Βιβλίο|10.10.2026 07:30

Ο Julian Barnes στην Αθήνα - Πόσο καλά θυμόμαστε τη ζωή που ζήσαμε;

Άγγελος Γεραιουδάκης

Ο Τζούλιαν Μπαρνς (Julian Barnes), ο οποίος θα βρεθεί στις 15 Οκτωβρίου στην Αθήνα,  γράφει εδώ και περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες για τη μνήμη, τον έρωτα, τη ζήλια, τον χρόνο, την απώλεια και τον θάνατο. Θέματα γνώριμα σε όλους μας, τα οποία στα βιβλία του αποδεικνύονται πολύ πιο σύνθετα απ’ όσο φαίνονται αρχικά. Κυρίως, όμως, τον ενδιαφέρει ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι προσπαθούν να καταλάβουν τη ζωή τους εκ των υστέρων. Τι θυμόμαστε σωστά; Τι έχουμε αλλάξει μέσα στο μυαλό μας; Και πόσο διαφορετική μπορεί να είναι η ίδια ιστορία όταν την κοιτάζουν δύο άνθρωποι από διαφορετική πλευρά;

Γεννημένος το 1946 στο Λέστερ της Αγγλίας, ο Τζούλιαν Μπαρνς ανήκει εδώ και χρόνια στις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης βρετανικής λογοτεχνίας. Έγινε ευρύτερα γνωστός τη δεκαετία του '80, ιδιαίτερα με τον «Παπαγάλο του Φλωμπέρ», ένα βιβλίο που έδειξε από νωρίς πόσο λίγο τον ενδιέφεραν τα αυστηρά όρια ανάμεσα στο μυθιστόρημα, τη βιογραφία, το δοκίμιο και το λογοτεχνικό παιχνίδι. Το 2011 κέρδισε το Booker Prize με το «Ένα κάποιο τέλος», έπειτα από τρεις προηγούμενες παρουσίες στη βραχεία λίστα του βραβείου.

Αυτό που κάνει τη γραφή του τόσο αναγνωρίσιμη είναι ίσως η αντίθεση ανάμεσα στην ψυχραιμία του ύφους και στο βάρος όσων περιγράφει. Ο Μπαρνς μπορεί να μιλήσει για έναν μεγάλο έρωτα, μια προδοσία ή έναν θάνατο με μια γλώσσα καθαρή, συχνά ειρωνική και φαινομενικά αποστασιοποιημένη. Κάτω από αυτή την επιφάνεια, όμως, υπάρχει σχεδόν πάντα έντονο συναίσθημα. Το χιούμορ και η μελαγχολία συνυπάρχουν, όπως συνυπάρχουν η λογική με την αβεβαιότητα και η ανάγκη του ανθρώπου να βρει μια εξήγηση με την υποψία ότι ίσως καμία απάντηση δεν είναι αρκετή.

Η μνήμη βρίσκεται στον πυρήνα πολλών βιβλίων του. Για τον Βρετανό συγγραφέα, το παρελθόν δεν είναι κάτι σταθερό που περιμένει απλώς να το ανακαλέσουμε. Αλλάζει ανάλογα με την ηλικία μας, με όσα έχουμε μάθει στο μεταξύ, ακόμη και με όσα θα προτιμούσαμε να πιστεύουμε για τον εαυτό μας. Γι’ αυτό και οι ήρωές του συχνά ανακαλύπτουν ότι η ιστορία που έλεγαν για χρόνια στον εαυτό τους δεν ήταν ολόκληρη η αλήθεια. Αυτή η αβεβαιότητα γύρω από τη μνήμη και την αλήθεια θεωρείται ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία του έργου του.

