα μάτια ενός άσκοπα περιφερόμενου πρωταγωνιστή.

Ένας φορτηγατζής με μεγάλη ρέντα στη ρουλέτα. Μια στρίπερ που ερωτεύεται ένα δεκαοχτάχρονο αγόρι. Ένας δημοσιογράφος που πουλάει την ψυχή του στο Διάβολο. Ένας αστυνόμος που ρίχνει γροθιές για να αποσπάσει μια βολική αλήθεια. Στο υπόγειο μπαρ του «DRIFTER», πάνω από μια τσόχα μπιλιάρδου, ένας μελλοθάνατος γιάπης ποντάρει τα ρέστα του στο Χέρι του Νεκρού –ένα συνδυασμό από μαύρους άσους και οχτάρια, που μοιάζει ανίκητος. Λίγες μέρες αργότερα, ένας σκληροτράχηλος μπράβος πέφτει νεκρός σε μια αποθήκη στο Ζωγράφου, ένας εργάτης από το Μπαγκλαντές καλεί την αστυνομία και περιμένει μια δίκαιη μεταχείριση, και ένας ευυπόληπτος επιχειρηματίας που κινεί τα νήματα τρομοκρατεί τους πάντες με την απουσία του.

Στην προσπάθειά του να αναστήσει μια πεθαμένη αγάπη, ένας αντισυμβατικός ήρωας χώνεται βαθιά στην υπόθεση. Στο δρόμο του παραμονεύουν μυστηριώδη σημειώματα και φιλότεχνες γειτόνισσες, ανεξιχνίαστοι φόνοι και ύποπτες σχολικές τσάντες, αλλά αυτός, ακροβατώντας ριψοκίνδυνα μεταξύ δράματος και κωμωδίας, θα κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί: θα προσφέρει καταφύγιο, θα παρασυρθεί σε μάταιες παρακολουθήσεις, θα στήσει παγίδες στους διώκτες του και θα επιχειρήσει να βγει αλώβητος από το βούρκο, εξαπατώντας την αστυνομία.

Ακολουθεί ένα απόσπασμα από το βιβλίο:

Εχθρός είναι η οθόνη στο σαλόνι, γράφει με μεγάλα, κόκκινα γράμματα στο τοιχάκι που οριοθετεί τη μικρή πλατεία κάτω από την Ούλωφ Πάλμε· και ο Ρασέλ αλ-Χουσεΐν, με το ένα χέρι στη μέση και το άλλο να στηρίζεται στο παγκάκι, κάτω από τη σκιά μιας νεραντζιάς, αναρωτιέται για μια στιγμή τι διάολο να εννοεί αυτό το κακόγουστο σύνθημα σ’ εκείνη την –κατά τα άλλα, όμορφη– πλατεία.

Στην απέναντι πλευρά του δρόμου, μια φωτεινή επιγραφή στην είσοδο ενός φαρμακείου τον ενημερώνει ότι η θερμοκρασία έχει πέσει στους τριάντα έξι βαθμούς Κελσίου.

Είναι απόγευμα Αυγούστου, σε μια Αθήνα που με αργούς ρυθμούς αποχαιρετά το καλοκαίρι.

Τα στόρια των καταστημάτων είναι κατεβασμένα, οι δρόμοι άδειοι από αυτοκίνητα και ανθρώπους, και οι τρελαμένες γάτες που κυκλοφορούν με ακρωτηριασμένες κατσαρίδες στα σαγόνια τους κάνουν το σκηνικό να θυμίζει κάτι από κεφάλαιο της Αποκάλυψης.

Ο Ρασέλ βαριανασαίνει.

Η επιστροφή από το κατάστημα ηλεκτρικών ειδών μέχρι την αποθήκη δεν είναι και καμιά ιδιαίτερη υπόθεση –δέκα λεπτά περπάτημα όλη κι όλη–, αλλά ο αναθεματισμένος καύσωνας και η κούραση από το πρωινό κουβάλημα τον αναγκάζουν να σταματήσει για λίγο.

Τώρα η μπλούζα που φοράει έχει κολλήσει στο στέρνο του. Τα δάχτυλα των ποδιών του κολυμπούν μέσα στη σάουνα που φτιάχνουν τα πλαστικά παπούτσια του. Μια λιγδιασμένη τούφα αφήνει μια στάλα καυτού ιδρώτα στο ζυγωματικό του.

Πέρα από το τοιχάκι με το κόκκινο σύνθημα, κρυμμένη πίσω από δύο μπλε κάδους ξεχειλισμένους με σκουπίδια, φαίνεται η πίσω πόρτα της αποθήκης.

Αυτός είναι ο προορισμός του Ρασέλ.

