Οι ταινίες της εβδομάδας: Η επιστροφή της Μιράντα Πρίσλεϊ, η Ομάχα και ο Κύριος Κανένας
NewsroomΣτο πολυαναμενόμενο σίκουελ «Ο Διάβολος Φοράει Πράντα 2», με την Μέριλ Στριπ - να κυριαρχεί και πάλι στην οθόνη - φαίνεται να ποντάρει το κινηματογραφικό εγχώριο κύκλωμα, έπειτα από τα κεσάτια των τελευταίων εβδομάδων. Αξιόλογο και το δράμα περιπλάνησης «Ομάχα», καλό δείγμα του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά, ενώ υπάρχει και το οσκαρικό ντοκιμαντέρ «Κος Κανένας Εναντίον Πούτιν». Το πρόγραμμα της εβδομάδας συμπληρώνουν μία αμερικάνικη ταινία τρόμου και ένα παιδικό animation από τη Δανία.
Ο Διάβολος Φοράει Πράντα 2 («The Devil Wears Prada 2»)
Κομεντί, αμερικάνικης παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Ντέιβιντ Φράνκελ, με τους Μέριλ Στριπ, Εμιλι Μπλαντ, Αν Χάθαγουεϊ, Στάνλεϊ Τούτσι, Τζάστιν Θέρου, Λούσι Λιου, Κένεθ Μπράνα, Τρέισι Τομς κα.
Η πετυχημένη συνταγή ή μάλλον το πατρόν υψηλής ραπτικής, με την κραυγαλέα προώθηση, τα χολιγουντιανά πρότυπα μίας υπερπαραγωγής, την απαιτούμενη ίντριγκα και το καστ των αστέρων είναι και πάλι εδώ, σε αυτό το σίκουελ της τεράστιας εμπορικής επιτυχίας του 2006, που υπογράφουν και πάλι ο σκηνοθέτης Ντέιβιντ Φράνκελ και η σεναριογράφος Αλίν Μπρος Μακένα.
Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά, η ιδιαιτέρως ανανεωμένη - βρε τι κάνει αυτή η επιστήμη - Μέριλ Στριπ επαναλαμβάνει τον ρόλο της ως εμβληματική Μιράντα, έχοντας δίπλα της την Αν Χάθαγουεϊ, την Έμιλι Μπλαντ, τον Στάνλεϊ Τούτσι και τον νεοεισερχόμενο, στο πολυπρόσωπο καστ, Κένεθ Μπράνα, στον ρόλο του συζύγου της Μιράντα.
Ακολουθώντας κατά γράμμα το «πνεύμα» της πρώτης ταινίας, ο Φράνκελ, θα προσπαθήσει να ανανεώσει το στόρι γύρω από τα ιλουστρασιόν περιοδικά μόδας και τον λαμπερό κόσμο της υψηλής ραπτικής, σατιρίζοντας επιφανειακά τον αστραφτερό όσο και σκοτεινό αυτόν χώρο, προσθέτοντας στην προβληματική του το μεταμορφωμένο τοπίο στην ενημέρωση, την παρακμή του έντυπου τύπου και την ανάγκη χρηματοδότησής τους από οικονομικούς κολοσσούς, που δεν έχουν σχέση με τις εκδόσεις. Πάνω, απ’ όλα, όμως, το φιλμ, που είχε μία ακραία διαφήμιση σε όλο τον κόσμο και δείχνει να ταυτίζεται πλέον με πολυεθνικές εμπορικές αλυσίδες, είναι μία κομεντί χαρακτήρων, βασισμένο πάνω στην κυριαρχία της Στριπ, αλλά και την ελκυστικότητα του υπόλοιπου καστ.
Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά, αφού χάνει τη δουλειά της στην ερευνητική δημοσιογραφία, η Άντι επιστρέφει, αυτή τη φορά με αυτοπεποίθηση, στο περιοδικό Runway, την ώρα που η εμβληματική διευθύντριά του, Μιράντα Πρίστλι, έχοντας φτάσεις στα όρια της συνταξιοδότησης, παλεύει να κρατήσει το θρυλικό περιοδικό ζωντανό, μαζί με το δεξί της χέρι Νάιτζελ, καθώς τα παραδοσιακά έντυπα καταρρέουν, σε έναν κόσμο όπου η μόδα και τα μέσα ενημέρωσης αλλάζουν ραγδαία. Η λύση ίσως βρίσκεται στα χέρια της παλιάς τους γνώριμης Έμιλι, που πλέον ηγείται ενός πανίσχυρου brand πολυτελείας και ελέγχει μια συμφωνία ικανή να σώσει το περιοδικό.
Η ταινία, με τα καλά της, την παραγωγή πολυτελείας και τις μοδάτες εικόνες, τα γυρίσματα σε Νέα Υόρκη και Μιλάνο, τις βιτριολικές της ατάκες - όχι όμως και τόσο πνευματώδεις - και τον καλοκουρδισμένο ρυθμό, που εξυπηρετούν με την εμπειρία τους οι ηθοποιοί, αλλά και με τα στραβά της, την έλλειψη και πάλι της τόλμης να μιλήσει για σοβαρά θέματα, γύρω από ένα σύμπαν που επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, τη σημασία του χρήματος και των χαλαρών - επιεικώς - ηθικών, ενώ πλέον βγάζει μάτι η ταύτιση της παραγωγής με άλλα εμπορικά προϊόντα.
Απ’ την άλλη, ο Φράνκελ, μαζί με την Μακένα, βρίσκει και πάλι την ισορροπία για να ικανοποιήσει το ενήλικο κοινό, με τη βαρβάτη παρουσία της Στριπ και τα κοριτσόπουλα που ξεφυλλίζουν καθημερινά τις ροζ lifestyle ιστοσελίδες στο κινητό τους, κάνοντας όνειρα για την ένταξή τους σε αυτές, ενώ δίνει ως μπόνους μία σύντομη εμφάνιση και ένα τραγούδι της Lady Gaga.
Ακόμη ένα κινηματογραφικό προϊόν, μία αψεγάδιαστη παραγωγή, που θα προσφέρει δυο ώρες διασκέδασης και θα φέρει εκατοντάδες εκατομμύρια στους παραγωγούς, που έχουν έτοιμη τη δικαιολογία για το αστραφτερά αμπαλαρισμένο κατασκεύασμά τους, υποστηρίζοντας ότι ο κινηματογράφος μπορεί να ζήσει μόνο μέσω των εσόδων.
Ομάχα («Omaha»)
Δραματική ταινία, αμερικάνικης παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Κόουλ Γουέμπλι, με τους Τζον Μαγκάρο, Μόλι Μπελ Ράιτ, Γουάιατ Σόλις, Τάλια Μπάλσαμ, Κριστίνα Κούπερ κα.
Λιτή, ελεγειακή, χαμηλόφωνη δραματική ταινία περιπλάνησης, στις απέραντες εκτάσεις και τους ατελείωτους δρόμους της τέως Άγριας Δύσης, από τον πρωτοεμφανιζόμενο Κόουλ Γουέμπλι. Έναν σκηνοθέτη, που «βγήκε» από το γνωστό φεστιβάλ Σάντανς, του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά και διακρίθηκε σε αυτό με την «Ομάχα».
Το φιλμ, το στόρι του οποίου τοποθετείται στο 2008, της σφοδρής στεγαστικής κρίσης και των σκανδάλων, ένα τεταμένο οικογενειακό δράμα, ορισμένες φορές σπαραχτικό, σίγουρα μελαγχολικό και ανεπιτήδευτα συγκινητικό, παρακολουθεί το ταξίδι προς το άγνωστο μίας διαλυμένης οικογένειας, κρατώντας κλειστά τα χαρτιά του μέχρι το τέλος, κλιμακώνοντας το δράμα και το μυστήριο γύρω από τους τρεις κεντρικούς ήρωες.
