Βιβλίο | 23.09.2026 16:00

Booker 2026: Ένας άνδρας σε μαύρη σακούλα, ένας απρόθυμος βασιλιάς και δύο πρώην νικητές

Άγγελος Γεραιουδάκης

Η βραχεία λίστα του Booker Prize 2026 ανακοινώθηκε και η απόσταση ανάμεσα στα έξι βιβλία που την αποτελούν δύσκολα θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη. Υπάρχει μεταποκαλυπτική επιστημονική φαντασία, ένα μεγάλο queer μυθιστόρημα που επιστρέφει στην Τζαμάικα του 1988, μια παράλογη πανεπιστημιακή σάτιρα, ένα μυθιστόρημα που συνομιλεί με τον Μεσαίωνα, η φαινομενικά ήσυχη ζωή ενός Αμερικανού καθηγητή και η επιστροφή ενός νεαρού γκέι άνδρα στην αυστηρή θρησκευτική κοινότητα όπου μεγάλωσε στις Εξωτερικές Εβρίδες.

Η πενταμελής επιτροπή, με πρόεδρο την κλασικίστρια Mary Beard και μέλη τον ποιητή Raymond Antrobus, τον Jarvis Cocker των Pulp, τη συγγραφέα Patricia Lockwood και τη δημοσιογράφο και κριτικό Rebecca Liu, διάλεξε την τελική εξάδα ανάμεσα σε 163 μυθιστορήματα που είχαν υποβληθεί και πληρούσαν τα κριτήρια του βραβείου. Ο νικητής θα ανακοινωθεί στις 9 Νοεμβρίου 2026, σε τελετή στο Old Billingsgate του Λονδίνου. Στη βραχεία λίστα βρίσκονται τα «The End of Everything» του M. John Harrison, «The Disappearers» του Marlon James, «Black Bag» του Luke Kennard, «May We Feed the King» της Rebecca Perry, «The Things We Never Say» της Elizabeth Strout και «John of John» του Douglas Stuart.

Η Mary Beard περιέγραψε μια επιλογή που εκτείνεται από το κωμικό έως το δυσάρεστο και από το παράξενο έως το βαθιά οικείο. Πίσω από αυτή τη μεγάλη διαφορά ύφους και φόρμας, τα έξι βιβλία συναντιούνται σε μερικά σταθερά σημεία: στο ποιοι είμαστε όταν οι άνθρωποι γύρω μας απαιτούν κάτι διαφορετικό, στις οικογενειακές προσδοκίες, στην εξουσία, στη σεξουαλικότητα, στα μυστικά και στον τρόπο με τον οποίο ένα παλιό τραύμα συνεχίζει να οργανώνει μια ζωή πολλά χρόνια αργότερα.

M. John Harrison: Το τέλος του κόσμου έχει ήδη αρχίσει

Στα 81 του χρόνια, ο M. John Harrison είναι ο μεγαλύτερος σε ηλικία συγγραφέας της φετινής εξάδας και ίσως η πιο ιδιαίτερη περίπτωση. Έχει γράψει δεκατρία μυθιστορήματα και πέντε συλλογές διηγημάτων, έχει υπάρξει κριτικός λογοτεχνίας και το 2022 βρισκόταν στην άλλη πλευρά του τραπεζιού, ως μέλος της επιτροπής του ίδιου του Booker. Το 1969 εντάχθηκε στο δυναμικό του ιστορικού περιοδικού επιστημονικής φαντασίας New Worlds, ενώ στη μεγάλη διαδρομή του έχει κερδίσει μεταξύ άλλων το Arthur C. Clarke Award για το «Nova Swing» και το Goldsmiths Prize για το «The Sunken Land Begins to Rise Again».

