Σινεμά|29.05.2026 14:55

Περπατώντας την Ιερά Οδό - Από τα Ελευσίνια Μυστήρια στα συνεργεία και τα μπουζουκομάγαζα

Άγγελος Γεραιουδάκης

Μετά τη διεθνή πρεμιέρα του στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, το ντοκιμαντέρ «Ιερά Οδός, 21 χλμ.» της Νικολέτας Παράσχη ξεκινά την πορεία του στις ελληνικές αίθουσες, με την πρόθεση να επανασυστήσει στο ελληνικό κοινό τα πολλαπλά πρόσωπα της πιο παλιάς Ιεράς Οδού του κόσμου.

Σε ύφος road movie, το ντοκιμαντέρ ξεδιπλώνει μια προσωπική ματιά της σκηνοθέτιδας πάνω στη σύγχρονη Ιερά Οδό, καθώς την ακολουθούμε σ' ένα οδοιπορικό από τον Κεραμεικό έως την Ελευσίνα. Για τους αρχαίους Μύστες, η διαδρομή αυτή ήταν μια πορεία τελετουργίας και μύησης που κορυφωνόταν στην αποκαλυπτική εμπειρία των Ελευσινίων Μυστηρίων. Σήμερα είναι ένας αδιάφορος αυτοκινητόδρομος, τον οποίο όλοι προσπερνάμε αλλά σπάνια τον «βλέπουμε». Άραγε υπάρχει ακόμη κάτι «Ιερό» εκτός από το όνομά του;

Η απάντηση αντανακλάται μέσα από τις σύντομες εξομολογήσεις των ανθρώπων που βιώνουν καθημερινά το δρόμο. Έμποροι, μικροπωλητές, οδηγοί νταλίκας, καλλιτέχνες, αρχαιολόγοι, επιστήμονες, ερευνητές, αγρότες, άνθρωποι όλων των ηλικιών, φύλων και κοινωνικών στρωμάτων συνθέτουν ένα μωσαϊκό μέσα στο οποίο όλοι, παρά τις διαφορές τους, μοιάζει να αναζητούν κάτι κοινό: μια εσωτερική ανάγκη για ισορροπία, θέση και νόημα σ' ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο. Την ίδια ανάγκη που συνειδητοποιεί στην πορεία της και η σκηνοθέτιδα ανακαλώντας βιώματα από την προσωπική της μνήμη.

Παρά το αντιφατικό και κατακερματισμένο τοπίο του δρόμου, ο οποίος μετασχηματίστηκε από την Ιερά Οδό της αρχαιότητας σε Εθνική Οδό - μέχρι την δεκαετία του '60 - και τελικά σε μια αστική οδό σήμερα, η διαδρομή επιμένει να φωτίζει τις πανανθρώπινες αγωνίες, κοινές και αναλλοίωτες στον χρόνο, τις οποίες στην πορεία τους οι διάφοροι πολιτισμοί φαίνεται να έχουν ξεχάσει.

Η Ιερά Οδός είναι ένας δρόμος που κουβαλά ιστορία, αλλά σήμερα πολλοί τη συνδέουν περισσότερο με νυχτερινά κέντρα, συνεργεία, βιομηχανίες ή απλώς με την κίνηση. Πώς νιώσατε βλέποντας έναν τόσο ιστορικό τόπο να έχει μετατραπεί σε κάτι τόσο διαφορετικό;

Αρχικά γνώριζα ελάχιστα για το παρελθόν αυτού του δρόμου. Γι' αυτό άνοιξα τα βιβλία κι έψαξα. Αυτά που βρήκα, πέρα απ’ τον σεβασμό, με γέμισαν με θαυμασμό και δέος. Όταν ξαναβγήκα στο δρόμο, η θλίψη που μου προκλήθηκε από την ιερόσυλη καταστροφή, απαλύνθηκε από τις συναντήσεις μου με τους ανθρώπους, οι οποίοι προσπαθώντας να επιβιώσουν μέσα σ’ αυτήν την ασχήμια, συνεχίζουν να κρατούν ψήγματα μνήμης κι ελπίδα.

