Σινεμά|26.04.2026 18:15

Μαντώ Γιαννίκου στο ethnos.gr: Το μοντέλο «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια» είναι ακόμη πολύ ισχυρό στην Ελλάδα

Άγγελος Γεραιουδάκης

Η Μαντώ Γιαννίκου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, σ' ένα περιβάλλον που της έδωσε από νωρίς ερεθίσματα για έκφραση και δημιουργία. Είναι απόφοιτος της Γερμανικής Σχολής Αθηνών, του τμήματος Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Πανεπιστημίου Αθηνών και της Δραματικής Σχολής «Μοντέρνοι Καιροί», συνδυάζοντας στέρεη παιδεία με καλλιτεχνική κατεύθυνση. Από το 2013 δραστηριοποιείται ως ηθοποιός, χτίζοντας μια πορεία με σταθερά βήματα και συμμετοχές σε σημαντικές σκηνές και παραγωγές.

Έχει εμφανιστεί μεταξύ άλλων σε παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου, του Θεάτρου Νέου Κόσμου, της Στέγης Ιδρύματος Ωνάση, του ΘΟΚ και του Φεστιβάλ Αισχυλείων, ενώ στην τηλεόραση έγινε ευρύτερα γνωστή μέσα από τη σειρά «Η Γέφυρα» αλλά και σε παραγωγές όπως «Το Ναυάγιο», «Η Γη της Ελιάς» και «Μαύροι Πίνακες». Στον κινηματογράφο πρωταγωνίστησε στην ταινία μικρού μήκους «Στα βήματά της», η οποία διακρίθηκε σε διεθνή φεστιβάλ, καθώς και στις ταινίες «Drone» και «Ignudi». Παράλληλα, έχει ασχοληθεί με τον χορό, συνεργαζόμενη με τη χορογράφο Λίλα Ζαφειροπούλου και συμμετέχοντας σε παραστάσεις στο πλαίσιο σημαντικών διοργανώσεων.

Αφορμή για τη σημερινή κουβέντα μας στάθηκε η νέα ταινία «Μη γελάτε, θα σας δει ο κόσμος», σε σκηνοθεσία Νικόλα Δημητρόπουλου. Το έργο είναι μια γλυκόπικρη ιστορία που ακολουθεί τη Μαρία, μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, τις πρώτες μέρες αφότου μαθαίνει ότι είναι έγκυος. Με ευαισθησία, αμεσότητα και αφοπλιστικό χιούμορ, η ταινία στηρίζεται στη εξαιρετική ερμηνεία της Μαρίας Αποστολακέα, γύρω από την οποία ξεδιπλώνεται ολόκληρη η ιστορία. Δίπλα της, ο πάντα ιδιαίτερος Ακύλλας Καραζήσης σε μια βαθιά ανθρώπινη και γήινη στιγμή, ενώ η Μαντώ Γιαννίκου ολοκληρώνει το σύμπαν της ταινίας, χτίζοντας με σεβασμό τον άλλο πόλο της ιστορίας, μια γυναίκα σημαδεμένη από την απώλεια, που αναζητά νόημα μέσα από την πίστη.

H ταινία, μια παραγωγή του Τάσου Κορωνάκη και της Laika Productions, θα ανοίξει στο Newman Cinema στις 27 και 28 Απριλίου και στη συνέχεια θα πραγματοποιήσει προβολές σε πολλές πόλεις και σε θερινά σινεμά (18 και 25 Μαϊου, Στέλλα). Το «Μη γελάτε, θα σας δει ο κόσμος» έκανε την  πρεμιέρα του στο 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Ελληνικών Ταινιών του Σαν Φραντσίσκο.

Τι σας τράβηξε περισσότερο στον ρόλο που υποδύεστε στην ταινία; Υπήρξαν στιγμές που διαφωνήσατε με τις επιλογές του χαρακτήρα;

Διαβάζοντας πρώτη φορά το σενάριο του Νικόλα, σε τίποτα δεν φαινόταν να συναντιέμαι με το ρόλο της Έλενας, τόσο ιδιοσυγκρασιακά όσο και στις επιλογές διαβίωσης. Η Έλενα είναι ορφανή, χήρα, μάνα, θρήσκα, χωρίς κοινωνική ζωή και με απόψεις που απέχουν παρασάγγας από τις δικές μου. Το κλειδί, λοιπόν, για να ξεκινήσω την αποκωδικοποίησή της, ήταν η βαθιά αγάπη της για τη Μαρία, την αδερφή της, καθώς έχω κι εγώ μια μικρότερη αδερφή που λατρεύω.