Το «The End of Everything» είναι η πρώτη του υποψηφιότητα ως συγγραφέα για το Booker και ξεκινά σε μια Βρετανία που έχει περάσει κάποια μεγάλη καταστροφή. Κανείς δεν είναι σε θέση να εξηγήσει πλήρως τι ακριβώς συνέβη. Η κρατική λειτουργία έχει σχεδόν διαλυθεί, η θάλασσα έχει γεμίσει παράξενα νέα πλάσματα και η Ευρώπη μοιάζει να έχει χαθεί κάπου στο βάθος. Ο Phillip Tennent ζει στην ακτή του Κεντ και επιβιώνει συλλέγοντας αντικείμενα που ξεβράζει η Μάγχη. Μέχρι τη στιγμή που ανάμεσα στα ευρήματά του εμφανίζεται κάτι που αδυνατεί να καταλάβει: ένα πλάσμα ή αντικείμενο που αλλάζει συνεχώς μορφή.

Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τα εργαλεία της επιστημονικής φαντασίας, αποφεύγοντας την κλασική εικόνα μιας θεαματικής Αποκάλυψης. Το ενδιαφέρον βρίσκεται περισσότερο σε αυτό που ακολουθεί. Οι άνθρωποι έχουν συνηθίσει την καταστροφή. Ψάχνουν τρόφιμα και αντικείμενα, φτιάχνουν προσωρινές σχέσεις, συνεχίζουν τις δουλειές τους, προσπαθούν να προστατεύσουν ό,τι απέμεινε από το σπίτι και την παλιά τους ζωή. Ο κόσμος έχει αλλάξει ριζικά, ενώ η καθημερινότητα επιμένει. Ο ίδιος ο συγγραφέας εξήγησε στο Booker ότι οι παραθαλάσσιες πόλεις της ανατολικής Αγγλίας αποτέλεσαν τη γεωγραφική βάση του βιβλίου και ότι η επικαιρότητα τροφοδότησε τη σάτιρά του: τον ενδιέφερε τι συμβαίνει όταν όλες οι βεβαιότητες με τις οποίες εξηγούσαμε τον κόσμο μετατρέπονται σε μια παρατεταμένη καταστροφή και, παρ’ όλα αυτά, πρέπει να συνεχίσουμε να ζούμε.

Ο Michel Faber έγραψε στον Guardian ότι το βιβλίο χρησιμοποιεί το κοντινό μέλλον για να μιλήσει για την ανασφάλεια του παρόντος, ενώ στάθηκε και στην άρνηση του Harrison να εξηγήσει τα πάντα στον αναγνώστη. Αυτή ακριβώς η αβεβαιότητα αποτελεί παλιό γνώρισμα του έργου του. Υπάρχει και μια μικρή ιστορική λεπτομέρεια γύρω από την υποψηφιότητά του. Αν κερδίσει στις 9 Νοεμβρίου, ο Harrison θα γίνει ο γηραιότερος νικητής στην ιστορία του Booker, ξεπερνώντας τη Margaret Atwood, η οποία ήταν 79 ετών όταν μοιράστηκε το βραβείο το 2019.

Marlon James: Οκτώ γκέι άνδρες σε μια Τζαμάικα που τους θέλει αόρατους

Ο Marlon James ξέρει ήδη τι σημαίνει Booker. Το 2015 κέρδισε το βραβείο με το «A Brief History of Seven Killings», το οποίο έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αίολος ως «Η σύντομη ιστορία επτά φόνων», σε μετάφραση Πάνου Τομαρά. Έντεκα χρόνια αργότερα επιστρέφει στη βραχεία λίστα με ένα ακόμη μεγάλο μυθιστόρημα για την Τζαμάικα. Το «The Disappearers» αριθμεί 640 σελίδες στην έκδοση της Penguin και είναι το μεγαλύτερο βιβλίο που είχε συμπεριληφθεί στη φετινή μακρά λίστα του Booker.

