Η ταινία που εξωραΐζει τον Michael Jackson - Οι πιο δυνατές μουσικές βιογραφίες των τελευταίων χρόνων
Άγγελος ΓεραιουδάκηςΟι μουσικές βιογραφίες έχουν αποκτήσει ξεχωριστή θέση στο σύγχρονο σινεμά, προσελκύοντας θεατές που επιθυμούν να γνωρίσουν από κοντά τις προσωπικές διαδρομές σπουδαίων καλλιτεχνών. Άλλοτε αυτές οι παραγωγές αποσπούν το θερμό χειροκρότημα του κοινού και άλλοτε προκαλούν ανάμεικτες αντιδράσεις, πυροδοτώντας συζητήσεις γύρω από τον τρόπο παρουσίασης των προσωπικοτήτων που σημάδεψαν την παγκόσμια μουσική σκηνή. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η νέα κινηματογραφική προσέγγιση για τον Michael Jackson, μια φιγούρα που εξακολουθεί να συγκεντρώνει έντονο ενδιαφέρον και ποικίλα σχόλια.
Η ταινία κατέγραψε εντυπωσιακή εμπορική πορεία ήδη από τις πρώτες ημέρες προβολής της, αγγίζοντας τα 217 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως μέσα στο πρώτο της Σαββατοκύριακο. Με αυτή την επίδοση, ξεπέρασε κάθε προηγούμενο για βιογραφική παραγωγή, αφήνοντας πίσω ακόμη και το «Oppenheimer». Παρά το γεγονός ότι οι επαγγελματικές κριτικές την αξιολόγησαν συγκρατημένα, με ποσοστό 38% στο Rotten Tomatoes, η ανταπόκριση του κοινού υπήρξε ιδιαίτερα θερμή, αποτυπωμένη σε μια εντυπωσιακή βαθμολογία που φτάνει το 97%.
Την ίδια στιγμή, η σκηνοθετική ματιά του Antoine Fuqua επιλέγει να κρατήσει απόσταση από τον κεντρικό ήρωα, αφήνοντας σε μεγάλο βαθμό ανοιχτό το πεδίο των συναισθημάτων και των σκέψεών του. Η αφήγηση επενδύει κυρίως στη δύναμη της εικόνας και της κίνησης, ενώ η εσωτερική πλευρά του χαρακτήρα σχεδόν δεν υπάρχει. Η πλοκή ξεκινά από τα πρώτα χρόνια των Jackson Five, όπου ο νεαρός καλλιτέχνης μεγαλώνει υπό την αυστηρή καθοδήγηση του πατέρα του, Joe, και φτάνοντας έως την καθιέρωσή του ως σόλο καλλιτέχνη διεθνούς εμβέλειας.
Ο Graham King εξασφάλισε τα δικαιώματα της ταινίας λίγο μετά την κυκλοφορία του ντοκιμαντέρ «Leaving Neverland» του Dan Reed, στο οποίο οι Wade Robson και James Safechuck προχώρησαν σε σοβαρές κατηγορίες προς τον τραγουδιστή. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η αρχική εκδοχή της ταινίας περιλάμβανε αναφορές στον Jordan Chandler, οι οποίες τελικά αφαιρέθηκαν μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων, στο πλαίσιο συμφωνιών που περιόριζαν τη χρήση του ονόματός του.
Το «Michael» ολοκληρώνεται το 1988, με τη μεγαλειώδη συναυλία στο στάδιο Wembley, τοποθετώντας την αυλαία σε μια περίοδο έξι ετών πριν από τον εξωδικαστικό συμβιβασμό του τραγουδιστή με τον Evan Chandler —ο οποίος είχε διατυπώσει κατηγορίες για σεξουαλική κακοποίηση του ανήλικου γιου του, Jordan— και δεκαεπτά χρόνια πριν από την αθώωσή του σε δίκη για αντίστοιχες υποθέσεις.
Παρότι στο φινάλε εμφανίζεται η φράση «η ιστορία συνεχίζεται», με σαφή υπαινιγμό συνέχειας, η ταινία επιλέγει να δώσει έμφαση σε σκηνές όπου ο Michael Jackson επισκέπτεται παιδιά σε νοσοκομεία, καθώς και σ' επαναλαμβανόμενες αναφορές στο Neverland. Την ίδια στιγμή, το ουσιαστικό ζήτημα του τρόπου με τον οποίο το έργο τοποθετείται απέναντι στις κατηγορίες παραμένει χωρίς ξεκάθαρη απάντηση, στοιχείο που συνδέεται και με τη δυσκολία του σεναρίου του John Logan και της σκηνοθεσίας του Antoine Fuqua να διαμορφώσουν έναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα.
Ο παραγωγός Graham King, σε συνεργασία με την οικογένεια Jackson, φαίνεται να εξετάζει την προοπτική ενός «Michael 2». Σε μια τέτοια εξέλιξη, μια διαφορετική κινηματογραφική προσέγγιση θα μπορούσε να προσδώσει μεγαλύτερο βάθος και πολυπλοκότητα, ξεφεύγοντας από την προσεγμένη, καλοδουλεμένη αλλά έντονα εξωραϊσμένη εικόνα που χαρακτηρίζει την παρούσα ταινία.
Ο ανιψιός του Jackson, Jaafar
Τον Jackson ενσαρκώνει ο 29χρονος ανιψιός του, Jaafar, γιος του Jermaine Jackson, διαδεχόμενος τον μικρότερο Juliano Valdi στα πρώτα χρόνια της ιστορίας. Ο Jaafar αποδίδει με εντυπωσιακή φυσικότητα τις χορευτικές και φωνητικές ιδιαιτερότητες του καλλιτέχνη, ενώ η ταινία αντλεί δύναμη από τα ίδια τα τραγούδια, που διατηρούν αναλλοίωτη τη δυναμική τους.
