Sally Rooney: Ουρές για ένα βιβλίο της - Η δημόσια στήριξη στον παλαιστινιακό λαό
Άγγελος ΓεραιουδάκηςΗ επιτυχία μπορεί ν' ανοίγει δρόμους, αλλά συχνά συνοδεύεται από προσδοκίες που δύσκολα διαχειρίζεται κάποιος. Η Σάλι Ρούνεϊ (Sally Rooney) το γνωρίζει καλά. Σε κάθε νέο της βιβλίο, αναγνώστες περιμένουν έξω από βιβλιοπωλεία, οι ηλεκτρονικές προπαραγγελίες κινούνται σ' εντυπωσιακούς ρυθμούς και τα καταστήματα παραμένουν ανοιχτά μέχρι αργά τη νύχτα. Η εικόνα αυτή ξεχωρίζει σε μια εποχή όπου η ανάγνωση δοκιμάζεται από την ταχύτητα της πληροφορίας και των κοινωνικών δικτύων.
Τα βιβλία της διαβάζονται από νεότερους και μεγαλύτερους, από ανθρώπους που διαβάζουν συστηματικά και απ' όσους επιστρέφουν στη λογοτεχνία ύστερα από καιρό. Γράφει για άτομα της εποχής της με τρόπο άμεσο, ειλικρινή και αναγνωρίσιμο, χωρίς εξιδανικεύσεις και εύκολες απαντήσεις. «Μεγαλώνοντας, συνειδητοποιώ ότι δεν ήθελα ποτέ να είμαι "η φωνή μιας γενιάς" ή "η νεαρή συγγραφέας". Αυτό που ήθελα ήταν απλώς να γράφω ωραία βιβλία». Στο Intermezzo (Ιντερμέτζο, μτφρ.: Μυρτώ Καλοφωλιά), ωστόσο, η συγγραφέας δείχνει να έχει αφήσει πίσω της αυτή την πίεση, γράφοντας μια ιστορία πιο εσωστρεφή, πιο ήσυχη και τελικά πιο κοντά σε όσα την απασχολούν πραγματικά.
Η ίδια κρατά απόσταση από τη λογική του σταρ. Ζει στην Ισλανδία και αντιμετωπίζει τη δημοσιότητα με προσοχή. Παρ’ όλα αυτά, το όνομά της βρίσκεται σταθερά στις πρώτες θέσεις των πωλήσεων. Περιοδικά και εφημερίδες τη χαρακτηρίζουν ως μία από τις πιο επιδραστικές συγγραφείς της γενιάς της. Οι τηλεοπτικές μεταφορές των βιβλίων της, -«Conversations With Friends», «Normal People» από BBC Three και Hulu αντίστοιχα-, βοήθησαν σε μεγάλο βαθμό στην αναγνωσιμότητά της.
Μέχρι σήμερα οι ιστορίες της έχουν μεταφραστεί σε πάνω από 40 γλώσσες, ενώ στη χώρα μας είναι διαθέσιμα όλα τα βιβλία της από τις εκδόσεις Πατάκης. «Η μεγαλύτερη αλλαγή στη ζωή μου ήταν τα χρήματα. Αυτό είναι κάτι που δεν είχα πριν και τώρα έχω, και φυσικά κάνει τη ζωή ευκολότερη. Όμως, κατά τα άλλα, ζω την ίδια ζωή και συναναστρέφομαι τους ίδιους ανθρώπους. Δεν νιώθω ότι απομακρύνθηκα από την κανονικότητα».
Η ιστορία δύο αδελφών
Το Intermezzo αφηγείται την ιστορία δύο αδελφών που προσπαθούν να σταθούν ξανά στα πόδια τους ύστερα από τον θάνατο του πατέρα τους. Ο Πίτερ ζει στο Δουβλίνο και εργάζεται ως δικηγόρος. Εξωτερικά μοιάζει σίγουρος, κοινωνικά επιτυχημένος, οικονομικά άνετος. Στο εσωτερικό του επικρατεί σύγχυση, θλίψη και έντονη ανάγκη για επιβεβαίωση. Ο Ίβαν, αρκετά νεότερος, ζει πιο απομονωμένος. Το σκάκι αποτελεί για εκείνον καταφύγιο και τρόπο κατανόησης του κόσμου.
Το πένθος λειτουργεί ως αόρατη δύναμη σε όλο το βιβλίο. Εκφράζεται μέσα από μικρές κινήσεις, σιωπές, ξεσπάσματα, επιλογές που μοιάζουν παράλογες. Η απώλεια ωθεί τους ήρωες να επαναπροσδιορίσουν τον εαυτό τους και τις σχέσεις τους. Οι συγκρούσεις μεταξύ των δύο αδελφών αποκαλύπτουν παλιά τραύματα και ανείπωτες προσδοκίες.
