Alain de Botton: Γιατί δυσκολευόμαστε τόσο να αγαπήσουμε, να δεσμευτούμε και να προχωρήσουμε
Άγγελος ΓεραιουδάκηςΠόσο καλά γνωρίζουμε τον άνθρωπο που αγαπάμε και, κυρίως, πόσο καλά γνωρίζουμε τον εαυτό μας όταν βρισκόμαστε μέσα σε μια σχέση; Με αυτά τα ερωτήματα ξεκίνησε ο Alain de Botton (Αλαίν ντε Μποττόν) στη διάλεξη που έδωσε στην Αθήνα πριν από λίγες ημέρες, μιλώντας για τις αντιφάσεις του έρωτα με τον τρόπο που χαρακτηρίζει εδώ και χρόνια τη δουλειά του. Απλά, με χιούμορ και με παραδείγματα που μπορούν εύκολα να αναγνωρίσουν οι περισσότεροι στη δική τους ζωή.
Στο κατάμεστο Pierce Theater στην Αγία Παρασκευή, ο Βρετανοελβετός συγγραφέας και δοκιμιογράφος παρουσίασε τη διάλεξη «Challenges of Love», στο πλαίσιο της σειράς S. Sue Horner Lectureship in Gender Studies & Religion του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος. Τον προλόγισε ο Χάρης Βλαβιανός και ακολούθησε συζήτηση μαζί του και ερωτήσεις από το κοινό. Ο Alain de Botton μίλησε για εκείνο το παράδοξο που βρίσκεται στον πυρήνα πολλών σχέσεων. Μπορεί να λέμε ότι θέλουμε ασφάλεια, σταθερότητα και έναν άνθρωπο που μας φέρεται καλά, την ίδια ώρα που ένα άλλο μέρος του εαυτού μας έλκεται από την απόσταση, την αβεβαιότητα ή ακόμη και την απόρριψη. Αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο η παιδική ηλικία επηρεάζει τις ερωτικές επιλογές μας, στη δυσκολία να εκφράσουμε καθαρά τις ανάγκες μας, στον φόβο της εγκατάλειψης και στο γιατί η οικειότητα μπορεί να γεννήσει τόση ανασφάλεια.
Η βασική του σκέψη ήταν αρκετά παρήγορη. Οι δυσκολίες μιας σχέσης δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι επιλέξαμε τον λάθος άνθρωπο. Η απογοήτευση, η αμφιβολία και οι διαφωνίες είναι μέρος της συνύπαρξης δύο ανθρώπων που κουβαλούν διαφορετικούς φόβους, ανάγκες και προσδοκίες. Η ωριμότητα, σύμφωνα με αυτή τη λογική, δεν βρίσκεται στην αναζήτηση του τέλειου συντρόφου, αλλά στην αποδοχή ότι κανένας άνθρωπος και καμία σχέση δεν μπορούν να είναι τέλειοι. Αυτή η προσπάθεια να μεταφέρει μεγάλες ιδέες στην καθημερινή ζωή βρίσκεται στον πυρήνα ολόκληρης της πορείας του.
Ο Alain de Botton γεννήθηκε στη Ζυρίχη το 1969 και ζει στο Λονδίνο. Ξεκίνησε να γράφει πολύ νέος και στα 23 του εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο, το «Μικρή φιλοσοφία του έρωτα», στο οποίο συνδύαζε ήδη τη μυθοπλασία με σκέψεις γύρω από τον έρωτα και τις σχέσεις. Αργότερα ασχολήθηκε με θέματα τόσο διαφορετικά όσο το ταξίδι, η κοινωνική θέση, η εργασία, η αρχιτεκτονική, η τέχνη, η θρησκεία και τα μέσα ενημέρωσης. Τα βιβλία του έχουν γίνει best sellers σε δεκάδες χώρες, ενώ στην Ελλάδα κυκλοφορούν όλα από τις εκδόσεις Πατάκη.