Το ίδιο σημαντική είναι η σχέση του με τη γαλλική λογοτεχνία και την τέχνη. Ο Τζούλιαν Μπαρνς υπήρξε πάντοτε έντονα γαλλόφιλος και συχνά χρησιμοποιεί συγγραφείς, ζωγράφους ή μουσικούς ως αφετηρία για να μιλήσει για πολύ προσωπικά ζητήματα. Η τέχνη στα βιβλία του δεν βρίσκεται ποτέ απλώς στο φόντο. Γίνεται τρόπος να μιλήσει για την αγάπη, την εξουσία, την πολιτική, την αποτυχία ή το πώς ένας άνθρωπος αντέχει απέναντι στον χρόνο. Σήμερα, στα 80 του χρόνια, η πορεία του βρίσκεται σ' ένα ιδιαίτερο σημείο. Το 2026, ο Μπαρνς ανακοίνωσε ότι το «Αναχωρήσεις» θα είναι το τελευταίο του βιβλίο μυθοπλασίας, κλείνοντας έναν κύκλο περίπου 45 χρόνων. Και ίσως αυτή η απόφαση ταιριάζει παράξενα καλά σε έναν συγγραφέα που σε όλη τη διαδρομή του επιστρέφει στο πέρασμα του χρόνου, στις αναμνήσεις και στα πράγματα που καταλαβαίνουμε μόνο όταν έχουν ήδη συμβεί.

Γιατί αυτό που κάνει τον Μπαρνς ξεχωριστό δεν είναι μόνο η τεχνική του ή η ευφυΐα με την οποία παίζει με τη μορφή του μυθιστορήματος. Είναι κυρίως η ικανότητά του να παίρνει ερωτήματα που μοιάζουν τεράστια και να τα φέρνει στην καθημερινή ζωή. Πόσο καλά γνωρίζουμε τους άλλους, πόσο καλά γνωρίζουμε τον εαυτό μας και τι απομένει τελικά από μια ζωή όταν αρχίζουμε να την κοιτάζουμε προς τα πίσω;

Ενα μυθιστόρημα που αρνείται να μείνει σε ένα είδος

Ο «Παπαγάλος του Φλωμπέρ», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση της Αλεξάνδρας Κονταξάκη, είναι ίσως το βιβλίο που έκανε ξεκάθαρο από πολύ νωρίς ότι ο Τζούλιαν Μπαρνς θα ακολουθούσε τον δικό του δρόμο. Στο κέντρο βρίσκεται ο Τζέφρι Μπρέιθγουεϊτ, ένας συνταξιούχος Άγγλος γιατρός που έχει χάσει τη γυναίκα του και είναι παθιασμένος με τον Γκυστάβ Φλωμπέρ. Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στη Γαλλία συναντά δύο ταριχευμένους παπαγάλους, καθένας από τους οποίους παρουσιάζεται ως το πτηνό που είχε χρησιμοποιήσει ο Γάλλος συγγραφέας όταν έγραφε το διήγημά του «Μια απλή καρδιά». Η αναζήτηση του αυθεντικού παπαγάλου γίνεται η αφορμή για ένα πολύ μεγαλύτερο ταξίδι στη ζωή και στο έργο του Φλωμπέρ.

Μόνο που ο Μπαρνς δεν γράφει μια συμβατική βιογραφία. Το βιβλίο αλλάζει συνεχώς μορφή. Υπάρχουν βιογραφικά στοιχεία, λίστες, παρατηρήσεις για τη λογοτεχνία, αντιφατικές πληροφορίες, χιούμορ και προσωπικές εξομολογήσεις. Όσο περισσότερο ο Μπρέιθγουεϊτ προσπαθεί να μάθει ποιος πραγματικά ήταν ο Φλωμπέρ, τόσο περισσότερο αποκαλύπτεται και ο ίδιος. Κάπου εκεί βρίσκεται και το πραγματικό θέμα του βιβλίου. Πόσο καλά μπορούμε να γνωρίσουμε έναν άνθρωπο μέσα από όσα άφησε πίσω του; Ένα γράμμα, μια φωτογραφία, ένα αντικείμενο ή μια μαρτυρία μπορούν να μας φέρουν κοντά του, μπορούν όμως εξίσου εύκολα να μας οδηγήσουν σε λάθος συμπεράσματα.