Ο τίτλος Intermezzo παραπέμπει σε μια ενδιάμεση φάση. Στη μουσική είναι ένα σύντομο κομμάτι που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε μεγαλύτερα μέρη ενός έργου. Στο σκάκι δηλώνει μια απρόβλεπτη κίνηση που αλλάζει την πορεία της παρτίδας. Οι ζωές των ηρώων βρίσκονται ακριβώς σε αυτό το σημείο. Κινήσεις φαινομενικά μικρές αποδεικνύονται καθοριστικές. Η Ρούνεϊ παρακολουθεί τους χαρακτήρες της με τρυφερότητα και αυστηρότητα μαζί. Τους αφήνει χώρο να κάνουν λάθη, να πληγώνουν και να πληγώνονται. Η αφήγηση κυλά με φυσικό ρυθμό, χωρίς ιδιαίτερους εντυπωσιασμούς. Το αποτέλεσμα είναι μια ιστορία βαθιά ανθρώπινη, όπου ο αναγνώστης αναγνωρίζει κομμάτια της δικής του ζωής.
Ερωτας, χρήμα και σχέσεις εξουσίας στην καθημερινή ζωή
Ο έρωτας βρίσκεται στο κέντρο του έργου της Ρούνεϊ. Στο Intermezzo παρουσιάζεται μέσα από σχέσεις άνισες, εύθραυστες και συχνά αντιφατικές. Ο Πίτερ κινείται ανάμεσα σε μια νεότερη φοιτήτρια και σε μια γυναίκα με την οποία τον συνδέει βαθιά συναισθηματική σχέση. Ο Ίβαν ερωτεύεται μια γυναίκα αρκετά μεγαλύτερή του, γεγονός που τον φέρνει αντιμέτωπο με κοινωνικές προσδοκίες και προσωπικούς φόβους.
Οι σχέσεις αυτές φωτίζουν πώς το χρήμα, η ηλικία και η κοινωνική θέση επηρεάζουν τις ισορροπίες. Η συγγραφέας περιγράφει αυτές τις δυναμικές με καθαρό βλέμμα. Οι χαρακτήρες συχνά εγκλωβίζονται σε ρόλους που τους αποδίδουν οι άλλοι. Η εικόνα υπερισχύει της εσωτερικής αλήθειας και καθοδηγεί συμπεριφορές. Οι ερωτικές σκηνές ξεχωρίζουν για την αμεσότητά τους. Περιγράφονται με λεπτότητα και ένταση, χωρίς υπερβολές. Ο έρωτας παρουσιάζεται ως δύναμη που γεννά οικειότητα, φόβο, ζήλια και ελπίδα. Η Ρούνεϊ καταφέρνει να μιλήσει για τη σωματική επιθυμία με τρόπο ανθρώπινο και γήινο. «Ο ερωτισμός είναι ένας βασικός κινητήρας στις ιστορίες όλων των βιβλίων μου. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι χαρακτήρες είναι πάντα έτοιμοι να πέσουν στο κρεβάτι, αλλά ότι η ένταση και η επιθυμία κινούν τις σχέσεις τους».
Παράλληλα, το βιβλίο σχολιάζει την κοινωνική πραγματικότητα. Η αγορά κατοικίας στο Δουβλίνο, η εργασιακή ανασφάλεια, η μοναξιά των πόλεων περνούν μέσα στην αφήγηση χωρίς διδακτισμό. Όλα συνδέονται με τις προσωπικές επιλογές των ηρώων. Οι μεγάλες ιδέες παίρνουν μορφή μέσα από μικρές καθημερινές πράξεις.
Πρόσφατα, τιμήθηκε με το βραβείο λογοτεχνίας των Sky Arts Awards για το Intermezzo, χωρίς όμως να δώσει το «παρών» στην τελετή απονομής στο Λονδίνο. Η απουσία της δεν οφειλόταν σε επαγγελματικές υποχρεώσεις, αλλά σ' έναν υπαρκτό νομικό κίνδυνο, καθώς η Ιρλανδή συγγραφέας θεώρησε πιθανή τη σύλληψή της αν βρεθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο, λόγω της δημόσιας στήριξής της στην Παλαιστίνη.
Σε δήλωση που διαβάστηκε εκ μέρους της από τον εκδότη της, Άλεξ Μπόουλερ, η Ρούνεϊ ανέφερε ότι η παρουσία της στη χώρα δεν θεωρείται πλέον ασφαλής. Τόνισε τη στήριξή της σε μη βίαιες αντιπολεμικές κινητοποιήσεις και, ευχαριστώντας την επιτροπή για τη διάκριση, επανέλαβε τη θέση της υπέρ της αξίας κάθε ανθρώπινης ζωής, εκφράζοντας αλληλεγγύη προς τον παλαιστινιακό λαό.