Το 2008, ίδρυσε στο Λονδίνο το The School of Life, έναν οργανισμό που επιχειρεί να φέρει τη φιλοσοφία και την ψυχολογία πιο κοντά στα προβλήματα της καθημερινότητας. Αυτή είναι άλλωστε και η βασική ιδέα πίσω από μεγάλο μέρος της δουλειάς του. Η φιλοσοφία δεν χρειάζεται να περιορίζεται σε πανεπιστημιακές αίθουσες ή δύσκολα θεωρητικά κείμενα. Μπορεί να μας βοηθήσει να σκεφτούμε γιατί ζηλεύουμε, γιατί συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους άλλους, γιατί απογοητευόμαστε από τη δουλειά μας ή γιατί οι άνθρωποι που αγαπάμε περισσότερο είναι συχνά και εκείνοι που μπορούν να μας πληγώσουν περισσότερο. Η γραφή του κινείται ακριβώς σε αυτή την περιοχή. Ο Alain de Botton παίρνει ιδέες από τη φιλοσοφία, την ψυχολογία, τη λογοτεχνία και την τέχνη και τις συνδέει με προβλήματα που μοιάζουν πολύ πιο προσωπικά. Δεν προσφέρει εύκολες συνταγές ούτε υπόσχεται ότι υπάρχει ένας τρόπος να απαλλαγούμε από τις ανασφάλειές μας. Προσπαθεί περισσότερο να τις εξηγήσει και, μέσα από αυτή την κατανόηση, να τις κάνει λίγο πιο διαχειρίσιμες.
Από τον πρώτο ενθουσιασμό στη δύσκολη συνύπαρξη
Η «Μικρή φιλοσοφία του έρωτα», σε μετάφραση Γιάννη Ανδρέου και «Το χρονικό του έρωτα», σε μετάφραση Αντώνη Καλοκύρη χωρίζονται από περισσότερα από είκοσι χρόνια, μοιάζουν όμως σχεδόν σαν τα δύο μέρη του ίδιου βιβλίου. Το πρώτο ασχολείται με το πώς ερωτευόμαστε. Το δεύτερο με το πολύ δυσκολότερο ερώτημα του πώς παραμένουμε ερωτευμένοι όταν η καθημερινότητα αρχίσει να παίρνει τη θέση της αρχικής έξαψης.
Η «Μικρή φιλοσοφία του έρωτα», το πρώτο βιβλίο του Alain de Botton, εκδόθηκε όταν εκείνος ήταν μόλις 23 ετών. Ένας άνδρας και μια γυναίκα, ο αφηγητής και η Κλοέ, γνωρίζονται τυχαία σε μια πτήση από το Παρίσι στο Λονδίνο. Ερωτεύονται, έρχονται κοντά και κάποια στιγμή η σχέση τους τελειώνει. Η υπόθεση θα μπορούσε να χωρέσει σε λίγες γραμμές. Αυτό που ενδιαφέρει τον συγγραφέα είναι όλα όσα συμβαίνουν ανάμεσα σε αυτά τα γεγονότα. Ένα πρώτο ραντεβού μπορεί να οδηγήσει σε ολόκληρη ανάλυση γύρω από την αυτοπεποίθηση. Μια διαφωνία για ένα ζευγάρι παπούτσια γίνεται αφορμή για να εξετάσει γιατί δυσκολευόμαστε τόσο να δεχτούμε ότι ο άνθρωπος που αγαπάμε δεν σκέφτεται όπως εμείς. Ακόμη και το «σ' αγαπώ» αντιμετωπίζεται όχι ως μια ρομαντική κορύφωση, αλλά ως μια φράση φορτωμένη με φόβο, προσδοκία και ανάγκη επιβεβαίωσης.