Βρισκόμαστε στο Κίνγκστον του 1988. Οκτώ γκέι άνδρες, άγνωστοι αρχικά μεταξύ τους, συγκεντρώνονται για να ανεβάσουν θεατρική παράσταση. Πρόκειται για το Fortune and Men’s Eyes του John Herbert, έργο που διαδραματίζεται σε φυλακή και είχε ήδη συνδεθεί στενά με τη συζήτηση γύρω από την ομοφυλοφιλία, τη βία και την ανδρική εξουσία. Μια βραδιά, στη διάρκεια των προβών, μια ομάδα εισβάλλει στον χώρο και επιτίθεται άγρια στους άνδρες. Ένας σκοτώνεται. Άλλοι τραυματίζονται βαριά. Από εκεί και πέρα ο James απλώνει την ιστορία σε βάθος χρόνου και στρέφεται κυρίως σε όσα συμβαίνουν μετά. Άλλος επιζών προσπαθεί να συνεχίσει τη ζωή του, άλλος κουβαλά οργή, άλλος αναζητά εκδίκηση, άνθρωποι εξαφανίζονται και, χρόνια αργότερα, ένας από τους άνδρες επιχειρεί να μάθει τι απέγιναν οι υπόλοιποι.

Η εποχή έχει τη δική της βαρύτητα. Η ιστορία εκτυλίσσεται στην Τζαμάικα των τελών της δεκαετίας του 1980 και των αρχών του 1990, σε μια περίοδο κατά την οποία η κρίση του AIDS επιβαρύνει ακόμη περισσότερο μια ήδη εξαιρετικά επικίνδυνη πραγματικότητα για τους γκέι άνδρες. Ο James εξετάζει ταυτόχρονα τις διαφορές τάξης, φυλής και κοινωνικής θέσης μέσα στην ίδια την queer κοινότητα. Ο Guardian στάθηκε ακριβώς σε αυτή την πολυφωνική δομή και στη σύνδεση της ομοφοβικής βίας με τη συστηματική διαγραφή των queer ζωών. Υπάρχει εδώ μια ουσιαστική λεπτομέρεια. Η επίθεση που βρίσκεται στον πυρήνα του βιβλίου δεν αποτελεί τεκμηριωμένο ιστορικό περιστατικό. Ο James έχει εξηγήσει ότι η αρχική ιδέα προήλθε από μια βίαιη ιστορία που κυκλοφορούσε για χρόνια ως φήμη στην Τζαμάικα και η οποία, τουλάχιστον όταν άρχισε να γράφει, δεν είχε ποτέ επιβεβαιωθεί. Εκείνον, όπως λέει, τον ενδιέφεραν κυρίως οι συνέπειες ενός τέτοιου γεγονότος και η δυνατότητα της μυθοπλασίας να ανοίξει ένα κεφάλαιο που διαφορετικά θα παρέμενε κλειστό.

Ο James, γεννημένος στο Κίνγκστον και εγκατεστημένος σήμερα στη Νέα Υόρκη, έχει μετακινηθεί εντυπωσιακά ανάμεσα σε διαφορετικά λογοτεχνικά είδη. Μετά το «A Brief History of Seven Killings» στράφηκε στη φαντασία με τα Black Leopard, Red Wolf και Moon Witch, Spider King, ενώ έχει δημιουργήσει και την τηλεοπτική σειρά Get Millie Black. Στο «The Disappearers» επιστρέφει στην πατρίδα του και σε ένα κομμάτι της ιστορίας της που, όπως σημείωσε και η επιτροπή του Booker, η λογοτεχνία της Καραϊβικής έχει αγγίξει πολύ λιγότερο.