Η ίδια έχει δηλώσει ανοιχτά ότι διαθέτει μέρος των εσόδων της από τα βιβλία και τις τηλεοπτικές τους μεταφορές στην ακτιβιστική οργάνωση «Palestine Action». Η οργάνωση αυτή έχει ενταχθεί από τον περασμένο Ιούλιο στη λίστα τρομοκρατικών οργανώσεων της βρετανικής κυβέρνησης, γεγονός που καθιστά πιθανή τη σύλληψη της Ρούνεϊ σε περίπτωση εισόδου της στη χώρα, με την κατηγορία της οικονομικής υποστήριξης απαγορευμένης οργάνωσης.
Η θέση της Σάλι Ρούνεϊ στη σύγχρονη λογοτεχνία
Η Σάλι Ρούνεϊ μεγάλωσε κοντά στο Castlebar, σε μια μικρή πόλη της δυτικής Ιρλανδίας. Το οικογενειακό περιβάλλον στήριξε από νωρίς την αγάπη για το διάβασμα και τη σκέψη. Οι γονείς της ενθάρρυναν τα παιδιά τους ν' ακολουθήσουν ό,τι τους έκανε χαρούμενους, χωρίς πίεση για επιτυχία ή αναγνώριση. Αυτή η στάση διαμόρφωσε έναν χαρακτήρα χαμηλών τόνων, με έντονη παρατηρητικότητα.
Στα φοιτητικά της χρόνια ξεχώρισε στους πανεπιστημιακούς αγώνες ρητορικής. Η ικανότητά της να σκέφτεται γρήγορα, να συνδέει ιδέες και να υπερασπίζεται θέσεις με ψυχραιμία άφησε έντονο αποτύπωμα και στη γραφή της. Μετά τις σπουδές στο Δουβλίνο έζησε για ένα διάστημα στη Νέα Υόρκη. Η εμπειρία αυτή τη βοήθησε να δει την Ιρλανδία από απόσταση. Τελικά επέστρεψε στη χώρα της, επιλέγοντας την ύπαιθρο ως μόνιμη βάση. Εκεί, ανάμεσα στη φύση και την ησυχία, βρήκε τον ρυθμό που της ταιριάζει. Η καθημερινότητά της παραμένει απλή. Γράψιμο, διάβασμα, περπάτημα, χρόνος με τον σύζυγό της.
Αυτή η ζωή αντανακλάται και στα βιβλία της. Οι ήρωες κινούνται ανάμεσα στην πόλη και την επαρχία, ανάμεσα στη φιλοδοξία και την ανάγκη για ηρεμία. Η Ρούνεϊ καταγράφει τη σύγχρονη εμπειρία χωρίς εξωραϊσμούς. Παρατηρεί πώς οι άνθρωποι προσπαθούν να βρουν νόημα, συντροφικότητα και σταθερότητα μέσα σ' έναν κόσμο που αλλάζει γρήγορα.
Το πρώτο μυθιστόρημά της, «Conversations With Friends» (Συζητήσεις με φίλους, μτφρ.: Μαρία Φακίνου), κυκλοφόρησε το 2017 και από την πρώτη στιγμή τράβηξε την προσοχή. Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από δύο νεαρές γυναίκες, τη Φράνσις και τη Μπόμπι, που συνδέονται με μια περίπλοκη ερωτική σχέση μ' ένα μεγαλύτερο, παντρεμένο ζευγάρι. Δεν πρόκειται απλώς για ένα ερωτικό μπλέξιμο, αλλά για μια λεπτομερή καταγραφή της συναισθηματικής εξάρτησης, της ζήλιας, της εξουσίας και της ανάγκης για επιβεβαίωση.
Η Ρούνεϊ, η οποία τότε ήταν 27 ετών, γράφει για ανθρώπους που μιλούν πολύ και νιώθουν ακόμα περισσότερα απ’ όσα λένε. Οι διάλογοι έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο και αποτυπώνουν τη δυσκολία της επικοινωνίας, ακόμη και ανάμεσα σε ανθρώπους που πιστεύουν ότι γνωρίζονται καλά. Το βιβλίο ξεχώρισε γιατί μίλησε ανοιχτά για τις σχέσεις, το χρήμα και την κοινωνική τάξη, χωρίς διδακτισμό και χωρίς να «παίρνει το μέρος» των ηρώων της.
Δύο χρόνια αργότερα, το «Normal People» (Κανονικοί άνθρωποι, μτφρ.: Μαρία Φακίνου) εκτόξευσε τη Ρούνεϊ σε παγκόσμιο φαινόμενο. Η σχέση της Μαριάν και του Κόνελ, από τα μαθητικά τους χρόνια μέχρι την ενηλικίωση, λειτούργησε σαν καθρέφτης για μια ολόκληρη γενιά. Το βιβλίο μιλά για τη ντροπή, την αμηχανία, την ανάγκη ν' ανήκεις κάπου, αλλά και για το πώς οι κοινωνικές ανισότητες διαπερνούν ακόμη και τις πιο προσωπικές σχέσεις.