Πρέπει να νικήσει τον καύσωνα, να φτάσει ως εκεί, να παραδώσει την καινούργια κάμερα και ύστερα, αν πετύχει το αφεντικό στις καλές του, να πάρει το δρόμο για το διαμέρισμα που μοιράζεται με τα υπόλοιπα παιδιά από το Μπαγκλαντές.

Πιάνει τη σακούλα που είχε αφήσει στο παγκάκι και κάνει το πρώτο βήμα προς την αποθήκη.

Μια ιστορία απάτης ξεκινά, ακριβώς εκείνη τη στιγμή.

Λίγα μέτρα μακρύτερα, στο εσωτερικό της αποθήκης, ένα κεφάλι σκάει με θόρυβο πάνω σ’ ένα γυάλινο γραφείο. Μια κάμερα στην οροφή, που εποπτεύει σαν Μεγάλος Αδελφός, κρέμεται κάπως παράξενα, έτσι που το καλώδιό της θυμίζει τραχεία που επιβίωσε από κάποια απόπειρα άτσαλου αποκεφαλισμού. Γύρω από το κεφάλι, μια λίμνη αίματος μεγαλώνει αργά αργά τα σύνορά της και στάζει από τις άκρες του επίπλου.

Ο Ρασέλ δεν έχει ιδέα προς το παρόν· διασχίζει τώρα το λαβύρινθο της αποθήκης, βαδίζει ανάμεσα από ψηλά ράφια παραγεμισμένα με στοιβαγμένα χαρτόκουτα, σαν ανυποψίαστο ινδικό χοιρίδιο.

Δεν ξέρει ότι θα πετύχει το αφεντικό στις πολύ κακές του.

Δεν μπορεί να φανταστεί ότι τα επόμενα δύο εικοσιτετράωρα θα τα περάσει στο κρατητήριο της ΓΑΔΑ.

Αυτό που ξέρει είναι αυτό που βλέπει με τα μάτια του, όταν φτάνει στον προορισμό του:

Το κοντοκουρεμένο κεφάλι του αφεντικού έχει πέσει με τον αριστερό κρόταφο στο γραφείο. Το ένα μάτι του κοιτάζει ευθεία, προς τον Ρασέλ, που μόλις έχει φτάσει στο κατώφλι της πόρτας.

Ένα περίστροφο βρίσκεται πεταμένο στην άκρη του γραφείου, δίπλα στην ανοιχτή παλάμη του νεκρού.

Μια αποτρόπαιη τρύπα στον κρόταφό του κοχλάζει σαν λάβα σε ηφαίστειο.

Τα κορμί του κρέμεται στη δερμάτινη καρέκλα με τα ροδάκια, και τα πόδια του, ριγμένα νεκρά κάτω από το αιματοβαμμένο γραφείο, μοιάζουν με άκρα μαριονέτας που της έκοψαν τα νήματα.

Ο χρόνος σταματά για τον Ρασέλ.

Η όξινη αίσθηση του εμετού που ορμά από τον οισοφάγο του, τα ασπράδια των ματιών του που μεγαλώνουν μέσα στις μελαμψές κόγχες τους, η σακούλα με την καινούργια κάμερα που του πέφτει από τα χέρια και η κραυγή φρίκης που ακούσια πετάγεται από το λαιμό του είναι σημεία που θα δυσκολευτεί πολύ να ανακαλέσει στο άμεσο μέλλον.

Στις ώρες που θ’ ακολουθήσουν, το μόνο που θα θυμάται με σιγουριά θα είναι ότι έφυγε τρέχοντας από την πόρτα που είχε μπει, και ότι κάλεσε κατευθείαν την αστυνομία.

Το ανοιχτό παράθυρο πίσω από το κεφάλι του νεκρού και οι δύο πράσινες μύγες που είχαν μπει από εκεί, ξεκινώντας ένα υπέροχο τσιμπούσι στον ανοιχτό κρόταφό του, είναι στοιχεία που ούτε ο πιο ψύχραιμος παρατηρητής δε θα μπορούσε να συγκρατήσει.

Ήταν τρεις μήνες που είχα απολυθεί. Τρεις μήνες αραχτοί, τεμπέληδες, ζεστοί σαν την κόλαση. Κλιματιστικό δεν είχα σ’ εκείνη την τρύπα των είκοσι πέντε τετραγωνικών, μόνο έναν ανεμιστήρα του δεκάευρου, που με χτυπούσε όλη μέρα στη μούρη.

Mε σκότωνε η Αθήνα.

Είχα καταφέρει να επιβιώσω σκάρτα είκοσι πέντε χρόνια μέσα στα τσιμεντένια λαγόνια της, μα εκείνες οι αυγουστιάτικες μέρες έφερναν ένα δυσοίωνο σφίξιμο στο λαιμό μου· έμοιαζαν με λαβή πύθωνα γύρω από στέρνο καταδικασμένου βραδύποδα.