Luke Kennard: Πόσα μπορεί να πει ένας άνδρας κλεισμένος μέσα σε μια μαύρη σακούλα;

Η πιο παράλογη αρχική ιδέα της εξάδας ανήκει πιθανότατα στο «Black Bag» του Luke Kennard. Ο πρωταγωνιστής είναι ένας 37χρονος ηθοποιός στο Λονδίνο, άνεργος και οικονομικά πιεσμένος, που προσπαθεί να επιβιώσει αναλαμβάνοντας δουλειές οι οποίες απέχουν αρκετά από την καριέρα που κάποτε φανταζόταν. Μέχρι τη στιγμή που ο καθηγητής ψυχολογίας Dr Blend τού προτείνει μια αλλόκοτη απασχόληση. Να παρακολουθεί πανεπιστημιακές διαλέξεις κλεισμένος μέσα σε μια τεράστια μαύρη δερμάτινη σακούλα και να παραμένει εκεί, ώστε να μελετηθούν οι αντιδράσεις των φοιτητών.

Το παράξενο είναι πως αυτή η ιδέα έχει πραγματική βάση. Ο Kennard έπεσε τυχαία πάνω σε ένα πείραμα που πραγματοποιήθηκε στο Oregon State University τη δεκαετία του 1960. Ένα άτομο εμφανιζόταν στις διαλέξεις καλυμμένο από έναν μαύρο σάκο και οι αντιδράσεις των φοιτητών καταγράφονταν. Ο συγγραφέας έχει πει ότι τον απασχόλησε λιγότερο το αποτέλεσμα του πειράματος και περισσότερο η ερώτηση, ποιος ήταν ο άνθρωπος μέσα στη σακούλα; Από αυτή την απλή ερώτηση προέκυψε ένα μυθιστόρημα για τον σημερινό άνδρα που καλείται να είναι ορατός, επιτυχημένος, παραγωγικός και οικονομικά βιώσιμος, ενώ μέσα του έχει όλο και λιγότερη βεβαιότητα για το ποιος είναι. Το πείραμα αποκτά δημοσιότητα, άλλοι βλέπουν σε αυτό ακαδημαϊκό υλικό, άλλοι μια ευκαιρία για χρήματα και η ίδια η «μαύρη σακούλα» αρχίζει να αποκτά μια ταυτότητα σχεδόν ανεξάρτητη από τον άνθρωπο που βρίσκεται μέσα της.

Ο Guardian το περιέγραψε ως πανεπιστημιακή κωμωδία για τη σημερινή εποχή, επισημαίνοντας ότι κάτω από το παράλογο χιούμορ κρύβονται ερωτήματα για την τέχνη, τη φιλία, την ανδρική ταυτότητα και την οικονομική επισφάλεια. Ο Luke Kennard προέρχεται πρωτίστως από την ποίηση. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές, διδάσκει δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο του Birmingham και το 2021 κέρδισε το Forward Prize for Best Collection με το Notes on the Sonnets. Το «Black Bag» είναι μόλις το τρίτο μυθιστόρημά του. Και εδώ εμφανίζεται ένα από τα κεντρικά θέματα της φετινής λίστας: η αρρενωπότητα. Ο Kennard κοιτά έναν άνδρα που αισθάνεται ότι υστερεί οικονομικά, επαγγελματικά και ερωτικά και, με έναν παράδοξο τρόπο, βρίσκει μια διαφορετική ελευθερία ακριβώς όταν εξαφανίζεται από τα βλέμματα των άλλων.

Rebecca Perry: Μια ποιήτρια, ένας ξεχασμένος βασιλιάς και η Ιστορία που αλλάζει ανάλογα με το ποιος την κοιτάζει

Ανάμεσα στους έξι, η Rebecca Perry είναι η μοναδική συγγραφέας που φτάνει στη βραχεία λίστα με το πρώτο της μυθιστόρημα. Η Perry ήταν ήδη γνωστή ως ποιήτρια. Έχει εκδώσει δύο ολοκληρωμένες ποιητικές συλλογές, έχει βρεθεί στη βραχεία λίστα του T.S. Eliot Prize και έχει κερδίσει το Michael Murphy Memorial Prize. Πριν ακόμη φτάσει στο Booker, το «May We Feed the King» είχε κερδίσει τον Ιούλιο το Waterstones Debut Fiction Prize 2026.