Η εμμονή του αφηγητή με τον Φλωμπέρ λειτουργεί παράλληλα ως τρόπος για να αποφύγει κάτι πολύ πιο επώδυνο, τη δική του ιστορία και ιδιαίτερα τον γάμο του. Σταδιακά καταλαβαίνουμε ότι πίσω από τη λογοτεχνική έρευνα υπάρχει ένας άνδρας που προσπαθεί να βρει έναν τρόπο να μιλήσει για την αγάπη, την απιστία και την απώλεια. Αυτό είναι που κάνει τον «Παπαγάλο του Φλωμπέρ» να παραμένει τόσο ξεχωριστός. Είναι ένα βιβλίο γεμάτο γνώση, ποτέ όμως στεγνό ή ακαδημαϊκό. Ο Μπαρνς μπορεί να συζητά για τον Φλωμπέρ και λίγο αργότερα να μιλά για έναν γάμο που τελείωσε. Μπορεί να είναι αστείος και ταυτόχρονα βαθιά μελαγχολικός. Και κυρίως δείχνει ότι η λογοτεχνία μπορεί να μιλήσει για τη ζωή ακόμη κι όταν φαίνεται ότι μιλά μόνο για άλλα βιβλία.

Ολα όσα θυμόμαστε λάθος

Το «Ένα κάποιο τέλος» είναι ίσως το βιβλίο που συμπυκνώνει καλύτερα ορισμένα από τα βασικά θέματα του Βρετανού συγγραφέα. Κυκλοφόρησε το 2011, κέρδισε το Booker Prize και μέσα σε σχετικά λίγες σελίδες καταφέρνει να γίνει ταυτόχρονα ιστορία ενηλικίωσης, ψυχολογικό μυστήριο και στοχασμός πάνω στη μνήμη. Ο Τόνι Γουέμπστερ ζει μια ήρεμη ζωή. Έχει πάρει διαζύγιο, διατηρεί καλή σχέση με την πρώην σύζυγό του και πιστεύει ότι έχει συμφιλιωθεί με το παρελθόν του. Στα νεανικά του χρόνια ανήκε σε μια παρέα τεσσάρων φίλων, ανάμεσά τους και ο ιδιαίτερα ευφυής Έιντριαν Φιν. Υπήρξαν φιλίες, ένας έρωτας, απογοητεύσεις και αργότερα μια τραγωδία. Τα χρόνια πέρασαν και ο Τόνι έμαθε να σκέφτεται όλα αυτά ως μια ιστορία που είχε ολοκληρωθεί.

Μια απρόσμενη κληρονομιά τον αναγκάζει να επιστρέψει σε εκείνη την περίοδο. Όσο ψάχνει, αρχίζει να καταλαβαίνει ότι η εκδοχή του παρελθόντος που κουβαλούσε για δεκαετίες μπορεί να ήταν πολύ βολική για τον ίδιο. Ο Μπαρνς κάνει εδώ κάτι εξαιρετικά απλό και ταυτόχρονα πολύ δύσκολο. Μας βάζει μέσα στο μυαλό ενός ανθρώπου που θεωρεί τον εαυτό του αξιόπιστο και σταδιακά μας αναγκάζει να αμφιβάλλουμε μαζί του. Ο Τόνι μπορεί να θυμάται τα γεγονότα, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα έχει καταλάβει. Μπορεί επίσης να έχει ξεχάσει ακριβώς όσα θα χαλούσαν την εικόνα που έχει φτιάξει για τον εαυτό του.