Εδώ εμφανίζεται ήδη η μέθοδος που θα χαρακτηρίσει τον Alain de Botton. Η προσωπική ζωή συναντά τη φιλοσοφία, η ειρωνεία συνυπάρχει με την ευαισθησία και ένα καθημερινό περιστατικό μπορεί να οδηγήσει στον Αριστοτέλη ή στον Βιτγκενστάιν. Το εύρημα είναι έξυπνο, αν και μερικές φορές ο αναγνώστης μπορεί να αισθανθεί ότι η ανάλυση παίρνει περισσότερο χώρο από τους ίδιους τους χαρακτήρες. Αυτό, βέβαια, αποτελεί και μέρος της γοητείας του βιβλίου. Δεν διαβάζουμε τόσο για να μάθουμε τι θα συμβεί στο ζευγάρι όσο για να αναγνωρίσουμε μέσα του δικούς μας φόβους και συμπεριφορές.
Περισσότερα από είκοσι χρόνια αργότερα, στο «Χρονικό του έρωτα», ο συγγραφέας επιστρέφει στο μυθιστόρημα και ουσιαστικά συνεχίζει από το σημείο όπου οι περισσότερες ερωτικές ιστορίες τελειώνουν. Ο Ραμπί και η Κίρστεν γνωρίζονται στο Εδιμβούργο, ερωτεύονται, παντρεύονται και αποκτούν παιδιά. Μόνο που για τον Alain de Botton ο γάμος δεν είναι το ευτυχισμένο τέλος. Είναι η αρχή του πραγματικά δύσκολου μέρους. Η συνύπαρξη φέρνει παρεξηγήσεις, κούραση, δουλειές του σπιτιού, παιδιά, διαφορετικές ανάγκες, σεξουαλικές αποστάσεις και απογοητεύσεις. Ο άλλος παύει να είναι η ιδανική μορφή που φανταστήκαμε στην αρχή και γίνεται ένας πραγματικός άνθρωπος με αδυναμίες και αντιφάσεις.
Εδώ ο Alain de Botton είναι πιο ώριμος και ίσως λιγότερο γοητευμένος από τον ίδιο τον έρωτα. Το ενδιαφέρον του έχει μετακινηθεί από την επιλογή συντρόφου στη δεξιότητα της σχέσης. Η αγάπη, υποστηρίζει μέσα από την ιστορία του ζευγαριού, δεν είναι μόνο κάτι που αισθανόμαστε. Είναι κάτι που χρειάζεται να μάθουμε να κάνουμε. Διαβασμένα μαζί, τα δύο βιβλία αποτυπώνουν πολύ καλά και την αλλαγή του ίδιου του συγγραφέα. Ο νεαρός Alain de Botton αναλύει με σχεδόν εμμονική λεπτομέρεια τον ενθουσιασμό του έρωτα. Ο μεγαλύτερος Alain de Botton ενδιαφέρεται περισσότερο για την απογοήτευση που ακολουθεί και για το αν δύο ατελείς άνθρωποι μπορούν να συνεχίσουν να αγαπιούνται όταν πλέον γνωρίζουν ο ένας τον άλλο πραγματικά.
Το σεξ πέρα από τις εύκολες βεβαιότητες
Στο «Πώς να σκεφτόμαστε περισσότερο το σεξ», σε μετάφραση Αντώνη Καλοκύρη, ο συγγραφέας μεταφέρει αυτή τη σκέψη στο πεδίο της σεξουαλικότητας. Ο τίτλος μπορεί αρχικά να ακούγεται προκλητικός, η βασική του θέση όμως είναι διαφορετική. Δεν θεωρεί ότι η σύγχρονη κοινωνία σκέφτεται υπερβολικά το σεξ. Θεωρεί ότι συχνά το σκέφτεται με τρόπο που δημιουργεί περισσότερη σύγχυση και ανασφάλεια. Μιλά για την επιθυμία, την απιστία, τα φετίχ, την πορνογραφία και τη δυσκολία να συνυπάρξουν η σταθερότητα με τη σεξουαλική περιπέτεια. Το ενδιαφέρον του βρίσκεται κυρίως στην απόσταση ανάμεσα σε αυτό που θεωρούμε «φυσιολογικό» και σε όσα πραγματικά αισθανόμαστε. Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά επειδή η επιθυμία τους αλλάζει μέσα σε μια μακροχρόνια σχέση ή επειδή οι φαντασιώσεις τους δεν ταιριάζουν με την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους.