Το βιβλίο κινείται ανάμεσα σε δύο χρόνους. Στο παρόν, μια επιμελήτρια ιστορικών χώρων αναλαμβάνει να στήσει δωμάτια ενός παλιού ανακτόρου για το κοινό. Το επάγγελμά της απαιτεί να δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι το παρελθόν βρίσκεται ακόμη εκεί. Ομοιώματα φαγητού τοποθετούνται στα τραπέζια, αντικείμενα μπαίνουν στη σωστή θέση, ένα δωμάτιο αποκτά και πάλι κάτι από τη ζωή που κάποτε είχε. Καθώς ερευνά τα αρχεία, η επιμελήτρια ανακαλύπτει έναν σχεδόν ξεχασμένο μεσαιωνικό βασιλιά και σταδιακά βυθίζεται στην ιστορία του. Εκείνος είχε βρεθεί στον θρόνο μετά τον πρόωρο θάνατο των μεγαλύτερων αδελφών του. Δεν επιθυμούσε την εξουσία και πολύ γρήγορα άρχισε να καλλιεργείται στην αυλή η ιδέα ότι ίσως ήταν ακατάλληλος να κυβερνήσει.

Το ενδιαφέρον της Perry βρίσκεται λιγότερο στην ανασύσταση ενός συγκεκριμένου ιστορικού προσώπου και περισσότερο στο πώς κατασκευάζεται αυτό που αποκαλούμε ιστορική αλήθεια. Τι μπορεί πραγματικά να γνωρίζει κάποιος για έναν άνθρωπο που πέθανε αιώνες πριν; Πόσα από όσα θεωρούμε δεδομένα προκύπτουν από τα στοιχεία και πόσα από την ανάγκη μας να συμπληρώσουμε τα κενά; Η Melissa Harrison, γράφοντας στον Guardian, περιέγραψε το μυθιστόρημα ως ένα περίτεχνο «puzzle-box», ακριβώς επειδή αρνείται να προσφέρει στον αναγνώστη όλες τις βεβαιότητες που περιμένει από ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Ο βασιλιάς, η αυλή, ακόμη και η σύγχρονη επιμελήτρια παραμένουν σε σημαντικό βαθμό έξω από την απόλυτη γνώση μας.

Η Perry έχει εξηγήσει ότι οι δύο ιστορίες ξεκίνησαν αρχικά ως ξεχωριστά διηγήματα. Από τη μία μια γυναίκα που χρησιμοποιεί αντίγραφα φαγητών και από την άλλη ένας νεαρός ακόλουθος ενός ετοιμοθάνατου βασιλιά. Στην πορεία αντιλήφθηκε ότι οι δύο κόσμοι ανήκαν στο ίδιο βιβλίο. Όσο το έγραφε, τα ερωτήματα γύρω από τη μνήμη, την εξουσία, την ευθύνη και το δικαίωμα κάποιου να αποφασίζει για τις ζωές άλλων πέρασαν όλο και πιο έντονα στο κέντρο του.

Elizabeth Strout: Αφήνει πίσω την Olive Kitteridge και τη Lucy Barton

Στην απέναντι άκρη από την πρωτοεμφανιζόμενη Perry βρίσκεται η Elizabeth Strout, μία από τις πιο αναγνωρίσιμες Αμερικανίδες συγγραφείς της σύγχρονης λογοτεχνίας. Η Strout κέρδισε το Pulitzer Μυθοπλασίας το 2009 για το Olive Kitteridge. Έχει ήδη δύο προηγούμενες παρουσίες στις λίστες του Booker. Το «My Name Is Lucy Barton» μπήκε στη μακρά λίστα το 2016 και το «Oh William!» έφτασε στη βραχεία λίστα το 2022. Το «The Things We Never Say» είναι, επομένως, η τρίτη υποψηφιότητά της συνολικά και η δεύτερη φορά που φτάνει στην τελική εξάδα.

