Βιβλίο|28.02.2026 14:11

Μαρίνα Αγαθαγγελίδου στο ethnos.gr: «Η ζωή στο Βερολίνο με έμαθε να κάνω υπομονή, δεν είναι εύκολα στο εξωτερικό»

Άγγελος Γεραιουδάκης

Η Μαρίνα Αγαθαγγελίδου, γεννημένη στην Αθήνα, κατοικεί πλέον στο Βερολίνο. Στην ελληνική πρωτεύουσα σπούδασε θεατρολογία και λογοτεχνική μετάφραση, ενώ αργότερα εκπόνησε διδακτορική διατριβή στο Ινστιτούτο Θεατρολογίας του Freie Universitat Berlin. Από το 2006 εργάζεται ως μεταφράστρια, κινούμενη με άνεση ανάμεσα στα γερμανικά και τα ελληνικά. Ποιήματα, δοκίμια και κριτικές της έχουν φιλοξενηθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.

Αυτή την περίοδο, κυκλοφορεί το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο «Ρεπεράζ» από τις εκδόσεις Πατάκη. Πρόκειται για ένα πολυφωνικό έργο, όπου παρελαύνει η πολιτική επικαιρότητα. Το κύμα των ακροδεξιών διαδηλώσεων στη Γερμανία, ο πόλεμος στη Συρία και η έξαρση του προσφυγικού, η οικονομική κρίση και το δημοψήφισμα στην Ελλάδα. Άνθρωποι, αντιμέτωποι με τον εαυτό τους και τους άλλους, στο πολλαπλά φορτισμένο και παραδειγματικά πολυπολιτισμικό Βερολίνο.

Στον πυρήνα του βιβλίου βρίσκεται η αγωνιώδης αναζήτηση της προσωπικής ταυτότητας μέσα στον σύγχρονο κόσμο, έναν κόσμο φορτισμένο απ' όσα διαδραματίζονται γύρω μας, αλλά και από όσα κουβαλάμε εντός μας, με τα αποτυπώματα της Ιστορίας ακόμη ζωντανά.

Πότε νιώσατε ότι η συγγραφή έγινε ανάγκη για εσάς; Υπήρχε πάντα η επιθυμία να αφηγείστε ιστορίες;

Αγαπούσα από μικρή τη λογοτεχνία, ήταν το καταφύγιό μου. Κι ένιωθα την ανάγκη να γράψω κι εγώ, να βάλω κάποιες λέξεις στη σειρά, προσπαθώντας να καταλάβω αυτό που μου διέφευγε διαρκώς: τη ζωή, τον εαυτό μου, τους άλλους. Κρατούσα ημερολόγιο και ξεκίνησα γράφοντας ποιήματα και δοκίμια και μεταφράζοντας λογοτεχνία. Η ανάγκη μου να αφηγηθώ ιστορίες, με πραγματικούς χαρακτήρες, να στραφώ δηλαδή από την ποίηση στην πεζογραφία, προέκυψε σχετικά πρόσφατα, μετά τα τριάντα.

Στο «Ρεπεράζ» θίγετε ζητήματα όπως οι ακροδεξιές διαδηλώσεις στη Γερμανία, ο πόλεμος στη Συρία, η προσφυγική κρίση, η οικονομική κρίση και το δημοψήφισμα στην Ελλάδα. Πώς προέκυψε η ιδέα να συνδέσετε όλα αυτά τα γεγονότα στο βιβλίο σας και πόσο δύσκολο ήταν να τα ισορροπήσετε ώστε να μην κουράσουν τον αναγνώστη;

Ήξερα από την αρχή ότι ήθελα να σκιαγραφήσω μια πολυπολιτισμική πραγματικότητα στο σύγχρονο Βερολίνο και να αφήσω την πολιτική επικαιρότητα να τρυπώνει στην αφήγηση, να επηρεάζει τις ζωές των χαρακτήρων. Επικεντρώθηκα μάλιστα σε μια συγκεκριμένη χρονιά, το 2015. Οι χαρακτήρες –με το υπόβαθρο, τα βιώματα και τα ενδιαφέροντά τους– ήταν πάντως αυτοί που έφεραν τις επιμέρους θεματικές στο παιχνίδι, όχι το ανάποδο. Δεν ξεκίνησα δηλαδή με την πρόθεση να μιλήσω για τον πόλεμο στη Συρία ή την ελληνική κρίση και μετά έφτιαξα κάποιους χαρακτήρες που να υπηρετούν αυτή την πρόθεση. Επίσης, τα πολιτικά γεγονότα μπαίνουν μάλλον με ελλειπτικό και υπαινικτικό τρόπο στην αφήγηση, οπότε ελπίζω να μην την βαραίνουν.