Ο Alain de Botton προσπαθεί να αφαιρέσει μέρος αυτής της ντροπής. Δεν εξιδανικεύει το σεξ ούτε το αντιμετωπίζει ως λύση για όλα. Αντιθέτως, το παρουσιάζει ως ένα πεδίο γεμάτο αντιφάσεις, όπου η ανάγκη για ασφάλεια μπορεί να συγκρούεται με την ανάγκη για ελευθερία και η αγάπη δεν εγγυάται απαραίτητα τη διαρκή επιθυμία. Σε κάποια σημεία οι γενικεύσεις του μπορεί να μοιάζουν υπερβολικά τακτοποιημένες για ένα τόσο σύνθετο θέμα. Η αξία του βιβλίου βρίσκεται περισσότερο στις ερωτήσεις που ανοίγει παρά σε οριστικές απαντήσεις. Και αυτό το κάνει πολύ πιο ενδιαφέρον όταν διαβάζεται δίπλα στα δύο βιβλία του για τον έρωτα.
Μπορεί πράγματι η φιλοσοφία να μας παρηγορήσει;
Η «Παρηγορία της φιλοσοφίας», σε μετάφραση Αντώνη Καλοκύρη, είναι ίσως το βιβλίο που αποτυπώνει καλύτερα τι προσπάθησε να κάνει ο Alain de Botton σε μεγάλο μέρος της καριέρας του. Να πάρει τη φιλοσοφία από τον χώρο της θεωρίας και να τη χρησιμοποιήσει απέναντι σε πολύ καθημερινές δυσκολίες. Επιστρατεύει έξι φιλοσόφους, τον Σωκράτη, τον Επίκουρο, τον Σενέκα, τον Μονταίνιο, τον Σοπενχάουερ και τον Νίτσε, και εξετάζει τι θα μπορούσαν να μας πουν για την απόρριψη, την έλλειψη χρημάτων, την απογοήτευση, την αίσθηση ανεπάρκειας, τον ερωτικό πόνο και τις δυσκολίες της ζωής.
Η μεγάλη επιτυχία του βιβλίου βρίσκεται στην προσβασιμότητά του. Δεν χρειάζεται κανείς προηγούμενη γνώση φιλοσοφίας για να το παρακολουθήσει. Ο Alain de Botton αποφεύγει την ακαδημαϊκή γλώσσα και χρησιμοποιεί ιστορίες, εικόνες και καθημερινά παραδείγματα για να εξηγήσει ιδέες που διαφορετικά μπορεί να έμοιαζαν μακρινές. Ακριβώς εδώ βρίσκεται και η βασική ένσταση που μπορεί να έχει κάποιος απέναντι στη μέθοδό του. Οι μεγάλοι φιλόσοφοι αναγκαστικά συμπυκνώνονται και συχνά παρουσιάζονται μέσα από το συγκεκριμένο «μάθημα» που θέλει να αντλήσει από αυτούς. Ακόμη και παλαιότερες κριτικές είχαν επισημάνει ότι πρόκειται περισσότερο για μια ευχάριστη και ευφυή διαδρομή μέσα στις ιδέες τους παρά για συστηματική φιλοσοφική μελέτη.
Ο Alain de Botton, όμως, δεν ισχυρίζεται ότι αντικαθιστά τη φιλοσοφία. Τη χρησιμοποιεί ως αφετηρία. Και ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία του βιβλίου είναι ότι μπορεί να κάνει έναν αναγνώστη που δεν θα άνοιγε ποτέ μόνος του τον Σενέκα ή τον Μονταίνιο να θελήσει να μάθει περισσότερα.