Η μεγάλη αλλαγή βρίσκεται στους χαρακτήρες. Έπειτα από χρόνια κατά τα οποία η Strout επέστρεφε στην Olive Kitteridge, στη Lucy Barton και σε πρόσωπα που περνούσαν από το ένα βιβλίο στο άλλο, το «The Things We Never Say» ανοίγει έναν καινούργιο λογοτεχνικό κύκλο. Στο κέντρο βρίσκεται ο Artie Dam, 57χρονος καθηγητής Ιστορίας σε λύκειο μιας παραθαλάσσιας πόλης της Μασαχουσέτης. Είναι παντρεμένος εδώ και τρεις δεκαετίες, έχει φίλους, μαθητές που τον αγαπούν και ένα ιστιοπλοϊκό με το οποίο βγαίνει τα Σαββατοκύριακα στον κόλπο. Εξωτερικά, τίποτε στη ζωή του δεν μοιάζει δραματικό. Εσωτερικά, ο Artie νιώθει όλο και περισσότερο απομονωμένος.

Η Strout τοποθετεί αυτή την προσωπική κρίση στο διάστημα γύρω από τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2024. Η πολιτική κατάσταση λειτουργεί ως μέρος του περιβάλλοντος στο οποίο ζει ο Artie και επηρεάζει τόσο τον ίδιο όσο και τους μαθητές του. Η επιτροπή του Booker επισήμανε ότι το βιβλίο αγγίζει την έντονη πολιτική πόλωση της σύγχρονης αμερικανικής κοινωνίας μέσα από έναν χαμηλόφωνο, προσωπικό τρόπο. Ένα οικογενειακό μυστικό έρχεται τελικά να ανατρέψει όσα ο Artie πίστευε ότι γνώριζε για τους ανθρώπους που βρίσκονται πιο κοντά του. Και κάπου εκεί βρίσκεται η περιοχή όπου η Strout έχει κινηθεί σε μεγάλο μέρος της καριέρας της. Σε μια οικογένεια ή μια μικρή πόλη όπου όλοι θεωρούν ότι γνωρίζονται και όπου, στην πραγματικότητα, ο καθένας κουβαλά ένα κομμάτι της ζωής του, που οι υπόλοιποι αγνοούν.

Η προέλευση του ήρωα είναι χαρακτηριστικά απλή. Η συγγραφέας έχει αποκαλύψει ότι είδε σε μια παλιά νεκρολογία τη φωτογραφία ενός άνδρα με το επώνυμο Damm και την εντυπωσίασε η απολύτως συνηθισμένη, ευγενική του όψη. Παράλληλα, είχε ακούσει την ιστορία ενός άνδρα που εντοπίστηκε μέσα στη θάλασσα και σώθηκε από πατέρα και γιο που περνούσαν με βάρκα. Οι δύο εικόνες ενώθηκαν και έδωσαν τον Artie Dam. Ο Guardian σημείωσε ότι το νέο βιβλίο ανοίγει για πρώτη φορά εδώ και καιρό έναν εντελώς νέο κόσμο χαρακτήρων για τη συγγραφέα, διατηρώντας το ενδιαφέρον της για τις μικρές ζωές, τους γάμους, τις απογοητεύσεις και τις μακροχρόνιες συνέπειες ενός τραυματικού γεγονότος.

Douglas Stuart: Πατέρας και γιος είναι γκέι και κανείς δεν μπορεί να το πει στον άλλον

Αν το «The Disappearers» είναι το πιο ανοιχτά πολιτικό queer μυθιστόρημα της εξάδας, το «John of John» του Douglas Stuart μεταφέρει το ζήτημα σε έναν πολύ μικρότερο χώρο. Μέσα σε ένα σπίτι, ανάμεσα σε έναν πατέρα και έναν γιο. Ο Stuart έγινε παγκοσμίως γνωστός με το πρώτο του μυθιστόρημα, «Shuggie Bain», που κέρδισε το Booker το 2020. Ακολούθησε το «Young Mungo», επίσης τοποθετημένο στη Γλασκώβη. Με το τρίτο του μυθιστόρημα απομακρύνεται από την πόλη όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε και ταξιδεύει βορειότερα, στο νησί Χάρις των Εξωτερικών Εβρίδων.

