Βιβλίο|15.05.2026 05:20

Πώς στοχάζεται τη διαχρονία του Ελληνισμού η ελληνική διασπορά;

Κώστας Καραμάρκος

Το 2023, οι εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, στη σειρά ελληνική λογοτεχνία, εξέδωσαν μια απαιτητική και αναστοχαστική συλλογή έντεκα αφηγημάτων ιδεών, με γενικό τίτλο Εικονοκλάσματα-Διηγήματα.

Ο συγγραφέας του βιβλίου, Κωνσταντίνος Καλυμνιός, είναι τρίτης γενιάς ελληνοαυστραλός δικηγόρος, που αρθρογραφεί στα Αγγλικά σε ομογενειακή εφημερίδα της Μελβούρνης, ενώ οι οκτώ ποιητικές του συλλογές που έχει κυκλοφορήσει ως τώρα, καθώς και το βιβλίο Εικονοκλάσματα είναι γραμμένα στα Ελληνικά, χρησιμοποιώντας την πολυτονική γραφή! Ο Κωνσταντίνος Καλυμνιός, έχει επίσης συγγράψει δύο παιδικά βιβλία, έχει μεταφράσει στα Αγγλικά έργα Ελλήνων συγγραφέων της πρώτης μεταναστευτικής γενιάς και συμμετέχει ενεργά στα ελληνοαυστραλιανά και πολυπολιτισμικά δρώμενα της Μελβούρνης.

Τα Εικονοκλάσματα, αναφέρονται στη διαχρονία του Ελληνισμού στις εσχατιές του κόσμου. Οι ήρωες του βιβλίου και ο ιδεατός τους κόσμος, χρονικά, κινούνται από την αρχαιότητα, τους ελληνιστικούς και βυζαντινούς χρόνους, μέχρι τον εικοστό πρώτο αιώνα.

Γεωγραφικά, τοποθετούνται στην Αντιόχεια, στη Μαύρη και στην Κασπία Θάλασσα, στο Πουντζάμπ, στις Ινδίες, στη Σρι Λάνκα (Ταπροβανή) στη Μελβούρνη! Όλες οι ιστορίες εξελίσσονται μακριά από τις γεωγραφικές ιστορικές εστίες του Ελληνισμού.

Πώς εκλαμβάνει τον εαυτό του, τον κόσμο του, καθώς και τον Ελληνισμό, ένας συγγραφέας που την Ελλάδα, τον πολιτισμό, την ιστορία και τη γλώσσα της, όλα αυτά τα βιώνει ιδεατά μέσα από τα βιβλία, τις σπουδές και τον αναστοχασμό του, μέσα από την παροικιακά κοινωνική ζωή και συμμετοχή, μέσα από τις σύντομες και αραιές ευκαιριακές του επισκέψεις στον ελλαδικό μικρόκοσμο;

Πώς μπορεί μια ετερόκλητη παροικία όπως αυτή της Μελβούρνης, δημιούργημα της μαζικής μεταπολεμικής μετανάστευσης, να μιλήσει αναστοχαστικά για μεγάλα ζητήματα του Ελληνισμού και της ανθρώπινης ύπαρξης; Χρησιμοποιώντας την υπό εξαφάνιση στην Αυστραλία ελληνική γλώσσα, για να απευθυνθεί και στον εντός ελλαδικών συνόρων κύριο όγκο του Ελληνισμού; Μπορεί αυτή η πολύμορφη πολιτισμική, γλωσσική και πολιτική κοινότητα των περίπου 200.000 Ελλήνων και ελληνικής καταγωγής κατοίκων της Μελβούρνης, με αγροτικές και εργατικές ρίζες, καθώς και με στοιχειώδη στην αρχή μόρφωση, να αρθρώσει κριτικό λόγο και να παράγει ετερόδοξους στοχαστές; Όταν αυτή η κοινότητα, στη συντριπτική της πλειοψηφία, δεν έχει ακόμη αποκτήσει πολιτισμικό κεφάλαιο;

Μια προσεκτική ανάγνωση των ένδεκα αφηγημάτων της συλλογής Εικονοκλάσματα, μας αποδεικνύει πως ναι, σε μεγάλα ομογενειακά κέντρα του Ελληνισμού όπως η Μελβούρνη, υπάρχει μια μαγιά ανθρώπων όπως ο Κωνσταντίνος Καλυμνιός, που μπορούν να αναστοχαστούν από τη δική τους οπτική γωνία, ζητήματα διαχρονίας και οντολογίας ενός Ελληνισμού που ζει και συνδιαλέγεται με άλλους κόσμους, μακριά από το ιστορικό του κέντρο, σε οποιασδήποτε ιστορική εποχή και αν τοποθετείται αυτό το κέντρο.