«Η τέχνη του ταξιδιού» και το πρόβλημα που παίρνουμε πάντα μαζί μας
Στην «Τέχνη του ταξιδιού», σε μετάφραση Γιάννη Ανδρέου, ο συγγραφέας στρέφεται σε κάτι πολύ διαφορετικό, τουλάχιστον φαινομενικά. Δεν τον ενδιαφέρει να μας πει πού πρέπει να ταξιδέψουμε, αλλά γιατί ταξιδεύουμε και γιατί τόσο συχνά οι διακοπές που ονειρευτήκαμε δεν μας κάνουν τόσο ευτυχισμένους όσο περιμέναμε. Η ιδέα είναι χαρακτηριστικά δική του. Μπορεί να οργανώσουμε σχολαστικά έναν προορισμό, να επιλέξουμε το καλύτερο ξενοδοχείο και να περιμένουμε μήνες μέχρι να φύγουμε. Φτάνοντας εκεί, όμως, ανακαλύπτουμε κάτι που κανένας ταξιδιωτικός οδηγός δεν μπορεί να διορθώσει. Έχουμε πάρει μαζί μας τον εαυτό μας.
Ο συγγραφέας εξετάζει την προσμονή πριν από ένα ταξίδι, τη γοητεία του εξωτικού, τη σχέση μας με τα τοπία, την πλήξη, τη φωτογραφία και τον τρόπο με τον οποίο κοιτάζουμε έναν τόπο. Συνοδοιπόροι του γίνονται ο Φλωμπέρ, ο Μποντλαίρ, ο Wordsworth, ο Edward Hopper, ο Van Gogh και ο Ruskin. Το βιβλίο είναι από τα πιο γοητευτικά του επειδή δεν προσπαθεί τόσο εμφανώς να προσφέρει μια λύση. Παρατηρεί περισσότερο. Αναρωτιέται γιατί ένα βενζινάδικο ή ένα αεροδρόμιο μπορούν μερικές φορές να μας προκαλέσουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον από ένα διάσημο αξιοθέατο και γιατί η προσδοκία ενός τόπου μπορεί να αποδειχθεί πιο έντονη από την πραγματική παρουσία μας εκεί.
Υπάρχει και μια λεπτή ειρωνεία απέναντι στην ιδέα ότι η μετακίνηση από μόνη της μπορεί να μας αλλάξει. Η «Τέχνη του ταξιδιού» δεν απορρίπτει την αξία του ταξιδιού. Μας ζητά απλώς να κοιτάζουμε καλύτερα. Για τον Alain de Botton, το πρόβλημα δεν είναι πάντα ότι βρισκόμαστε στο λάθος μέρος. Μερικές φορές είναι ότι δεν έχουμε μάθει ακόμη να παρατηρούμε εκεί όπου ήδη βρισκόμαστε.
Από τη φιλοσοφία στη φροντίδα του εαυτού
Με το νέο «Θεραπευτικό ταξίδι. Μαθήματα από το σχολείο της ζωής», που κυκλοφόρησε στα ελληνικά τον Οκτώβριο του 2026 σε μετάφραση Αντώνη Καλοκύρη, ο Alain de Botton φτάνει σε μια πιο άμεση και προσωπική φάση της δουλειάς του. Αυτή τη φορά δεν ξεκινά από έναν φιλόσοφο, ένα ταξίδι ή μια ερωτική σχέση, αλλά από εκείνες τις περιόδους όπου ένας άνθρωπος αισθάνεται ότι δεν μπορεί να συνεχίσει όπως πριν. Ένας χωρισμός, μια επαγγελματική αποτυχία, το άγχος, η μοναξιά ή ακόμη και μια γενικότερη αίσθηση ότι κάτι έχει χαθεί μπορούν να λειτουργήσουν ως αφετηρία. Ο Alain de Botton ενδιαφέρεται λιγότερο για το ίδιο το γεγονός και περισσότερο για όσα αποκαλύπτει αυτό για τον τρόπο με τον οποίο έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε, να φοβόμαστε και να αντιδρούμε. Η κρίση, στη δική του προσέγγιση, δεν είναι μόνο μια περίοδος που πρέπει να περάσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Μπορεί να γίνει και μια ευκαιρία να δούμε πιο καθαρά τι μας έχει διαμορφώσει και γιατί ορισμένα συναισθήματα ή συμπεριφορές επανέρχονται ξανά και ξανά.