Στην πορεία, και όσο βάθαινε η μελέτη μου, μπόρεσα να αφουγκραστώ τη διαδρομή της και να τη δικαιολογήσω. Η παραδοχή ότι είμαστε οι αντιφάσεις μας με βοήθησε να συναντηθώ επί της ουσίας με αυτό το πλάσμα. Αυτό που, εν τέλει, με συγκίνησε πολύ στην Έλενα, είναι όλη εκείνη η ανείπωτη, μοναχική, εσωτερική ζωή που έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με αυτό που αποτυπώνεται εξωτερικά, την «πρώτη εικόνα» που σχηματίζουμε για τον Άλλο και που συχνά μπορεί να είναι παραπλανητική. Νομίζω ότι η τελική μετατόπιση της Έλενας αφενός διαψεύδει την «πρώτη εικόνα» και αφετέρου μου επαλήθευσε ότι οι επιλογές της εκπορεύονται από την αγάπη της για τους ανθρώπους της.

Ο ρόλος σας είναι ένα βαθιά θρησκευόμενο άτομο. Πώς αντιλαμβάνεστε τον ρόλο της πίστης στη ζωή ενός ανθρώπου σήμερα; Θεωρείτε ότι επηρεάζει ακόμη τις καθημερινές μας αποφάσεις;

Έχοντας μεγαλώσει σε μια οικογένεια με πίστη στα Θεία (αλλά ευτυχώς μακριά από φανατισμούς και θρησκοληψίες), γνωρίζω καλά ότι η σχέση με το Θεό είναι πολύ προσωπική υπόθεση και λειτουργεί ανακουφιστικά ή και λυτρωτικά στην προσπάθεια νοηματοδότησης της ύπαρξης και στην αγωνία του θανάτου. Παρότι είμαι αγνωστικίστρια, σέβομαι απόλυτα την ανάγκη των ανθρώπων να πιστεύουν σε κάτι ανώτερο και να διαμορφώνουν τη ζωή και την καθημερινότητά τους σύμφωνα με τα προτάγματα της πίστης τους.

Αυτό, όμως, που δεν σέβομαι καθόλου είναι όταν οι επιταγές της θρησκείας του ενός καταδυναστεύουν και ορίζουν τη ζωή του άλλου. Πολλώ δε μάλλον, όταν η κοσμική εξουσία ενός κράτους επηρεάζει νόμους, λειτουργεί ως μηχανισμός ελέγχου και διαμορφώνει -απροκάλυπτα ή υπογείως- τη δημόσια και ιδιωτική ζωή, είτε το επιθυμούμε είτε όχι. Η μισαλλοδοξία, ο φανατισμός και η θρησκοληψία είναι από τα μεγαλύτερα καρκινώματα της ανθρωπότητας και είναι γνωστό ότι στο όνομα της εκάστοτε θρησκείας (ή με τις πλάτες της εκάστοτε θρησκείας) διαπράττονται μέχρι και σήμερα ειδεχθή εγκλήματα και καταστρέφονται ανθρώπινες ζωές.

Πώς θα περιγράφατε τη σχέση των δύο αδελφών στην ταινία;

Ίσως ακουστεί μελό (η Μαρία και ο Νικόλας σίγουρα θα μου πουν ότι είμαι μελό), αλλά η πρώτη λέξη που ξεπροβάλλει μέσα μου πιο καθαρά από οτιδήποτε άλλο είναι «αγάπη», παρά τα όσα διαδραματίζονται στην ταινία. Όταν στις πρόβες συζητούσαμε για το παρελθόν των κοριτσιών, θυμάμαι να λέμε ότι αυτές οι δυο στα νιάτα τους πρέπει να ήταν αχώριστες. Όμως οι ανθρώπινες σχέσεις είναι δυναμικές, πολύπλοκες και μεταβάλλονται από τις συνθήκες της ζωής. Τα κορίτσια μεγάλωσαν, ακολούθησε η καθεμία το δρόμο της, σταδιακά άλλαξαν. Οι αναπάντεχες δυσκολίες και οι προσωπικές επιλογές τους τις απομάκρυναν. Έφτασαν στο σημείο να μην μπορούν να συνεννοηθούν, να επικοινωνήσουν. Από εκεί που κάποτε ήταν αχώριστες, τώρα έγιναν η μέρα με τη νύχτα. Παρά τις μεγάλες διαφορές τους όμως, παρά τις συγκρούσεις και την αντιδιαμετρική ματιά τους στα πράγματα, προσωπικά με συγκινεί το βαθύ νοιάξιμο της μίας προς την άλλη, η αγωνία τους να ξαναπιάσουν το νήμα και να βρουν τρόπο να γεφυρώσουν το χάσμα. Δεν παραιτούνται η μία από την άλλη γιατί, όσα κι αν τις χωρίζουν, αγαπιούνται.