Άλλωστε, είναι και ένα δράμα χαρακτήρων, που υποστηρίζουν άψογα τόσο ο ανερχόμενος Τζον Μάγκαρο, όσο και τα δυο έξοχα πιτσιρίκια, που τον πλαισιώνουν, με την εντεκάχρονη Μόλι Μπελ Ράιτ, να στοιχειώνει τον θεατή με τη ματιά της, την ώριμη ερμηνεία της, μεταδίδοντας τα μελαγχολικά μηνύματα για το τέλος της αθωότητας, τη βίαιη ενηλικίωση, αλλά και τις ρωγμές ελπίδας, που ακτινοβολεί το χαριτωμένο παιδικό πρόσωπό της.
Πριν χαράξει ακόμη, ένας πατέρας, που έχει χάσει τη γυναίκα του χρόνια, ξυπνά τα δυο παιδιά του και μπαίνουν στο σαραβαλάκι τους για ένα ταξίδι προς το άγνωστο, αφήνοντας πίσω τους ένα σπίτι, με ειδοποιήσεις έξωσης κολλημένες στην πόρτα. Η 9χρονη Έλα, πολύ πιο ώριμη από την ηλικία της, αφού βοηθά τον πατέρα της να βάλει μπροστά το αυτοκίνητο, να μαζέψει τα απαραίτητα και τον πιστό σκύλο τους Ρεξ, αλλά και τον εξάχρονο αδελφό της Τσάρλι, θα ακολουθήσει ανήσυχα τον αγαπημένο μπαμπά της, που ολοένα και περισσότερο βυθίζεται στην απόγνωση. Έχοντας βιώσει την οικονομική κατάρρευση, ο πατέρας τους οδηγεί προς ένα φαινομενικά αμέριμνο ταξίδι στην αμερικάνικη ενδοχώρα, με αβέβαιο προορισμό και ένα κρυμμένο μυστικό.
Το σενάριο του Ματσόιαν («The Killing of Two Lovers») λιτό, ρεαλιστικό, μεταφέρει την ανείπωτη κρίση μίας οικογένειας, που δείχνει συντετριμμένη κάτω από τις δυσχέρειες της σύγχρονης ζωής και ταυτόχρονα δημιουργεί μία εντεινόμενη ανησυχία για την τύχη των παιδιών. Με τον Μαγκάρο, στον ρόλο του πατέρα, να δονείται από τη θλίψη και το άγχος, που δεν έχει τη δυνατότητα να πάρει ένα παγωτό στα παιδιά του και την Ράιτ, να είναι αυτή που μας μεταδίδει την ένταση του δράματος, μέσα από το αθώο αλλά όχι ανέμελο βλέμμα της, ο Γουέμπλι τοποθετεί τον θεατή ανάμεσα στην οικογένεια και τη μυστηριώδη πορεία τους. Με τα κλειστοφοβικά κάδρα του μέσα στο αυτοκίνητο και τα ανοιχτά πλάνα του απέραντου άνυδρου τόπου, ο σκηνοθέτης μεταφέρει συμβολικά την πιεστική κατάσταση της οικογένειας, που ασφυκτιεί κάτω από τα προβλήματα.
Παρά τις λίγες στραβοτιμονιές του Γουέμπλι, το φιλμ δεν χάνει ποτέ το δρόμο του και παρά τις κλιμακούμενες σπαραχτικές προοπτικές του και το βάναυσο φινάλε του, υπάρχει μία λεπτή γραμμή αισιοδοξίας, που δικαιώνει τη γεμάτη θλίψη πορεία, για μια χώρα που πλέον δεν ζει απλώς με τις αντιφάσεις της, αλλά πρέπει να επιβιώσει πάση θυσία περιμένοντας ένα θαύμα από παιδιά σαν τη μικρή μας ηρωίδα.