Η επιτυχία της τηλεοπτικής μεταφοράς - διαθέσιμο στο Cinobo- ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την αναγνωσιμότητα του βιβλίου. Ωστόσο, η δύναμη του «Normal People» βρίσκεται στο χαρτί. Η Ρούνεϊ αποφεύγει τις μεγάλες κορυφώσεις και προτιμά τις μικρές, καθημερινές στιγμές που καθορίζουν τις ζωές των ανθρώπων. Αυτός ο χαμηλόφωνος τρόπος αφήγησης είναι και το στοιχείο που έκανε το βιβλίο τόσο οικείο σ' εκατομμύρια αναγνώστες.
Oταν η επιτυχία γίνεται βάρος
Το τρίτο μυθιστόρημα της Ρούνεϊ, «Beautiful World, Where Are You» (Όμορφε κόσμε, πού είσαι, μτφρ.: Στέλλα Κάσδαγλη), σηματοδοτεί μια στροφή προς πιο ώριμες θεματικές. Οι ηρωίδες του βιβλίου δεν βρίσκονται πια στο μεταίχμιο της ενηλικίωσης, αλλά σε μια φάση όπου καλούνται να ζήσουν με τις επιλογές τους. Η Άλις είναι μια επιτυχημένη συγγραφέας που έχει αποσυρθεί στην ιρλανδική επαρχία, προσπαθώντας να συνέλθει από μια ψυχική κατάρρευση. Η Αϊλίν, η καλύτερή της φίλη, εργάζεται σε λογοτεχνικό περιοδικό στο Δουβλίνο και βιώνει μια πιο αθόρυβη, αλλά εξίσου γεμάτη αμφιβολίες καθημερινότητα.
Το βιβλίο κινείται ανάμεσα στις προσωπικές σχέσεις και στις μεγάλες ανησυχίες της εποχής, όπως την κλιματική κρίση, την πολιτική απογοήτευση, το αίσθημα ότι ο κόσμος βαδίζει προς μια αδιέξοδη κατεύθυνση. Ιδιαίτερη θέση κατέχουν τα εκτενή email των δύο φίλων, μέσα από τα οποία συζητούν για τη ζωή, την τέχνη, τον έρωτα και την ευθύνη του να ζεις «σωστά».
Σε αυτό το μυθιστόρημα, η Ρούνεϊ μοιάζει πιο αυτοσυνείδητη από ποτέ. Αγγίζει έμμεσα το θέμα της επιτυχίας και του δημόσιου βλέμματος, χωρίς να μετατρέπει την ιστορία σε εξομολόγηση. Παρά τις βαριές θεματικές, το βιβλίο παραμένει βαθιά ανθρώπινο και τρυφερό. Η συγγραφέας δεν εγκαταλείπει ποτέ το βασικό της ενδιαφέρον, δηλαδή το πώς οι άνθρωποι προσπαθούν ν' αγαπήσουν και ν' αγαπηθούν μέσα σ' έναν κόσμο γεμάτο αντιφάσεις.
Στο «Beautiful World, Where Are You», όπως και στο σύνολο του έργου της, η Ρούνεϊ επιστρέφει τελικά σε αυτό που τη διατρέχει από την αρχή. Την επίμονη προσπάθεια των ανθρώπων να καταλάβουν ο ένας τον άλλον, να πλησιάσουν χωρίς βεβαιότητες, να μοιραστούν τη ζωή τους μέσα σ' έναν κόσμο γεμάτο δυσκολίες. Χωρίς να προσφέρει λύσεις ή εύκολες απαντήσεις, γράφει για την καθημερινή επικοινωνία, εύθραυστη και αναγκαία. Ίσως εκεί να βρίσκεται και η δύναμη των βιβλίων της. Στην υπενθύμιση ότι, παρά τις αμφιβολίες, τις αποστάσεις και τις ρωγμές, η ανθρώπινη επαφή παραμένει ο πιο σταθερός τρόπος να δώσουμε νόημα σε όσα ζούμε.
«Όλοι γύρω μου νιώθουν έντονο άγχος και φόβο για το μέλλον. Κι εγώ το ίδιο. Αναρωτήθηκα αν τα μυθιστορήματα έχουν αξία σε μια τέτοια στιγμή. Δεν έχω ξεκάθαρη απάντηση.... Μόνο μια προσπάθεια να δείξω πώς οι άνθρωποι συνεχίζουν να ζουν, ν' αγαπούν και να επικοινωνούν».