Η ιστορία διαδραματίζεται στη δεκαετία του '90. Ο 22χρονος John-Calum MacLeod, ο Καλ, επιστρέφει από το Εδιμβούργο στο σπίτι του, έχοντας τελειώσει τις σπουδές του στις τέχνες, με ελάχιστα χρήματα και ακόμη λιγότερη βεβαιότητα για το μέλλον του. Εκεί βρίσκει τον πατέρα του, Τζον, κτηνοτρόφο προβάτων, υφαντή και σημαντικό πρόσωπο της αυστηρής τοπικής πρεσβυτεριανής κοινότητας, και τη γιαγιά του Έλλα, που κατάγεται από τη Γλασκώβη. Ο Καλ είναι γκέι και κρατά τη σεξουαλικότητά του κρυφή από τον πατέρα του και από την κοινότητα όπου μεγάλωσε. Ο Τζον, από την άλλη πλευρά, κουβαλά τη δική του κρυφή ζωή. Διατηρεί επί χρόνια σχέση με τον Innes, έναν άνδρα της περιοχής. Πατέρας και γιος μοιράζονται έτσι κάτι καθοριστικό που ο ένας αγνοεί για τον άλλον.

Αυτή η συνθήκη δίνει στο βιβλίο μια σχεδόν οδυνηρή ειρωνεία. Ο Τζον κοιτά τον γιο του και βλέπει σε εκείνον στοιχεία που φοβάται και απορρίπτει στον ίδιο του τον εαυτό. Ο Καλ, την ίδια στιγμή, βλέπει έναν αυστηρό θρησκευόμενο πατέρα από τον οποίο πιστεύει ότι πρέπει να προστατεύσει ένα βασικό κομμάτι της ζωής του. Η θρησκεία, η οικογένεια και η ανδρική συμπεριφορά μπλέκονται διαρκώς. Ο συγγραφέας ενδιαφέρεται και για την ίδια την κοινωνία του Χάρις, την υφαντουργία, την κτηνοτροφία, τη γαελική γλώσσα, τη γεωγραφική απομόνωση και τον πρεσβυτεριανισμό. Όπως έχει εξηγήσει, επέλεξε τις Εξωτερικές Εβρίδες επειδή οι συζητήσεις γύρω από την τάξη και τη σεξουαλικότητα επικεντρώνονται πολύ συχνά στις μεγάλες πόλεις, αφήνοντας τις αγροτικές και νησιωτικές κοινωνίες έξω από το κάδρο. Στην Ελλάδα το βιβλίο θα κυκλοφορήσει στις 6 Οκτωβρίου 2026 από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, με τίτλο «Τζον, γιος του Τζον», σε μετάφραση Μιχάλη Μακρόπουλου.

«Όλα αυτά τα βιβλία είναι γκέι»

Είναι δύσκολο να αγνοήσει κανείς ένα ακόμη χαρακτηριστικό της φετινής λίστας. Από τα τέσσερα μυθιστορήματα που έχουν γραφτεί από άνδρες, τα τρία, «The Disappearers», «John of John» και «Black Bag», ασχολούνται έντονα, με εντελώς διαφορετικούς τρόπους, με την αρρενωπότητα, την ανδρική σεξουαλικότητα, την επιθυμία και την αδυναμία αρκετών ανδρών να ανταποκριθούν στον ρόλο που θεωρούν ότι οφείλουν να υπηρετήσουν.