Η Μαρία, η αδελφή σας στην ταινία, όταν μαθαίνει ότι είναι έγκυος, αποφασίζει να προχωρήσει σε άμβλωση. Πιστεύετε ότι σήμερα μια γυναίκα έχει απόλυτο δικαίωμα στο σώμα της;

ΝΑΙ, με κεφαλαία γράμματα και χωρίς περαιτέρω ανάλυση. Το δικαίωμα στο σώμα μας πρέπει ΠΑΝΤΑ και ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ να είναι αδιαπραγμάτευτο, αδιαμφισβήτητο, αναφαίρετο, ιερό.

Θεωρείτε ότι το ζήτημα της άμβλωσης εξακολουθεί να αποτελεί ταμπού;

Πιθανολογώ ότι αποτελεί ταμπού για πολλούς ανθρώπους, ναι. Και μπορώ να φανταστώ ότι συμβάλλουν σε αυτό παράγοντες όπως ο τόπος διαμονής ή καταγωγής, η οικογενειακή και οικονομική κατάσταση, το μορφωτικό επίπεδο, το κοινωνικό status κ.λ.π. Το βασικό ερώτημα, όμως, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι αν η άμβλωση αποτελεί ταμπού, αλλά γιατί να αποτελεί ταμπού. Η ίδια η διαδικασία είναι επαρκώς περίπλοκη από μόνη της, αρκεί να λάβει κανείς υπόψιν το κόστος, τη σωματική καταπόνηση ή ταλαιπωρία, την πιθανή αποθεραπεία και, το σημαντικότερο, την ψυχική επιβάρυνση πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την άμβλωση. Είτε μια γυναίκα ανακουφίζεται με μια τέτοια απόφαση είτε βασανίζεται, το τελευταίο που της χρειάζεται είναι η κριτική και οι ενοχές που προκαλεί η κοινωνία και ο περίγυρος. Για να μην μιλήσουμε για τις απαγορεύσεις. Είναι αδιανόητο να αναγκάζονται γυναίκες να κάνουν αμβλώσεις στα κρυφά και με επικίνδυνες για την υγεία τους μεθόδους, επειδή δεν μπορούν να μιλήσουν ανοιχτά για αυτό χωρίς να στιγματίζονται. Βλέπουμε, για παράδειγμα, τι γίνεται στην Αμερική, ειδικά από το 2022 και μετά.

Τι ελπίζετε να σκεφτεί το κοινό βλέποντας τη σύγκρουση ανάμεσα στις δύο αδελφές;

Δεν επιθυμώ να σκεφτεί κάτι, ούτε να διαλέξει υποχρεωτικά «στρατόπεδο». Αυτό ειδικά προσπαθώ να το αποφεύγω. Η ζωή και οι ανθρώπινες σχέσεις δεν είναι άσπρο-μαύρο και νομίζω ότι στην ταινία δουλέψαμε πολύ προς την κατεύθυνση του να μην οδηγούμαστε σε «εύκολα» συμπεράσματα για τους χαρακτήρες. Και οι δύο γυναίκες κάτι βιώνουν, από κάτι πάσχουν τη δεδομένη χρονική στιγμή, κάποιο αίτημα έχει η μία από την άλλη και η καθεμιά έχει τα επιχειρήματά της. Και οι δυο αισθάνονται ότι έχουν δίκιο την ώρα της σύγκρουσης και το διεκδικούν. Έτσι δεν γίνεται και στη ζωή; Αυτό στο οποίο ελπίζω, είναι να δει το κοινό αυτά τα δύο κορίτσια και να συναντήσει, ενδεχομένως, κομμάτια του εαυτού του στην ιστορία τους, όποιο κι αν είναι το πρόσημο. Εύχομαι να δείτε ζωή στην ταινία μας και ο καθένας/καθεμία να συναντηθεί με κάτι δικό του/της.