Πιστεύετε ότι, μέσα σε αυτές τις κρίσεις, οι άνθρωποι μπορούν να διατηρήσουν την ελπίδα τους; 

Ναι, όταν ζεις μέσα σε μια συνθήκη κρίσης από κάπου προσπαθείς να πιαστείς και μάλλον η ελπίδα για μια καλύτερη ζωή ή απλώς η θέληση για ζωή είναι το μόνο που σε κρατάει. Έχω απεριόριστο θαυμασμό για τους ανθρώπους που ζουν σε εμπόλεμη ζώνη ή σε δικτατορία ή αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να διασχίσουν τη Μεσόγειο με βάρκα και παρ’ όλα αυτά παλεύουν να ζήσουν και να μην χάσουν την ελπίδα τους.

Και προσωπικά, τι είναι αυτό που σας δίνει δύναμη να ελπίζετε;

Προσωπικά αυτό που μου δίνει δύναμη είναι οι καθημερινές χειρονομίες ανθρωπιάς και αλληλεγγύης, το νοιάξιμο και η αγάπη. Και η τέχνη φυσικά.

Πιστεύετε ότι οι δημιουργοί σήμερα μπορούν να αντλήσουν έμπνευση από όσα συμβαίνουν στην κοινωνία μας, καθώς παρατηρούμε μεγάλο όγκο έργων ν' ασχολούνται κυρίως με το παρελθόν;

Ισχύει ότι πολλοί συγγραφείς, ακόμα και νεότεροι, ασχολούνται με το παρελθόν και γράφουν για παράδειγμα ιστορικά μυθιστορήματα. Για μένα, η μεγαλύτερη έμπνευση και η μεγαλύτερη πρόκληση για έναν συγγραφέα είναι αυτό που ζούμε τώρα, η εποχή μας. Αλλά χρειάζεται και μια απόσταση, συνήθως δεν μπορούμε να δούμε καθαρά και να επεξεργαστούμε αυτό που συμβαίνει σε παρόντα χρόνο. Δεν είναι εύκολο να γράφεις εν θερμώ, ούτε για τα προσωπικά, αλλά ούτε για τα κοινωνικά ή πολιτικά ζητήματα.

Γιατί επιλέξατε τη σπονδυλωτή δομή στο βιβλίο σας, με επανεμφανιζόμενους χαρακτήρες και διαφορετικά αφηγηματικά εργαλεία; 

Για να δυσκολέψω τον εαυτό μου. Εντάξει, πλάκα κάνω. Ήθελα ο κάθε χαρακτήρας να μιλάει με τον δικό του τρόπο, με τη δική του φωνή, και ένιωθα ότι για κάθε φωνή, προκειμένου να ακουστεί όσο πιο καθαρά γίνεται, έπρεπε να επινοήσω μια διαφορετική φόρμα. Δηλαδή η πολυφωνία να αποδίδεται με μια δομική και υφολογική ποικιλία.

Το ρεπεράζ στον κινηματογράφο σημαίνει αναζήτηση του κατάλληλου χώρου. Στη συγγραφή σας, πώς μεταφράζεται αυτό; Ως τρόπος που δημιουργείτε τους χώρους, τους ήρωες ή την ιστορία;

Έχει να κάνει με τον τρόπο που οι χαρακτήρες σχετίζονται με τον χώρο και με το γεγονός ότι αυτή η σχέση δεν είναι μονοσήμαντη. Πάνε, έρχονται, περιπλανιούνται, αναρωτιούνται πού θέλουν να ζήσουν, ψάχνουν τον εαυτό τους μέσα στην πόλη, ενώ ταυτόχρονα κουβαλούν μέσα τους άλλες πόλεις στις οποίες έχουν ζήσει. Σ' ένα δεύτερο επίπεδο, επειδή το ρεπεράζ προϋποθέτει παρατήρηση, έχει να κάνει και με τον τρόπο που εγώ κινούμαι μέσα στην πόλη, την παρατηρώ, και αφήνω μετά αυτές τις παρατηρήσεις να μπουν μέσα στις ιστορίες.