Κος Κανένας Εναντίον Πούτιν («Mr. Nobody Against Putin»)
Πολιτικό ντοκιμαντέρ, γερμανικής και διεθνούς συμπαραγωγής, σε σκηνοθεσία Ντέιβιντ Μπόρενσταϊν και Πάβελ Ταλαγκίν.
Πολιτικό, αντιμιλιταριστικό ντοκιμαντέρ, που γύρισε ένας Ρώσος δάσκαλος στο δημοτικό σχολείο του Καραμπάς, μίας μικρής πόλης στα Ουράλια, ενός από τα πιο τοξικά μέρη της γης, λόγω του τοπικού εργοστασίου Χαλκού, στέλνοντας κρυφά το φιλμ στο εξωτερικό, για να τα επεξεργαστεί ο Αμερικάνος ντοκιμαντερίστας Ντέιβιντ Μπόρενσταϊν.
Τιμημένο με το Όσκαρ καλύτερου ντοκιμαντέρ, για ευνόητους λόγους, το φιλμ, που δεν διεκδικεί ιδιαίτερες δάφνες για την κινηματογραφική του αξία, έχει όμως το ενδιαφέρον του, καθώς αποτυπώνει, ορισμένες φορές εμφανώς υποκειμενικά και δραματοποιημένα, τη μετατροπή ενός σχολείου από χώρο εκπαίδευσης και χαράς, σε μηχανισμό εθνικιστικής προπαγάνδας και μιλιταρισμού. Άλλωστε, όπως είχε πει ο Πούτιν, «οι πόλεμοι δεν κερδίζονται από τους διοικητές αλλά από τους καθηγητές».
Ο δάσκαλος Πάβελ - Πάσα Ταλαγκίν, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του ως συντονιστή εκδηλώσεων και βιντεοσκόπου του σχολείου, θα κινηματογραφήσει τα όσα διαδραματίστηκαν στον χώρο εργασίας του, μετά την ανακοίνωση του Πούτιν ότι η Ρωσία ξεκινά «στρατιωτική επιχείρηση» στην Ουκρανία.
Ο Πάσα ένας αγαπητός και αντισυμβατικός δάσκαλος, γνωστός ως μέντορας και πειραχτήρι, θα παρασυρθεί παρά τη θέλησή του στη μηχανή προπαγάνδας του Πούτιν, μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, αναγκασμένος να προωθεί αποκλειστικά μηνύματα εγκεκριμένα από το κράτος. Σοκαρισμένος από τη μεταμόρφωση της σχολικής κοινότητάς του, ο Πάσα παλεύει με ενοχές και ένα αίσθημα ότι τα βάζει με ένα θηρίο, μέχρι που καταλήγει να γίνει ένας πληροφοριοδότης.
Θα βιντεοσκοπήσει αποκαλυπτικά την άνοδο στρατιωτικοποιημένων παιδικών ομάδων, τους κατασταλτικούς νόμους, τις παιδικές - γκροτέσκο - εθνικοπατριωτικές εκδηλώσεις, τη στρατολόγηση νεαρών, τις «διαλέξεις» μελών της παραστρατιωτικής οργάνωσης Wagner, την είσοδο του προπαγανδιστικού μηχανισμού ακόμη και στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, αναδεικνύοντας το πρόσωπο του πολέμου, πίσω από τις εμπόλεμες γραμμές.
Είναι προφανές ότι μεγάλο μέρος των εικόνων έχουν υποστεί επεξεργασία στο μοντάζ, για να δημιουργηθεί ένας πιο «κινηματογραφικός», ελκυστικός ρυθμός, σε σημείο που ήδη φαντάζεσαι τη μεταφορά του ντοκιμαντέρ σε ένα χολιγουντιανό δράμα (μπορεί και θρίλερ). Υπάρχουν πλάνα που μοιάζουν στημένα και επιτηδευμένα επικριτικά, για τους υποστηρικτές του πολέμου ή επαινετικά για μία σημαντική μερίδα των Ρώσων που δεν θέλει τον πόλεμο. Δεν είναι, άλλωστε, λίγοι αυτοί, που επικρίνουν τους δημιουργούς τού ντοκιμαντέρ, ότι φιλτράρουν το θέμα τους κατά το δοκούν, παραπέμποντας σε ένα «στρατευμένο» ντοκιμαντέρ του BBC.