Το βιβλίο οργανώνεται γύρω από έννοιες όπως η αυτογνωσία, η ψυχοθεραπεία, η φροντίδα, η ανθεκτικότητα, η αυτοεκτίμηση και η ανάγκη να συμφιλιωθούμε με πλευρές του εαυτού μας που συχνά αντιμετωπίζουμε με αυστηρότητα. Ο Alain de Botton επιμένει στην ιδέα ότι πολλές από τις αντιδράσεις μας έχουν μια ιστορία πίσω τους. Οι φόβοι, οι δυσκολίες στις σχέσεις, η ανάγκη για αποδοχή ή η τάση να αποφεύγουμε όσα μας πιέζουν δεν εμφανίζονται από το πουθενά. Συχνά συνδέονται με όσα μάθαμε πολύ νωρίς για την αγάπη, την ασφάλεια, την επιτυχία και την αξία μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι το βιβλίο ψάχνει εύκολες δικαιολογίες για κάθε δυσκολία. Προσπαθεί περισσότερο να δείξει ότι η αλλαγή γίνεται πιο πιθανή όταν κατανοούμε καλύτερα από πού ξεκινά ένα πρόβλημα και δεν περιοριζόμαστε απλώς στο να κατηγορούμε τον εαυτό μας επειδή εξακολουθεί να υπάρχει.
Το «Θεραπευτικό ταξίδι» βρίσκεται πιο κοντά στην αυτοβοήθεια και την ψυχολογική καθοδήγηση από αρκετά παλαιότερα έργα του. Αυτή η μετατόπιση είναι ταυτόχρονα το δυνατό του σημείο και η βασική του αδυναμία. Η γραφή παραμένει ζεστή, καθαρή και προσιτή, χωρίς να αντιμετωπίζει τον αναγνώστη σαν ένα πρόβλημα που χρειάζεται άμεση διόρθωση. Ο Alain de Botton αποφεύγει τη βαρύγδουπη ορολογία και προτιμά καθημερινά παραδείγματα, μικρές παρατηρήσεις και σκέψεις που μπορεί εύκολα να αναγνωρίσει κάποιος στη δική του ζωή. Από την άλλη, όσο πλησιάζει περισσότερο την ψυχολογική καθοδήγηση, τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο κίνδυνος πολύ διαφορετικές ανθρώπινες δυσκολίες να χωρέσουν κάτω από κοινές εξηγήσεις. Το βιβλίο λειτουργεί καλύτερα όταν διαβάζεται όχι ως οδηγός με έτοιμες λύσεις, αλλά ως αφορμή για να σταθούμε λίγο περισσότερο σε πράγματα που συνήθως προσπερνάμε.
Μέσα σε όλη αυτή την πορεία του, ένα στοιχείο παραμένει σταθερό στη γραφή του Alain de Botton. Η πεποίθηση ότι η ζωή μπορεί να γίνει λίγο πιο διαχειρίσιμη όταν καταφέρνουμε να καταλάβουμε καλύτερα τι μας συμβαίνει. Από τη «Μικρή φιλοσοφία του έρωτα» και την «Παρηγορία της φιλοσοφίας» μέχρι το «Χρονικό του έρωτα» και τώρα το «Θεραπευτικό ταξίδι», επιστρέφει στην ίδια ανάγκη να δώσει λέξεις σε συναισθήματα που συχνά δυσκολευόμαστε να εξηγήσουμε. Το νέο βιβλίο δεν υπόσχεται ότι η αυτογνωσία θα εξαφανίσει τις απογοητεύσεις, τους φόβους ή τις δύσκολες σχέσεις. Προτείνει κάτι πιο ρεαλιστικό. Να αποκτήσουμε μια καθαρότερη εικόνα του εαυτού μας, ώστε να μπορούμε να ζήσουμε λίγο καλύτερα με όσα δεν αλλάζουν εύκολα και να αναγνωρίζουμε πιο έγκαιρα όσα μπορούν πράγματι να αλλάξουν.