Το βιβλίο μιλά για τη μνήμη ως κάτι πολύ πιο ασταθές από ένα αρχείο γεγονότων. Όσο μεγαλώνουμε, ξαναγράφουμε μέσα μας το παρελθόν, αφήνουμε κάποια πράγματα στην άκρη και δίνουμε μεγαλύτερη σημασία σε άλλα. Κάπως έτσι δημιουργούμε την ιστορία που μας επιτρέπει να συνεχίσουμε. Το «Ένα κάποιο τέλος», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση Θωμά Σκάσση, γίνεται όλο και πιο δυνατό όσο πλησιάζει προς το κλείσιμό του, επειδή ο αναγνώστης συνειδητοποιεί μαζί με τον ήρωα πόσο διαφορετική μπορεί να είναι η πραγματικότητα από εκείνη που θυμόμαστε. Και ίσως το πιο οδυνηρό ερώτημα που αφήνει πίσω του είναι αν μπορούμε πραγματικά να διορθώσουμε κάτι όταν έχουν περάσει τόσα χρόνια ώστε ακόμη και η συγγνώμη να φτάνει πολύ αργά.

Ενα ολόκληρο Παρίσι μέσα από έναν πίνακα

Στον «Άνδρα με κόκκινο μανδύα» ο Μπαρνς εγκαταλείπει τη συμβατική μυθοπλασία και στρέφεται σε πραγματικά πρόσωπα. Αφετηρία είναι ένα εντυπωσιακό πορτρέτο του Τζον Σίνγκερ Σάρτζεντ από το 1881. Στον πίνακα απεικονίζεται ο Γάλλος γιατρός Σαμιέλ Ζαν Πότσι, ντυμένος με έναν μακρύ κόκκινο μανδύα. Ο Μπαρνς είδε το έργο σε έκθεση στο Λονδίνο το 2015 και άρχισε να αναζητά ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος.

Ο Πότσι αποδεικνύεται ιδανικό πρόσωπο για ένα βιβλίο του Μπαρνς. Ήταν πρωτοπόρος χειρουργός και γυναικολόγος, άνθρωπος της επιστήμης, λάτρης της τέχνης και ταυτόχρονα μια ιδιαίτερα γνωστή προσωπικότητα της παρισινής κοινωνίας με έντονη ερωτική ζωή. Γύρω του κινούνται μερικά από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα της Μπελ Επόκ, από τη Σάρα Μπερνάρ και τον Όσκαρ Ουάιλντ μέχρι τον Προυστ, τον Χένρι Τζέιμς και τον ίδιο τον Σάρτζεντ.

Ο Μπαρνς χρησιμοποιεί τον Πότσι ως οδηγό για να μας μεταφέρει στο Παρίσι των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα. Κι αντί να παρουσιάσει τη Μπελ Επόκ ως μια ατελείωτη γιορτή κομψότητας, τέχνης και ελευθερίας, κοιτάζει και όσα υπήρχαν πίσω από αυτή την εικόνα. Βία, εθνικισμός, προκαταλήψεις, κοινωνικές ανισότητες και πολιτικές συγκρούσεις συνυπήρχαν με την πολιτιστική άνθηση που συνήθως συνδέουμε με την περίοδο. Ο «Άνδρας με κόκκινο μανδύα», ο οποίος κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση της Κατερίνας Σχίνα, κινείται ανάμεσα στη βιογραφία, την Ιστορία και το δοκίμιο. Ο Μπαρνς πηγαίνει από πρόσωπο σε πρόσωπο και από μια μικρή λεπτομέρεια σε ένα μεγάλο ιστορικό γεγονός, δημιουργώντας σταδιακά το πορτρέτο μιας ολόκληρης εποχής. Το βιβλίο είναι επίσης βαθιά ευρωπαϊκό. Η συνεχής μετακίνηση ιδεών και ανθρώπων ανάμεσα στο Παρίσι και στο Λονδίνο επιτρέπει στον Μπαρνς να μιλήσει για μια Ευρώπη που χτίστηκε μέσα από ανταλλαγές, επιρροές και αντιθέσεις. Η σύνδεση με το σήμερα βρίσκεται πάντα κάπου στο βάθος. Η εποχή αλλάζει, οι φόβοι και οι προκαταλήψεις όμως αποδεικνύονται συχνά πολύ πιο ανθεκτικοί.