Η σύγχρονη Ιερά Οδός είναι ένας δρόμος που οι περισσότεροι διασχίζουμε βιαστικά χωρίς να τον παρατηρούμε πραγματικά. Πιστεύετε ότι αυτό λέει κάτι γενικότερο και για τον τρόπο που ζούμε σήμερα;

Την προσπερνούμε βιαστικά κυρίως λόγω της άγνοιας μας για το τί ήτανε και τί σήμαινε. Κι ευτυχώς δηλαδή που την προσπερνούμε βιαστικά γιατί αν γνωρίζαμε και προσέχαμε, θα πληγώναμε τους εαυτούς μας πολύ περισσότερο.

Αν κάποιος νέος άνθρωπος έβλεπε την ταινία σας και αποφάσιζε μετά να περπατήσει μόνος την Ιερά Οδό, τι θα θέλατε να παρατηρήσει που ίσως μέχρι τώρα αγνοούσε;

Θα πρότεινα να την περπατήσει θέτοντας απλά ερωτήματα, π.χ.: γιατί το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο βρίσκεται στην Ιερά Οδό; Γιατί στη στάση του Μετρό η ταμπέλα γράφει Ελαιώνας; Γιατί τα κρατικά ψυχιατρεία βρίσκονται στο Δαφνί;

Μέσα στην ταινία υπάρχει έντονα η αίσθηση της μοναξιάς, ακόμη κι όταν βλέπουμε ανθρώπους να κινούνται συνεχώς γύρω μας. Θεωρείτε ότι οι πόλεις σήμερα μάς φέρνουν πιο κοντά ή τελικά μας απομονώνουν περισσότερο;

Προφανώς, οι σύγχρονες υπερπόλεις μοιραία εντείνουν το αίσθημα της σύγχρονής μας μοναξιάς.

Πολλές περιοχές της χώρας αλλάζουν ραγδαία λόγω του τουρισμού, των Airbnb και της «εύκολης» ανάπτυξης. Πιστεύετε ότι η Αθήνα σήμερα θυμάται πραγματικά τον εαυτό της ή απλώς προχωρά χωρίς να κοιτά πίσω;

Εδώ τίθεται το ερώτημα για ποιά Αθήνα μιλάμε, αυτήν του 5ου αιώνα ή των τελευταίων διακοσίων ετών; Στην πραγματικότητα ήδη χάσαμε και ξεχάσαμε την Αθήνα του ΄50 του ΄60 με τις αυλές και τους μικρούς της κήπους. Η ανάγκη να χωρέσουμε βιαστικά πολύ περισσότερους στον ελάχιστο χώρο, μεταμόρφωσε την πόλη σ’ έναν οικισμό χωρίς ταυτότητα, ενώ το εκπαιδευτικό μας σύστημα αναζητώντας ματαίως μεγαλύτερη παραγωγικότητα, μας απομακρύνει σταδιακά από τις μνήμες και τις ρίζες μας.

Η ταινία αποφεύγει τον διδακτισμό και λειτουργεί περισσότερο ως μια περιπλάνηση. Σας ενδιέφερε περισσότερο να δώσετε απαντήσεις ή να αφήσετε τον θεατή να χαθεί μέσα στα δικά του ερωτήματα;

Στην πραγματικότητα η εμπειρία μου ήταν όντως μια περιπλάνηση και αναζήτηση για μια γνώση που δεν κατείχα, γι’ αυτό και το θέμα της γνώσης τίθεται ως ερώτημα από την αρχή της ταινίας. Συνεπώς βγήκα στον δρόμο όχι ως κάποιος που γνωρίζει αλλά ως κάποιος που ψάχνει να μάθει. Προφανώς μέσα απ’ αυτήν την «περιπέτεια» έφτασα προσωπικά σε μια κάποια καλύτερη κατανόηση και βρήκα απαντήσεις σε ερωτήματα που διαρκώς προέκυπταν, τα οποία εν συνεχεία προσπάθησα να θέσω με πλάγιο τρόπο στον θεατή, ώστε να ενεργοποιηθεί η προσοχή του και να προβεί σε μια δική του αναζήτηση.