Με βραδύποδα έμοιαζα.

Με την ντροπή του ζωικού βασιλείου.

Στεκόμουν στο μπαλκόνι μου αδρανής, βαρύς, ανίκανος για κυνήγι, άφραγκος. Στεκόμουν και περίμενα για κανένα ώριμο φρούτο που θα έπεφτε στο στόμα μου από μόνο του… Για κάποιο θαύμα δηλαδή.

Είχα τους αγκώνες στηριγμένους στα ετοιμόρροπα κάγκελα του δευτέρου ορόφου και απλώς κοίταζα απέναντι· κοίταζα χωρίς να βλέπω στ’ αλήθεια, ακολουθώντας μια συνήθεια που την επέβαλλαν η αεργία και η φιληδονία.

Είκοσι μέτρα μακρύτερα, στην απέναντι πλευρά του ορθογώνιου ακάλυπτου, μια γνωστή μπαλκονόπορτα είχε μόλις ανοίξει. Η νέα μου γειτόνισσα. Μια –κατά τα φαινόμενα– σαραντάχρονη κοκκινομάλλα. Καλοστεκούμενη. Σέξι και τα λοιπά. Δεν ήταν ούτε δίμηνο που είχε μετακομίσει. Αναρωτιόμουν: Θ’ αλλάξει ρούχα πριν κλείσει την κουρτίνα, ή τσάμπα περιμένω;

Καμία κίνηση δε φάνηκε από απέναντι, οπότε γρήγορα βαρέθηκα.

Κοίταξα για μια στιγμή το χέρι μου.

Ένα μυρμήγκι περπατούσε εκεί. Κουνούσε με κόπο τα τέσσερα (τα έξι; τα οχτώ; ποτέ δεν έμαθα) πόδια του, διασχίζοντας με ευκολία τις τρίχες του καρπού μου. Το έφερα πιο κοντά στο πρόσωπο και το παρατήρησα. Ήταν ωραίο μυρμήγκι, στ’ αλήθεια. Με τη στρογγυλή κοιλιά του και με τις πεταχτές κεραίες του και με τα όλα του.

Το ξαπόστειλα στην αιώνια λήθη μ’ ένα εξαναγκασμένο σάλτο μορτάλε από τον δεύτερο, και επανήλθα στις δυσοίωνες σκέψεις μου:

Δύο κατοστάρικα αποζημίωση μου ’δωσαν όταν με πέταξαν στο δρόμο.

Στο δρόμο; Χα! Πόσο κλισέ; Τι γλυκανάλατη έκφραση, πόση αυτολύπηση μαρτυρούσε; Μήπως η απόλυση με είχε κάνει μελοδραματικό; Μήπως είχα απωλέσει κάθε ίχνος αυτοσεβασμού;

Δύο κατοστάρικα· σχεδόν όσα και τα μεροκάματα που έκανα σ’ εκείνη την αποθήκη που μύριζε σαν ψόφιο κουνάβι.

Ήταν ένα ισόγειο ενός στρέμματος, κάτω από την Ούλωφ Πάλμε. Καμιά δεκαριά άνθρωποι δούλευαν εκεί όταν ξεκίνησα. Εκείνο τον Αύγουστο είχαν απομείνει πέντε. Ήταν όλοι τους από το Μπαγκλαντές και τα περίχωρα, πέντε καημένοι, που οι Ειρηνευτικές Δυνάμεις του κόσμου είχαν αποφασίσει ότι ήταν ώρα να μετακομίσουν από τα σπίτια τους για να προσφέρουν στον Δυτικό Πολιτισμό. Να προσφέρουν τις εργασίες τους για μισό ευρώ την ώρα, ανασφάλιστοι, και να λένε κι ευχαριστώ. Και μετά να λένε οι ντόπιοι ότι έρχονται οι ξένοι και μας παίρνουν τις δουλειές και να κατεβαίνουν στην Κυψέλη για κυνήγι κατατρεγμένων και να βροντοφωνάζουν σε αμφίβολης νομιμότητας συγκεντρώσεις ότι πρέπει επιτέλους να ξεκουμπιστούν τα παράσιτα, για να ξεβρομίσει ο τόπος.

Ε, λοιπόν, ο τόπος είναι βρόμικος και ζέχνει σαν κουνουπίδι στην κατσαρόλα. Είναι βρόμικος και επικίνδυνος και αλλόκοτος, και για να επιβιώσεις πρέπει εσύ ο ίδιος να γίνεις ζόρικος, θανατηφόρος σαν τον Κόναν το Βάρβαρο. Πρέπει να σηκωθείς από το γραφείο, από τον καναπέ σου με την τηλεόραση, να τσαντιστείς και να φρίξεις, να γίνεις ο ίδιος ο τρισκατάρατος. Να πιάσεις το αφεντικό σου από τη γραβάτα, να ζωγραφίσεις την τζαμαρία μιας τράπεζας, να γραπώσεις τη νόστιμη περιπτερού την ώρα που κλείνει και να της πεις όμορφα γλυκόλογα, να τρελαθείς και να τρελάνεις κόσμο.