Η συζήτηση εμφανίστηκε ακόμη και κατά την παρουσίαση της λίστας. Ο Jarvis Cocker παρατήρησε ότι ίσως οι άνδρες βρίσκονται σε μια περίοδο κατά την οποία καλούνται να επανεξετάσουν τον ρόλο τους. Η Mary Beard υποστήριξε ότι συνολικά η βραχεία λίστα δεν της φάνηκε ιδιαίτερα «ανδρική». Και η Patricia Lockwood έκλεισε τη συζήτηση με μια ατάκα που σχεδόν ζητά από μόνη της να γίνει τίτλος: «Όλα αυτά τα βιβλία είναι γκέι». Ήταν, φυσικά, ένα αστείο σχόλιο και όχι κυριολεκτική περιγραφή της εξάδας. Αποτυπώνει, πάντως, πόσο εμφανής έγινε η παρουσία της ανδρικής και queer σεξουαλικότητας στη φετινή επιλογή.

Στον James το σώμα βρίσκεται απέναντι στην ανοιχτή ομοφοβική βία. Στον Stuart η σεξουαλικότητα περνά μέσα από την οικογένεια, την πίστη και την αυτοαπόρριψη. Στον Kennard η συζήτηση ανοίγει προς μια διαφορετική κρίση της σύγχρονης αρρενωπότητας: την οικονομική ανασφάλεια, την αποτυχία, την ανάγκη για αναγνώριση και την αίσθηση ενός άνδρα ότι ίσως ο ίδιος του ο εαυτός παραμένει ανολοκλήρωτος.

Υπάρχει, τέλος, ένα στοιχείο που δίνει ιδιαίτερο βάρος στο φετινό Booker. Ο Marlon James έχει ήδη κερδίσει το βραβείο το 2015 και ο Douglas Stuart το 2020. Μέχρι σήμερα μόνο τέσσερις συγγραφείς έχουν καταφέρει να κερδίσουν το Booker δύο φορές. Ο J.M. Coetzee, ο Peter Carey, η Hilary Mantel και η Margaret Atwood. Αν στις 9 Νοεμβρίου ανακοινωθεί το όνομα του James ή του Stuart, ένας από τους δύο θα γίνει μόλις ο πέμπτος συγγραφέας στην ιστορία του θεσμού με δύο νίκες.

Στην άλλη άκρη βρίσκεται η Rebecca Perry, η μοναδική πρωτοεμφανιζόμενη μυθιστοριογράφος της βραχείας λίστας. Και ανάμεσά τους ο Harrison, ο οποίος δημοσίευσε την πρώτη του ιστορία ήδη από το 1965 και, έξι δεκαετίες αργότερα, διεκδικεί για πρώτη φορά το βραβείο ως συγγραφέας. Αυτό ίσως είναι και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της φετινής εξάδας. Το Booker έφερε στην ίδια λίστα έναν συγγραφέα 81 ετών με δεκατρία μυθιστορήματα πίσω του, μια ποιήτρια που μόλις έγραψε το πρώτο της, δύο πρώην νικητές, μια κάτοχο Pulitzer και έναν ποιητή που έβαλε έναν ηθοποιό μέσα σε μια μαύρη σακούλα για να μιλήσει για το πώς ζούμε σήμερα.

Ο νικητής θα λάβει 50.000 λίρες, ενώ καθένας από τους υπόλοιπους συγγραφείς της βραχείας λίστας λαμβάνει 2.500 λίρες. Μέχρι τότε, αυτά είναι τα έξι βιβλία που παραμένουν στη διεκδίκηση του Booker 2026. Έξι πολύ διαφορετικές ιστορίες που, με τον δικό τους τρόπο, επιστρέφουν σ' ένα κοινό ερώτημα, πόσο από τον εαυτό μας μπορούμε πραγματικά να δείξουμε στους ανθρώπους γύρω μας και τι συμβαίνει όταν όσα κρατούσαμε κρυφά έρχονται τελικά στην επιφάνεια;

queerβραβείοσυγγραφέαςΜεταίχμιο