Οι ήρωες αντιμετωπίζουν συχνά αβεβαιότητες και αμφιβολίες. Πόσο αυτό αντικατοπτρίζει τη δική σας οπτική για τον άνθρωπο;

Ενδιαφέρον σχόλιο. Πιστεύω πράγματι ότι όλοι μας, είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι, παλεύουμε καθημερινά με ένα σωρό αβεβαιότητες και αμφιβολίες και ότι είμαστε γεμάτοι αντιφάσεις. Είναι τελείως ανθρώπινο αυτό. Και η λογοτεχνία, η μεγάλη λογοτεχνία, ή τουλάχιστον αυτή που με ενδιαφέρει εμένα, έρχεται να φωτίσει αυτό το γεγονός, να το αναδείξει.

Ποιον χαρακτήρα δυσκολευτήκατε περισσότερο να «γνωρίσετε» κατά τη διάρκεια της συγγραφής;

Θα φανεί ίσως παράξενο, αλλά αυτή που με δυσκόλεψε περισσότερο ήταν η Άλκηστη. Μια Ελληνίδα, και όχι οι Γερμανοί ή οι Σύριοι χαρακτήρες του βιβλίου. Μου είναι κοντινή και μακρινή ταυτόχρονα, μοιράζομαι μαζί της κάποια βιώματα και σκέψεις, αλλά αντιδρά πολύ διαφορετικά από μένα σε κάποιες καταστάσεις. Μου πήρε κάποιο χρόνο να τη γνωρίσω, να αντιληφθώ το ταμπεραμέντο της και το χιούμορ της, τον εκνευρισμό και τον θυμό της.

Οι χαρακτήρες σας κινούνται ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Τι σημαίνει για σας χρόνος; Υπάρχει στα αλήθεια;

Προφανώς υπάρχει ο χρόνος, αλλά η φύση του παραμένει αινιγματική. Και ας έχουν προσπαθήσει, εδώ και αιώνες, φιλόσοφοι, φυσικοί επιστήμονες και καλλιτέχνες να την αποκρυπτογραφήσουν. Στο «Ρεπεράζ» με απασχόλησε μια διασταύρωση του ατομικού χρόνου με τον συλλογικό, ιστορικό χρόνο: τα ίχνη που αφήνει η Ιστορία στις ζωές μας, ακόμα και όταν είμαστε επικεντρωμένοι στο τώρα, στον παρόντα χρόνο.

Πώς βλέπετε τη σχέση των νέων με τη λογοτεχνία σήμερα; Διαβάζουν όσο παλιά ή έχει αλλάξει ο τρόπος που πλησιάζουν τα βιβλία;

Ναι, διαβάζουν, παρά την τεράστια έκθεση στο ίντερνετ και την πρόσβαση σε κάθε είδους πληροφορία. Μάλιστα, έρευνες δείχνουν ότι τα πολύ νέα άτομα, που ανήκουν στη Gen Z, όχι μόνο διαβάζουν αλλά προτιμούν και τα τυπωμένα βιβλία, πράγμα πολύ ελπιδοφόρο για το μέλλον του βιβλίου.

Υπάρχουν βιβλία ή συγγραφείς που παρατηρείτε να επηρεάζουν ιδιαίτερα τη νεολαία σήμερα;

Ναι, εννοείται. Αφήνω απ’ έξω τους παλιούς και κλασικούς συγγραφείς, που εξακολουθούν να διαβάζονται και να εμπνέουν, για να πω ότι νέοι συγγραφείς που καθιερώθηκαν την τελευταία δεκαετία, όπως για παράδειγμα ο Εντουάρ Λουί, η Σάλι Ρούνεϊ και ο Όσιαν Βουόνγκ –και οι τρεις τους πολύ δημοφιλείς, πολύ αξιόλογοι και αρκετά έως πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους– έδειξαν ότι η λογοτεχνία μπορεί να είναι μια πολύ ζωντανή υπόθεση, που προκαλεί συζητήσεις, αφορά τους νέους ανθρώπους (και όχι μόνο τους νέους, φυσικά) και αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αυτοί αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους και τον κόσμο.