Με αφηγητές άντρες, γυναίκες, ελέφαντες, ζωγράφους, ποιήτριες και ράφτες γραβατών για παράδειγμα, με πηγή έμπνευσης «Το τέλος της μικρής μας πόλης» του Δημήτρη Χατζή, με φιλοσοφικές και θρησκευτικές αναφορές, που ξεκινούν από την αρχαιότητα και την ορθοδοξία και φτάνουν μέχρι το ισλάμ και το ζωροαστρισμό, αλλά και με κατακερματισμένες αφηγήσεις όπως ο κόσμος μας και η εποχή μας, ο συγγραφέας, πραγματεύεται ανάμεσα σε άλλα θέματα μνήμης, ταυτότητας, γλώσσας και οντολογικής μοναξιάς, σε οριακές στιγμές της ζωής των ανθρώπων και των κοινωνιών τους.

Πηγή έμπνευσης για πολλά από τα παραπάνω ζητήματα, αποτελεί για το συγγραφέα, ο μικρόκοσμος της ελληνοαυστραλιανής κοινότητας της Μελβούρνης.

Το αφήγημα Γραβάτα, με πρωταγωνιστή τον πρώτης γενιάς ράφτη Μανώλη, υπαινίσσεται το πόσο ασφυκτική και αποπνικτική μπορεί να γίνει για τις μεταγενέστερες γενιές, η κληρονομιά και ο κόσμος της πρώτης γενιάς μεταναστών.

Τα Επιμενίδου Παραδοξολογήματα, με αναφορές στον λόγιο και αρχαιόπληκτο παροικιακό μικρόκοσμο περασμένων δεκαετιών, μπορούν να εκληφθούν ως παραβολή για την αποστέωση της γλώσσας, των εννοιών και του πολιτισμού. Σε εποχές που οι επίγονοι θύουν σε ομοιώματα, όπως γράφει ο Μανόλης Αναγνωστάκης.

Στο αφήγημα Το μοιρολόγι του Γάκη, αναδεικνύεται το πόσο δύσκολη αν όχι ανυπέρβλητη είναι η επικοινωνία αναμεσά σε δυο διαφορετικούς κόσμους, δηλαδή ανάμεσα στους πρώτης γενιάς ηπειρώτες μετανάστες και στα αυστραλογεννημένα παιδιά τους. Πώς να καταλάβουν τα παιδιά των μεταναστών τον κόσμο των γονιών τους, παραδοσιακούς σκοπούς και τραγούδια όπως η Μαργιόλα και τα Δόντια πυκνά και μαργαριταρένια, παιγμένα στο κλαρίνο, όταν αυτά μιλούν, φαντάζονται, καταλαβαίνουν και συναισθάνονται τον κόσμο των γονιών τους και τον περίγυρό τους, με τα γλωσσικά, αισθητικά, συναισθηματικά και πολιτισμικά εργαλεία της κυρίαρχης κοινωνίας;

Τι θα μείνει στις επερχόμενες γενιές ως θύμηση, ως αναπαράσταση, ως μνήμη, από το ταξίδι ενός κόσμου (αφήγημα Οι φωτιές του Σαμουήλ) που οδηγείται στη συντέλειά του και στον αφανισμό, όπως στο αφήγημα Σινώπη για παράδειγμα; Είτε αυτός ο κόσμος που οδηγείται στον οντολογικό, πολιτισμικό και γλωσσικό αφανισμό είναι ο διαχρονικός Ελληνισμός, είτε οι ελληνικής καταγωγής κάτοικοι της Αυστραλίας και της διασποράς;

Μπορεί ο ελέφαντας του εξώφυλλου του βιβλίου, ως κεντρικός ήρωας του πρώτου αφηγήματος από τον οποίο πήρε τον τίτλο της ολόκληρη η συλλογή, μπορεί αυτό το εμβληματικό ζώο που φημίζεται για τη μνήμη του, τη δύναμή του και ταυτόχρονα τη συμμετοχή του σε μια συλλογική «κοινότητα», να διασώσει κάποια εκδοχές αναμνήσεων και ιστοριών, ως είδωλο σε έργο τέχνης;

Ο συμβολικός κόσμος του βιβλίου του Κωνσταντίνου Καλυμνιού, ενός στοχαστή της ελληνικής διασποράς, καθώς και η θέασή του για ζητήματα που είναι καίρια για τον μεταιχμιακό Ελληνισμό και τον μεταιχμιακό κόσμο του 21ου αιώνα, αξίζει νομίζω την προσοχή του αναγνωστικού κοινού της Ελλάδας.

ελληνική λογοτεχνίαειδήσεις τώρακριτικήπαιδικό βιβλίο