Πώς βλέπετε τη σημερινή παραγωγή ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα συνολικά; Υπάρχει δημιουργική άνθηση ή παρατηρείτε μια επανάληψη θεμάτων και ύφους;

Καταρχάς έχουμε ακόμη πληθώρα θεμάτων και μια πολυποίκιλη ενδιαφέρουσα ελληνική πραγματικότητα που οφείλουμε να συνεχίσουμε να καταγράφουμε. Εν τω μεταξύ διαθέτουμε ντοκιμαντερίστες με μεράκι, ταλέντο και θέληση, εξειδικευμένοι στη μεθοδολογία και στα διαφορετικά φορμά, δυνάμενοι να εξυπηρετήσουν όλες τις κατηγορίες του ντοκιμαντέρ. Αναφορικά μάλιστα με το ιστορικό και πολιτισμικό ντοκιμαντέρ, το συνδρομητικό κανάλι του Cosmote History την προηγούμενη δεκαετία έχει καταφέρει να κάνει σημαντική δουλειά ως προς την παραγωγή τους – αρκετά λιγότερη το κρατικό κανάλι και καθόλου τα υπόλοιπα.

Αντίθετα με το κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ, ανθρωπολογικό και κοινωνιολογικό, η παραγωγή δυσκολεύει λόγω ελλιπούς χρηματοδότησης. Αλλά και όταν ακόμη καταφέρνει η ταινία να ολοκληρωθεί, δύσκολα βρίσκει διανομή. Συνεπώς θεματολογία και δημιουργοί υπάρχουν, αλλά οι δυνατότητες για ν’ ανθίσει το συγκεκριμένο είδος είναι ακόμη περιορισμένες.

Πόσο καθοριστικός είναι σήμερα ο ρόλος του ΕΚΚΟΜΕΔ στη δυνατότητα να γυριστούν ανεξάρτητα ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα; Νιώθετε ότι στηρίζει ουσιαστικά το είδος ή ότι υπάρχουν ακόμη κενά;

Το ΕΚΚΟΜΕΔ είναι ουσιαστικά μία από τις τρεις σταθερές πηγές που ενισχύουν το ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα, οπότε ο ρόλος της είναι καθοριστικός. Από εκεί και πέρα, είναι σημαντικό να αναγνωριστεί ότι το ντοκιμαντέρ ως είδος έχει διαφορετικές ανάγκες από τις ταινίες μυθοπλασίας, τόσο στο στάδιο της έρευνας και του development όσο και στο στάδιο της μεταπαραγωγής. Εύλογα, είναι σημαντικό να δημιουργηθεί ένα ξεχωριστό χρηματοδοτικό πρόγραμμα για το κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ το οποίο να λαμβάνει υπ' όψη του αυτές τις ιδιαίτερες ανάγκες. Από την πλευρά μας, η Ένωση Ελληνικού Ντοκιμαντέρ έχει καταθέσει σχετική πρόταση προς το ΕΚΚΟΜΕΔ και ελπίζουμε οτι θα γίνει αποδεκτή.

Στην ελληνική τηλεόραση, τα μεγάλα κανάλια σπάνια εντάσσουν ντοκιμαντέρ στο πρόγραμμά τους. Πού πιστεύετε ότι οφείλεται αυτή η απουσία; Είναι θέμα κουλτούρας, κόστους ή εμπιστοσύνης στο κοινό;

Για τα μεγάλα ιδιωτικά κανάλια, εκτιμώ ότι είναι θέμα βούλησης και εμπορικότητας. Η όποια εμπλοκή τους με το είδος προσανατολίζεται περισσότερο στη δημιουργία ενημερωτικών εκπομπών, με την χρήση συνεντεύξεων και κάποιου παρουσιαστή, τις οποίες νοούν και ονοματίζουν ντοκιμαντέρ. Στην ουσία του όμως, το ντοκιμαντέρ αφορά την καταγραφή της πραγματικής ζωής, της ανθρώπινης κατάστασης και της κοινωνίας μέσα από την παρατήρηση του κινηματογραφιστή. Αυτό το είδος λοιπόν δεν το εκτιμούν αρκετά στον τηλεοπτικό χώρο, πιστεύοντας μάλιστα ότι αφορά μια μικρή μερίδα του κοινού.

Από την άλλη, τίθεται ένα θέμα εκπαίδευσης του κοινού το οποίο αν δεν το εκθέσεις σε κάτι διαφορετικό, δεν θα μάθει ούτε να το βλέπει, ούτε να τ΄ αναζητά. Γι΄ αυτό λοιπόν ο ρόλος της ΕΡΤ είναι κομβικός, η οποία ως δημόσιο κανάλι οφείλει και πρέπει να δώσει στο είδος περισσότερο χώρο - κι ως επί το πλείστο μπορεί.

Ιερά ΟδόςντοκιμαντέρAirbnbδρόμος