Πιστεύετε ότι η ταινία λειτουργεί ως καθρέφτης της σύγχρονης κοινωνίας μας;

Από τη στιγμή που, όσοι άνθρωποι συνεργαστήκαμε για την αποπεράτωση της ταινίας, είμαστε ενεργά μέλη της κοινωνίας μας, δεν μπορεί παρά να καθρεφτίζεται έστω κάτι από αυτήν στη δουλειά μας. Όλες οι τέχνες πρωτίστως με τη ζωή συνδιαλέγονται, από αυτήν τροφοδοτούνται και σ’ αυτήν επιστρέφουν. Κάθε έργο τέχνης αποτυπώνει κάτι σε σχέση με το περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννιέται. Η εποχή μας, η κοινωνία μας, ό,τι συμβαίνει στον κόσμο γύρω μας είναι η πρώτη ύλη, το καύσιμο για να αφηγηθούμε ιστορίες και το καθρέφτισμα είναι ένας τρόπος να ερμηνεύουμε τον κόσμο, να διαμορφώνουμε την αίσθηση του εαυτού μας και των άλλων και να ανοίγει διαρκώς ο διάλογος γύρω από τα ζητήματα που απασχολούν τον άνθρωπο, μεγάλα ή μικρά, δεν έχει σημασία.

Τι σημαίνει για εσάς «δυναμική γυναίκα»;

Για να είμαι ειλικρινής, δεν αγαπώ ιδιαιτέρως τους επιθετικούς προσδιορισμούς, γιατί αισθάνομαι ότι συρρικνώνουν και περιορίζουν τη μαγική πολυπλοκότητα και τις άπειρες ποιότητες των ανθρώπων. Δεν ξέρω να σας πω τι σημαίνει «δυναμική γυναίκα», γνωρίζω, όμως, προσωπικά πάρα πολλές αξιοθαύμαστες γυναίκες, εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους, που έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό, την κατάφαση στη ζωή. Κι αυτό στα δικά μου μάτια είναι υπερδύναμη.

Υπήρξε κάποια γυναίκα που αποτέλεσε πρότυπο στη ζωή σας; Κι αν ναι, τι θαυμάζατε περισσότερο σε εκείνη;

Θα μπορούσα να αναφερθώ σε πάρα πολλές γυναίκες που θαυμάζω και με έχουν διαμορφώσει, είτε τις γνώρισα προσωπικά είτε όχι, είτε είναι εν ζωή είτε όχι. Θα επιλέξω, όμως, την αδερφή μου. Αφενός, γιατί είναι σπάνιος άνθρωπος, με αδιανόητο μυαλό και καρδιά από χρυσό και αφετέρου γιατί την κρατούσα μέσα μου καθ’όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων και τροφοδότησε, εν αγνοία της ίσως, σχεδόν όλη την ψυχική διαδρομή μου σε αυτό το ταξίδι. Αυτή η ταινία νιώθω ότι είναι αφιερωμένη στην αδερφή μου, τη Στέφη.

Πιστεύετε ότι η ελληνική κοινωνία παραμένει συντηρητική; Μπορεί ο συντηρητισμός να έχει και θετικά στοιχεία;

Ήταν και παραμένει συντηρητική κατά τη γνώμη μου, ναι. Το βλέπω στον τρόπο που ασκείται η πολιτική εντός της χώρας (η παιδεία, για παράδειγμα, είναι πολύ ενδεικτικό πεδίο συντήρησης), στη γραμμή που επιλέγουν οι πολιτικές ηγεσίες σε σχέση με όσα διαδραματίζονται σε παγκόσμιο επίπεδο, στο ρόλο και την ισχύ της εκκλησίας αλλά και σε επίπεδο οικογένειας, αξιών κ.λπ. Το μοντέλο «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια» είναι ακόμη πολύ ισχυρό στην Ελλάδα και η «Αγία Οικογένεια», που απαρτίζεται από τον πατέρα-άντρα, την μητέρα-γυναίκα και τα τέκνα δεν αποδέχεται ακόμα την επί της ουσίας συνύπαρξη με άλλα μοντέλα οικογένειας. Αντιστεκόμαστε ακόμα σθεναρά και με πολύ φόβο σε κάθε τι διαφορετικό ή καινούργιο (όπως σε ζητήματα φύλου) και παραμένουμε, δυστυχώς, σε μεγάλο βαθμό ρατσιστές. Δεν ισχυρίζομαι, βέβαια, ότι πρέπει να απεμπολήσουμε οτιδήποτε συγκροτεί μια ταυτότητα και αποτελεί κληρονομιά μας και ίσως εδώ η συντήρηση να έχει νόημα. Η επαφή με τις ρίζες, το παρελθόν, την παράδοση είναι πολύτιμη όταν συνδιαλέγεται με το καινούργιο, διότι από τη ζύμωσή τους εξελισσόμαστε. Η εμμονική προσκόλληση στο ένα ή στο άλλο άκρο είναι προβληματική και άκαρπη, νομίζω.