Πιστεύετε ότι τα social media και οι ψηφιακές πλατφόρμες μπορούν να φέρουν ξανά τους νέους ακόμα πιο κοντά στη λογοτεχνία;

Αυτό συμβαίνει ήδη και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό. Γι’ αυτό και οι εκδοτικοί οίκοι έχουν καταλάβει ότι αν δεν έχουν ισχυρή παρουσία στα social media το έχουν χάσει το παιχνίδι. Τα reels, οι φιλτραρισμένες φωτογραφίες με τα εξώφυλλα των βιβλίων και τα σύντομα, πιασάρικα κειμενάκια δεν είναι βέβαια αρκετά για να χτιστεί μια βαθιά, διαχρονική σχέση με τα βιβλία και την ανάγνωση. Το βασικό όμως ζήτημα είναι να πειστούν όσο περισσότεροι άνθρωποι ότι η λογοτεχνία τους αφορά και αν ξεκινήσουν με κάποιο πιο ελαφρύ ανάγνωσμα, δεν πειράζει, μπορεί να περάσουν σιγά σιγά στην πιο απαιτητική λογοτεχνία.

Υπάρχει μεγαλύτερη ευκολία ή περισσότερες ευκαιρίες να εκδοθεί ένα βιβλίο στο εξωτερικό σε σύγκριση με την Ελλάδα;

Δεν θα έλεγα ότι είναι πιο εύκολο να εκδοθεί ένα βιβλίο στο εξωτερικό, μιλάμε βέβαια και για άλλα μεγέθη. Στη Γερμανία, ας πούμε, η αγορά του βιβλίου δεν συγκρίνεται με αυτήν της Ελλάδας, είναι πολύ μεγαλύτερη. Αυτό που υπάρχει σε χώρες όπως η Γερμανία είναι διάφοροι μηχανισμοί ανάδειξης νέων ταλαντούχων συγγραφέων, λογοτεχνικοί διαγωνισμοί, υποτροφίες, κρατική στήριξη. Από την άλλη, είναι πολύ η ισχυρή η θέση των λογοτεχνικών ατζέντηδων. Ως νέος συγγραφέας, αν δεν έχεις ήδη λ.χ. διακριθεί σε κάποιον διαγωνισμό, για να βρεις εκδότη θα πρέπει να απευθυνθείς πρώτα σε κάποιον ατζέντη.

Τι σας έκανε να επιλέξετε το Βερολίνο ως τόπο διαμονής; Τι σας έχει μάθει η ζωή εκεί;

Ήθελα να ζήσω στο εξωτερικό και το Βερολίνο τότε, γύρω στο 2010 θεωρούνταν η πιο εναλλακτική πόλη της Ευρώπης, πράγμα πολύ ελκυστικό όταν είσαι εικοσικάτι. Σίγουρα έπαιξε ρόλο και η σχέση μου με τη γλώσσα, καθώς και ότι είχα ζήσει δύο χρόνια στη Γερμανία όταν ήμουν παιδί. Η ζωή μου στο Βερολίνο με έμαθε να κάνω υπομονή. Δεν είναι εύκολη η ζωή έξω, ειδικά αν πας κάπου όπου δεν ξέρεις κανέναν και δεν σε ξέρει κανείς. Δεν σου χαρίζονται οι ευκαιρίες, παίρνει χρόνο να στήσεις τη ζωή σου εξαρχής. Αλλά ανοίγουν οι ορίζοντές σου, αλλάζεις οπτική και συνειδητοποιείς ότι ούτε εσύ ούτε η χώρα από την οποία κατάγεσαι είσαστε το κέντρο του κόσμου.

Ποιες στιγμές σας λείπουν περισσότερο από την Ελλάδα; Υπάρχει κάτι που δεν θα μπορούσε να σας το δώσει ποτέ άλλη χώρα;

Μου λείπουν κυρίως άνθρωποι. Και το φως. Τα τελευταία χρόνια έρχομαι πάντως συχνά στην Ελλάδα, σχεδόν μοιράζω τη ζωή μου μεταξύ Βερολίνου και Αθήνας, την οποία αγαπώ πολύ. Αυτό που δεν μπορεί να μου δώσει καμία άλλη χώρα είναι η ζωντανή επαφή με τη γλώσσα. Να περπατάω στους δρόμους και ν' ακούω τον κόσμο να μιλάει ελληνικά. Και για κάποιον που γράφει αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό.

συνέντευξηΠατάκηςΣυρίαΒερολίνο