Ωστόσο, η εικόνα του Jackson εκτός σκηνής παραμένει επίπεδη και εξιδανικευμένη. Ενα πρόσωπο με διαρκές χαμόγελο, με φωνή σχεδόν παιδική, που περιβάλλεται από τον ιδιαίτερο κόσμο του, συγκινείται μπροστά σε εικόνες του Πίτερ Παν και αντιμετωπίζει τις εντάσεις της οικογενειακής ζωής με μια ήρεμη, σχεδόν ανέκφραστη στάση. Ίσως αυτή η απεικόνιση να αντανακλά πλευρές της πραγματικότητας, ωστόσο η ταινία αποφεύγει να εξερευνήσει βαθύτερα αυτή τη συμπεριφορά ή να αναζητήσει τις ρίζες της έντασης και της εσωτερικής δύναμης που χαρακτήριζαν τον νεαρό Jackson.
Ο Colman Domingo στον ρόλο του πατέρα Joe δίνει μια έντονη και δυναμική ερμηνεία, παρουσιάζοντας έναν αυστηρό και απαιτητικό πατριάρχη που καθορίζει την πορεία των παιδιών του. Αντίθετα, η Nia Long ως Katherine Jackson κινείται σε πιο περιορισμένο πλαίσιο, ενώ οι υπόλοιποι ρόλοι — από τον Kendrick Sampson ως Quincy Jones μέχρι τον Miles Teller ως John Branca — αξιοποιούνται επιλεκτικά, με ορισμένες παρουσίες να αποκτούν μεγαλύτερη εμφάνιση από άλλες.
Παρά τις επιμέρους ενδιαφέρουσες στιγμές, όπως η αναπαράσταση της δημιουργίας του «Thriller» με τον John Landis, η ταινία συνολικά δίνει την αίσθηση μιας προσεγμένης αλλά επιφανειακής παραγωγής, που θυμίζει περισσότερο εντυπωσιακό θέαμα παρά ουσιαστική κινηματογραφική διερεύνηση. Η ταινία επικεντρώνεται κυρίως σε συγκεκριμένες σχέσεις που εξυπηρετούν τη δομή της ιστορίας και την αγιοποίηση του καλλιτέχνη. Ο Jaafar Jackson προσφέρει μια καλή ερμηνεία, ωστόσο η ενέργεια και η αυθεντικότητα που χαρακτήριζαν τον ίδιο τον τραγουδιστή μοιάζουν να εμφανίζονται μόνο αποσπασματικά.
Η ταινία λειτουργεί ως ένα κινηματογραφικό αφιέρωμα που απευθύνεται κυρίως σε όσους επιθυμούν να ξαναζήσουν τις πιο εμβληματικές στιγμές ενός από τους σημαντικότερους ποπ καλλιτέχνες της σύγχρονης εποχής και να ζήσουν δύο ώρες ευχάριστης κινηματογραφικής απόδρασης στη σκοτεινή αίθουσα.
Οι μουσικές βιογραφίες του σινεμά
Με αφορμή τη νέα κινηματογραφική βιογραφία «Michael», αξίζει να θυμηθεί κανείς ότι το σινεμά επιστρέφει συχνά στις ζωές σπουδαίων προσωπικοτήτων του καλλιτεχνικού χώρου. Όπως για παράδειγμα, το «Back to Black» (Netflix) που φωτίζει τη ζωή της Amy Winehouse, εστιάζοντας στην άνοδο, την καλλιτεχνική της ταυτότητα και τη μοναδική φωνή που τη χαρακτήρισε. Στο ίδιο πνεύμα, το «Bob Marley: One Love» παρουσιάζει την πορεία του Bob Marley, αναδεικνύοντας τη δύναμη της reggae και το κοινωνικό μήνυμα που τη συνόδευσε.
Ξεχωριστή θέση κατέχει και το «Maria» (Cinobo) που περιγράφει τις τελευταίες μέρες της Κάλλας, στο Παρίσι των ’70s. Αντίστοιχα, το «La Vie en Rose» (Cosmote TV) αφηγείται τη ζωή της Edith Piaf, σε μια ταινία που απέσπασε διεθνή αναγνώριση. Η αμερικανική μουσική σκηνή έχει επίσης αποτελέσει πηγή έμπνευσης για πολλές παραγωγές. Τα «Elvis» του Μπαζ Λούρμαν και «Priscilla» της Σοφία Κόπολα προσεγγίζουν τη ζωή του Elvis Presley από διαφορετικές οπτικές, ενώ το «Selena» (Netflix) καταγράφει την πορεία της Selena Quintanilla προς την επιτυχία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το «Rocketman», που εστιάζει στον Elton John, συνδυάζοντας μουσική και φαντασία σε μια πιο θεατρική αφήγηση. Στο ίδιο πλαίσιο, το «Judy» αναδεικνύει την τελευταία περίοδο της ζωής της Judy Garland. Από τις πιο εμπορικές επιτυχίες των τελευταίων ετών, το «Bohemian Rhapsody» παρουσιάζει την ιστορία των Queen και του Freddie Mercury, συγκεντρώνοντας τεράστια απήχηση στο κοινό. Τέλος, το «A Complete Unknown» (Disney+) παρουσιάζει μια περιπλάνηση στα ταραχώδη πρώτα χρόνια της καριέρας του Bob Dylan.