Τέτοια παράλογα σκεφτόμουν τις ώρες που δολοφονούσα μυρμήγκια στο μπαλκόνι μου. Τέτοια και ακόμη χειρότερα.

Καμία κίνηση δεν έβλεπα πάλι από απέναντι. Η μπαλκονόπορτα της κοκκινομάλλας γειτόνισσας ήταν ανοιχτή, μα τα πράγματα ήταν πιο αδιάφορα κι από αγώνα μπάντμιντον. Μάλλον θα έπαιρνε τον μεσημεριανό της υπνάκο το κορίτσι μου. Καλό αυτό, δε λέω. Αλλά όχι και τόσο θεαματικό· αλλιώς μας είχε συνηθίσει.

Το χτύπημα του τηλεφώνου, που ακούστηκε απρόσμενα από μέσα, με τράβηξε στο μοναδικό δωμάτιο της γκαρσονιέρας μου. Περπάτησα προς το μέρος του και, αφού σκουντούφλησα σ’ ένα κουτί από πίτσα πεπερόνι, το σήκωσα, με τη βρισιά στο στόμα:

«Έλα», μούγκρισα.

«Στράτο, εσύ;» άκουσα τη φωνή. Γνώριμη φωνή. Αντρική. Εκνευριστική.

«Ποιος είναι;»

«Ο Γιώργος είμαι, με το σπίτι».

«Είμαι όλος αυτιά».

«Πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε αυτό το ζήτημα με τους λογαριασμούς, κάποια στιγμή».

«Εννοείς τη ΔΕΗ», είπα με βεβαιότητα. Είχα να την πληρώσω από την άνοιξη. Δεν ήταν πολλά. Τρία κατοστάρικα όλα κι όλα.

«Τη ΔΕΗ και τα ενοίκια εννοώ, Στράτο».

Α, ναι. Χρωστούσα και κάτι νοίκια.

«Χμ, δε σ’ ακούω και πολύ καλά, ρε συ Γιώργο», είπα.

«Τώρα;» είπε εκείνος. «Τώρα με ακούς;» Τον φανταζόμουν το φουκαρά να κινείται στο χώρο προσπαθώντας να πιάσει καλύτερο σήμα. Η φωνή του ακουγόταν δύσπιστη βέβαια, αλλά πώς να το κάνουμε –έπρεπε να κάνει κι εκείνος τη δουλειά του.

«Όχι… χσσσς… δυστυχώς… χχσσσς… δεν… χχσσσς… κα- θόλου».

Ήμουν άσος στην παραπλάνηση.

«Μισό λεπτό…. Μήπως τώρα με ακούς;»

«Χσσσσς».

«Καλύτερα να σε καλέσω κάποια άλλη στιγμή».

«Ναι, καλύτερα».

Έκλεισα το τηλέφωνο με πάταγο και απελπισία.

Ήμουν άφραγκος και το ’ξεραν και οι πέτρες. Χρωστούσα τέσσερα νοίκια και τριακόσια ευρώ στη ΔΕΗ. Ευτυχώς ο Γιώργος, ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος, έμενε χιλιόμετρα μακριά (κάπου στις Κυκλάδες) και δεν έμπλεκε συχνά στα πόδια μου.

Σκεπτόμενος ψύχραιμα, είχα καταλήξει στο ότι μπορούσα να ρίξω κανόνι στο λογαριασμό της ΔΕΗ· δεν ήταν στο δικό μου όνομα, άλλωστε. Από την άλλη, όμως, τα νοίκια έπρεπε με κάποιον αναθεματισμένο τρόπο να τα πληρώσω. Το ενδεχόμενο να αντιμετώπιζα μια απροειδοποίητη έξωση από εκείνο το άθλιο διαμέρισμα δεν ήταν άμεσα ορατό –τουλάχιστον μέχρι τον Οκτώβριο. Τότε, οι νεοεισερχόμενοι φοιτητές θα καπάρωναν μέχρι και τις τελευταίες τρύπες στου Ζωγράφου και μάλλον η γκαρσονιέρα μου θα βρισκόταν στις σελίδες της Χρυσής Ευκαιρίας. Κι εγώ στο δρόμο.

Τέλος πάντων, είχα δύο μήνες μπροστά μου για να προβληματιστώ γι’ αυτά τα μελοδραματικά.

ΠροδημοσίευσηBell