Η γυναίκα που συνεχίζει να διδάσκει μετά τον θάνατό της

Στην «Ελίζαμπεθ Φιντς», που κυκλοφόρησε το 2022, ο Μπαρνς επιστρέφει σε έναν γνώριμο προβληματισμό. Πόσο καλά μπορούμε πραγματικά να γνωρίσουμε έναν άνθρωπο που θαυμάσαμε; Η Ελίζαμπεθ Φιντς είναι καθηγήτρια σε ένα πρόγραμμα για ενήλικες. Διδάσκει πολιτισμό και ιστορία των ιδεών με έναν τρόπο που εντυπωσιάζει τον Νιλ, τον αφηγητή του βιβλίου. Δεν προσφέρει στους φοιτητές έτοιμες απαντήσεις. Τους μαθαίνει να αμφισβητούν αυτά που θεωρούν δεδομένα και να εξετάζουν πώς δημιουργήθηκαν οι ιδέες πάνω στις οποίες στηρίζουμε τη ζωή μας.

Ο Νιλ γοητεύεται από εκείνη. Η σχέση τους παραμένει κυρίως πνευματική, ίσως και επειδή η ίδια κρατά μεγάλο μέρος της προσωπικής της ζωής κρυφό. Μετά τον θάνατό της, ο Νιλ κληρονομεί τα βιβλία και τα τετράδιά της και προσπαθεί μέσα από αυτά να καταλάβει καλύτερα ποια ήταν. Η αναζήτηση τον οδηγεί σε ένα πρόσωπο που απασχολούσε ιδιαίτερα την ίδια, τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Ιουλιανό, γνωστό ως Ιουλιανό τον Παραβάτη. Ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου μετατρέπεται έτσι σε αναζήτηση γύρω από την Ιστορία, τη θρησκεία και τον τρόπο με τον οποίο οι μεταγενέστεροι κατασκευάζουν την εικόνα μιας ιστορικής προσωπικότητας.

Αυτό το σημείο μπορεί να απαιτήσει περισσότερη προσοχή από τον αναγνώστη. Η «Ελίζαμπεθ Φιντς», σε μετάφραση της Κατερίνας Σχίνα, δεν διαθέτει την άμεση δραματική δύναμη του «Ένα κάποιο τέλος» και είναι περισσότερο βιβλίο ιδεών. Αυτή είναι και η ιδιαιτερότητά του. Ο Τζούλιαν Μπαρνς χρησιμοποιεί μια σχέση θαυμασμού για να μιλήσει για το πώς ένας δάσκαλος μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει μέσα στη σκέψη των ανθρώπων που επηρέασε. Και στο τέλος ο Νιλ βρίσκεται μπροστά στο ίδιο πρόβλημα που συναντούν πολλοί ήρωες του Μπαρνς. Όσο περισσότερα μαθαίνει για την Ελίζαμπεθ, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να υποστηρίξει ότι την έχει πραγματικά καταλάβει. Ο άνθρωπος που θαυμάζουμε δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την εικόνα που έχουμε δημιουργήσει γι' αυτόν.