Πώς ήταν η συνεργασία σας με τον σκηνοθέτη Νικόλα Δημητρόπουλο και με το υπόλοιπο καστ της ταινίας;

Την ομάδα του «Μη Γελάτε, θα σας δει ο κόσμος» την αντιλαμβάνομαι πλέον ως οικογένεια και αυτό είναι, σε πολύ μεγάλο ποσοστό, κατόρθωμα και δεξιότητα του Νικόλα. Εκτός από σεναριογράφος και σκηνοθέτης, έχει το μαγικό χάρισμα του να συγκροτεί ομάδες δεμένες σαν γροθιά, που απαρτίζονται από πολυτάλαντους και ψυχωμένους ανθρώπους, έτοιμους να δώσουν το 100% του εαυτού τους για το εγχείρημα.

Μαζί με τον παραγωγό μας της Laika Productions και αγαπημένο φίλο πλέον, Τάσο Κορωνάκη, έφτιαξαν ένα ιδανικό εργασιακό περιβάλλον, με άπλετη αγάπη, τρυφερότητα και χιούμορ, ενώ ταυτόχρονα μας προστάτευσαν από τα προβλήματα με τα οποία πάλευαν καθημερινά λόγω υποχρηματοδότησης. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ καλύτερες συνθήκες και τους ευχαριστώ και τους δύο από καρδιάς. Είναι απόλαυση να ξυπνάς το πρωί και να αδημονείς να φτάσεις στη δουλειά, να συναντήσεις τους ανθρώπους σου και να συμπράξετε για ένα κοινό όραμα.

Επίσης, είναι συγκινητική η εμπιστοσύνη που δείχνει ο Νικόλας στους συνεργάτες του, στους οποίους δίνει απλόχερα το χώρο να υπάρξουν δημιουργικά, να προτείνουν και να συνδιαμορφώσουν το αποτέλεσμα. Πλέον, εκτός από σκηνοθέτης μου, είναι καρδιακός μου φίλος και του χρωστάω μεγάλη ευγνωμοσύνη όχι μόνο για την ταινία, αλλά και για τη γενναιόδωρη στάση του συνολικά απέναντι στη ζωή.

Νιώθω ότι θα αδικήσω τους υπέροχους φίλους και συνεργάτες μου, αν δεν μιλήσω για όλους, οπότε θα πρέπει να σταματήσω εδώ, αλλά ας μου επιτραπεί μια εξαίρεση για τη Μαρία: την αδερφή μου, τη φίλη μου, τη συνάδελφό μου, η οποία με το καθαρό βλέμμα της, την ειλικρίνειά της, τη φανταστική ερμηνεία της, το αστείρευτο χιούμορ της και την τρυφεράδα της, μου έμαθε, μάλλον εν αγνοία της, τόσο πολλά και μπήκε στην καρδιά μου με φόρα. Την αγαπώ και τη θαυμάζω.

Η ανασφάλεια είναι αναπόφευκτο κομμάτι αυτού του επαγγέλματος. Πώς τη διαχειρίζεστε;

Με υπομονή, επιμονή και στοχοπροσήλωση. Φυσικά έρχονται δύσκολες περίοδοι που αποπροσανατολίζομαι, δεν υπάρχει άλλωστε οδηγός επιβίωσης ούτε κάποιος γενικός κανόνας διαχείρισης κρίσεων, ο καθένας και η καθεμία πρέπει να περπατήσει το δικό του/της δρόμο. Αλλά η δική μου κινητήριος δύναμη να αντεπεξέρχομαι στις αντιξοότητες, είναι η αγάπη μου για αυτό που έχω επιλέξει να κάνω, ενώ κάτι που συνειδητά πλέον αποφεύγω, είναι οι γκρίνιες «διαρκείας», γιατί δεν μου προσφέρουν απολύτως τίποτα στο να πάω παρακάτω.

ηθοποιόςέγκυοςΆμβλωσηγυναίκαοικογένεια