Πολιτισμός|09.01.2026 07:55

Χρήστος Πολίτης: Η Κρήτη των παιδικών του χρόνων, η επιτυχία στην Επίδαυρο και η «Λάμψη» που έκρυβε μυστικά

Άγγελος Γεραιουδάκης

Βαρύ πένθος προκάλεσε η είδηση του θανάτου του Χρήστου Πολίτη, ο οποίος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 83 ετών. Ο αγαπημένος ηθοποιός άφησε πίσω του μια μακρά και σημαντική πορεία στον κινηματογράφο, το θέατρο και την τηλεόραση, με τον ρόλο του «Γιάγκου Δράκου» στη θρυλική καθημερινή σειρά «Λάμψη» να τον καθιερώνει στη συνείδηση του τηλεοπτικού κοινού.

Η δυσάρεστη είδηση έγινε γνωστή μέσα από ανάρτηση του συγγραφέα Μάνου Λαμπράκη στον προσωπικό του λογαριασμό στο Facebook. Τα τελευταία χρόνια ο Χρήστος Πολίτης είχε αποτραβηχτεί πλήρως από τα καλλιτεχνικά δρώμενα και, σύμφωνα με πληροφορίες, ζούσε απομονωμένος στο σπίτι του, στο Πόρτο Ράφτη, μακριά από τη δημοσιότητα.

Ο δημοφιλής πρωταγωνιστής φέρεται να είχε πικραθεί από συμπεριφορές ανθρώπων του καλλιτεχνικού χώρου, θεωρώντας πως δεν εισέπραξε τον σεβασμό που του αναλογούσε. Έτσι, πήρε την απόφαση να απομακρυνθεί από την Αθήνα και να αναζητήσει την ηρεμία, αποκόπτοντας από τη ζωή του ό,τι ο ίδιος έκρινε «τοξικό». Η τελευταία του δημόσια εμφάνιση ήταν το καλοκαίρι του 2023, στην Απονομή των Βραβείων Ίρις, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, ενώ επανεμφανίστηκε στον κινηματογράφο, έπειτα από πολλές δεκαετίες αποχής, συμμετέχοντας στην ταινία «Broadway» του Χρήστου Μασσαλά.

«Επληττα στην Κρήτη»

Γεννημένος στο Ηράκλειο, σε μια πόλη με έντονο χαρακτήρα, ο Χρήστος Πολίτης διάβηκε τα πρώτα του χρόνια ανάμεσα σε φαγητά με μέλι και θυμάρι, παραδόσεις ζωντανές, άγρια ομορφιά τοπίου και βλέμματα ανθρώπων που συνδύαζαν περηφάνια, τρυφερότητα και φιλοξενία.

Ως παιδί υπήρξε παρατηρητής, με ματιά που ήδη έψαχνε να συλλάβει τη λεπτομέρεια και την ανθρώπινη ψυχή. Περιέγραφε τον εαυτό του ως έναν έφηβο με ασυνήθιστη μορφή και φωνή, κάτι που ενίσχυσε την εσωτερική του αναζήτηση και τη φαντασία του. Σε ηλικία περίπου δεκαέξι ετών, η εικόνα του άλλαξε ραγδαία και ο νεαρός Κρητικός άρχισε να τραβά τα βλέμματα της πόλης, γεγονός που τον ενθάρρυνε ν' αντικρίσει τον κόσμο με νέα διάθεση.

Κάπου ανάμεσα στις σχολικές αίθουσες και τις πλατείες του Ηρακλείου, γεννήθηκε και η επιθυμία του να φύγει μακριά. Η Αθήνα παρουσιαζόταν σαν μια πύλη σε άλλους κόσμους, με σπουδές, τέχνες, ανθρώπους που οραματίζονταν μια ζωή πέρα από τα στενά όρια μιας επαρχίας. Μια πρόσκληση φίλου τον ώθησε να σκεφτεί την υποκριτική

Η απόφαση να ταξιδέψει προκάλεσε αναταράξεις στην οικογένεια. «Δηλαδή θα πας να γίνεις αλήτης, μου λέει ο πατέρας μου». Η Κρήτη παρέμενε τόπος με ισχυρούς δεσμούς και δομές. Ο πατέρας εξέφρασε σκεπτικισμό για την πορεία του, η αδερφή λειτούργησε ως σύμμαχος. Εκείνη ανέλαβε να εγγυηθεί για τον αδερφό της μέσα σε μια κοινωνία που έβλεπε την υποκριτική με «μισό μάτι». 

Το πρώτο ταξίδι προς την πρωτεύουσα υπήρξε γεμάτο περιέργεια. Η Αθήνα τον υποδέχθηκε όπως υποδέχεται κάθε νέο που φτάνει από την επαρχία. Με απόσταση, με λαβύρινθους, με ρυθμούς που απαιτούν αντοχή. Εκείνος περιηγήθηκε στους δρόμους με καρδιά που χτυπούσε γρήγορα, έψαξε πρόσωπα, έψαξε τρόπους να ριζώσει. Η πρώτη περίοδος στην πόλη τον οδήγησε πάλι στο Ηράκλειο για λίγο, έπειτα ξανά στην Αθήνα. Μια διαρκής παλινδρόμηση μέσα σε μια εποχή όπου ο νεαρός Χρήστος ζύγιζε την ανάγκη για ανεξαρτησία με τη μνήμη του τόπου που τον είχε θρέψει.