Το τελευταίο αντίο

Οι «Αναχωρήσεις» είναι δύσκολο να διαβαστούν σαν ένα ακόμη βιβλίο του Τζούλιαν Μπαρνς. Ο ίδιος έχει δηλώσει ότι πρόκειται για το τελευταίο βιβλίο του και αυτή η γνώση αλλάζει αναπόφευκτα τον τρόπο με τον οποίο το προσεγγίζουμε. Κυκλοφόρησε το 2026 και στην Ελλάδα μεταφράστηκε από την Κατερίνα Σχινά για τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ο συγγραφέας βρίσκεται αυτή τη φορά πολύ πιο κοντά στον εαυτό του. Η μυθοπλασία μπλέκεται με προσωπικά στοιχεία και ο ίδιος μιλά δημόσια για τα γηρατειά, την ασθένεια, τον θάνατο φίλων του και τη δική του απόφαση να ολοκληρώσει τη συγγραφική του πορεία. Παράλληλα, αφηγείται την ιστορία δύο ανθρώπων, του Στίβεν και της Τζιν, που γνωρίστηκαν στα φοιτητικά τους χρόνια, ερωτεύτηκαν, χώρισαν και συναντήθηκαν ξανά πολύ αργότερα στη ζωή τους.

Η ιστορία τους φέρνει τον Μπαρνς πίσω σε θέματα που τον απασχολούν εδώ και δεκαετίες. Πώς θυμόμαστε έναν παλιό έρωτα, πόσο αλλάζει μια σχέση όταν την κοιτάζουμε πολλά χρόνια αργότερα και κατά πόσο μπορούμε να δώσουμε μια καθαρή μορφή σε γεγονότα που στην πραγματικότητα ήταν πολύ πιο μπερδεμένα. Μόνο που τώρα ο χρόνος έχει άλλο βάρος. Δεν υπάρχει απλώς ως θέμα του βιβλίου. Υπάρχει πάνω στον ίδιο τον συγγραφέα. Ο Μπαρνς γράφει γνωρίζοντας ότι αυτή είναι, όπως ο ίδιος λέει, η τελευταία του συνομιλία με τους αναγνώστες.

Οι «Αναχωρήσεις» δεν λειτουργούν σαν ένας θεαματικός αποχαιρετισμός. Είναι ένα χαμηλόφωνο βιβλίο που κοιτάζει πίσω στη ζωή, στους ανθρώπους που έφυγαν, στις σχέσεις που άλλαξαν και στις ιστορίες που ίσως θυμόμαστε διαφορετικά από ό,τι πραγματικά συνέβησαν. Διατηρεί παράλληλα το χιούμορ και την ειρωνεία που υπήρχαν πάντοτε στη γραφή του. Οι κριτικές που ακολούθησαν την έκδοσή του στάθηκαν ιδιαίτερα σε αυτή τη συνύπαρξη μνήμης, θνητότητας, αυτοβιογραφίας και μυθοπλασίας.

Υπάρχει κάτι ταιριαστό στο γεγονός ότι ο Μπαρνς επιλέγει να ολοκληρώσει τη συγγραφική του πορεία με ένα βιβλίο που αρνείται ακόμη και τώρα να ξεκαθαρίσει πλήρως πού τελειώνει η πραγματικότητα και πού αρχίζει η επινόηση. Ύστερα από περισσότερα από σαράντα χρόνια γραφής, ο Τζούλιαν Μπαρνς επιστρέφει στα ερωτήματα που τον απασχόλησαν σε ολόκληρη τη διαδρομή του. Στη μνήμη, στις βεβαιότητες που ανατρέπονται και στις διαφορετικές εκδοχές που μπορεί να έχει η ίδια ιστορία. Γιατί συχνά περνά μεγάλο μέρος της ζωής μας μέχρι να καταλάβουμε πραγματικά τι μας συνέβη και, όταν τελικά το καταφέρνουμε, όλα έχουν ήδη αλλάξει.

INFO Ο Τζούλιαν Μπαρνς συνομιλεί με τον δημοσιογράφο Ηλία Μαγκλίνη. Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος, Πέμπτη 15.10.2026 στις 19:00. 120' περίπου χωρίς διάλειμμα. Είσοδος ελεύθερη με ηλεκτρονική κράτηση (έως 2 ανά άτομο). Θα υπάρχει διερμηνεία στα ελληνικά

Μέγαρο Μουσικής ΑθηνώνΜεταίχμιοσυγγραφέας