Ως πρωταγωνιστής του φιλμ, ο Ταλαγκίν είναι φυσικός μπροστά στην κάμερα και συχνά σπαραχτικά ευάλωτος, ένας αντικομφορμιστής ήρωας, που, ωστόσο, λίγο μετά την αποστολή των φιλμ στο εξωτερικό, θα διαφύγει δακρυσμένος και ο ίδιος στην Πράγα.
Προβάλλονται ακόμη οι ταινίες:
Dolly («Dolly»): Αμερικάνικη ταινία τρόμου, που αντλεί την έμπνευσή της από τα σλάσερ της δεκαετίας του ‘70, γυρισμένη σε Super 16mm, αλλά πολύ γρήγορα μετατρέπεται σε ένα ακόμη κινηματογραφικό horror της σειράς, με τα κλισέ να κάνουν παρέλαση και το σενάριο που είναι γραμμένο στο γόνατο, να οδηγεί στα αναμενόμενα.
Μια νεαρή γυναίκα πέφτει θύμα απαγωγής και παρασύρεται βαθιά σε ένα απομονωμένο δάσος, όπου βρίσκεται στο έλεος μιας διαταραγμένης, τερατόμορφης κούκλας που θέλει να τη μεγαλώσει σαν να είναι το παιδί της.
Η σκηνοθεσία είναι του κάποτε υποσχόμενου, Ροντ Μπλάκχερστ, ενώ πρωταγωνιστούν οι Φαμπιάν Τερέζ, Μαξ δε Ιμπέιλερ, Ρας Τίλερ, Σον Γουίλιαμ Σκοτ κα.
Τρίχες Κατσαρές («Curly Burly»): Όχι, ο τίτλος δεν έχει απαραίτητα σχέση με το αποτέλεσμα αυτής της ταινίας κινουμένων σχεδίων και ζωντανής δράσης, από τη Δανία και τον Γιαν Ράμπεκ. Το κεφάτο ψηφιακό animation, που χλομιάζει ελαφρώς όταν μπαίνουν οι ηθοποιοί στην ιστορία του, θέλει ένα σκανδαλιάρικο τρολ, τον Ρούλη Κατσαρούλη, να βγαίνει από τα έγκατα της γης, όπου ζούσε ευτυχισμένος, για να δει τι γίνεται στην επιφάνεια και ακολουθούμενος από τη μικρή του αδελφή, να ζει μια μεγάλη περιπέτεια. Στην ταινία, που προβάλλεται μεταγλωττισμένη στα ελληνικά, παίζουν οι Καρλ Λόμπερ Ρόλιγκορντ, Ντάγμααρ Σελίντερ Νόρμπομ, Μίλε Λέφελντ κα.
*Με πληροφορίες του Χάρη Αναγνωστάκη (ΑΠΕ-ΜΠΕ)
- Η Ευρώπη έχει ένα μεγάλο πρόβλημα: Δε γνωρίζει πόσα καύσιμα της απομένουν
- Έφοδος σε διαμέρισμα-παράνομο γηροκομείο στους Αμπελόκηπους - Τέσσερις ηλικιωμένες ζούσαν σε άθλιες συνθήκες
- Βέροια: Ζευγάρι τα έκανε «γυαλιά-καρφιά» στα γραφεία της ΔΥΠΑ για καθυστέρηση πληρωμής
- Συγκλονιστικό βίντεο: Βρέφος πέφτει στις ράγες και ο πατέρας του το καλύπτει την ώρα που περνά το τρένο