Στο τέλος εκείνων των πρώτων χρόνων είχε ήδη σχηματιστεί μια προσωπικότητα με έντονη αίσθηση του εαυτού, απόλυτη αφοσίωση στις επιλογές της και έναν εσωτερικό ρυθμό που αργότερα θα συναντούσε το θέατρο. Οι σπόροι είχαν πέσει σε γη γόνιμη και το μέλλον περίμενε ήδη στην άκρη της σκηνής.

Το Εθνικό Θέατρο και αργότερα η Επίδαυρος

Η επόμενη φάση ξεκινά με την είσοδο στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. «Μια μέρα μπαίνει ένας στυφός και περίεργος κύριος. Κύριε Μινωτή, να σας γνωρίσω ένα νεαρό κρητικό που θέλει να γίνει ηθοποιός, του λέει αυτός που ήταν στην υποδοχή». Στους διαδρόμους του κτιρίου ο Χρήστος δεν βρήκε απλώς μαθήματα και δασκάλους, αλλά έναν νέο τρόπο ν' αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο, την κίνηση της σκέψης, το σώμα, την αντίσταση, την ψυχική μνήμη.

Η σχολή είχε τις δικές της δυσκολίες. Ήταν μια κλειστή κοινωνία, με απαιτήσεις που ξεπερνούσαν τις συμβατικές. Ένας κόσμος που ζητούσε από τους νέους ηθοποιούς ν' αποκαλύψουν τις αλήθειες τους, να εκτεθούν, να σκάψουν μέσα τους για να βρουν υλικό. Αυτό για τον Χρήστο Πολίτη ήταν ένα είδος προσωπικής απελευθέρωσης. Ανάμεσα στις ασκήσεις κίνησης, τις αναγνώσεις κειμένων και τις πρόβες, άρχισε ν' αντιλαμβάνεται ότι η υποκριτική δεν ήταν παιχνίδι μίμησης αλλά σπουδή πάνω στο ανθρώπινο. «Το θέατρο δεν είναι ούτε καριέρα, ούτε επάγγελμα. Είναι τέχνη. Κι αυτή την τέχνη πρέπει να την κρατάμε ψηλά, όχι να την κατεβάζουμε, προσαρμόζοντάς την στο κακώς εννοούμενο επίπεδο του κοινού».

Οι πρώτες του εμφανίσεις στη σκηνή δεν απασχόλησαν τον Τύπο, αλλά σημάδεψαν τον ίδιο. «Όταν πρωτόβγηκα στο θέατρο, έπαιξα Σέξπιρ σ' ένα θέατρο που υπήρχε στην αρχή της Σταδίου, αλλά δεν πληρώθηκα ποτέ. Για μένα τότε σημασία δεν είχε να πληρωθώ αλλά να παίξω και ενδεχομένως έτσι να ξεκινήσω μια καλή πορεία. Αυτό συμβαίνει ακόμη και σήμερα».

Από εκεί και έπειτα ακολούθησαν έργα, συνεργασίες, πρόβες σε υπόγεια και πρόβες σε κεντρικές σκηνές. Άνθρωποι που άφησαν ίχνη πάνω του. Σκηνοθέτες που του έμαθαν να μετρά το βάρος μιας παύσης, συμπρωταγωνιστές που τον δίδαξαν την αξία της γενναιοδωρίας στη σκηνή, ομάδες που του έδειξαν ότι το θέατρο δεν χρειάζεται μεγαλείο για να έχει δύναμη. Μεγάλη καμπή στην καλλιτεχνική πορεία του Χρήστου Πολίτη θα αποτελούσε η εμφάνισή του, στην Επίδαυρο, το 1972. «Δεν πανηγύρισα ούτε όταν έπαιξα τον Ορέστη. Ήμουν μόνο ευτυχής. Στην Επίδαυρο, μετά την παράσταση, μια κυρία ήλθε στο καμαρίνι και με ρώτησε "τι νοιώθετε κύριε Πολίτη τώρα;". Απήντησα "κουρασμένος" και την είδα να εκπλήσσεται».

Κάπου εκεί άνοιξε και η πόρτα της τηλεόρασης. Ήρθε αναπάντεχα, χωρίς εκείνος να το επιδιώκει ιδιαίτερα. Το μέσο της τηλεόρασης ήταν διαφορετικό. Πιο γρήγορο, πιο απαιτητικό στην οικονομία των συναισθημάτων. Εκεί έμαθε ότι πράγματα που στο θέατρο χρειάζονται ώρες και ημέρες, στην κάμερα συμπυκνώνονται σε δευτερόλεπτα.

Η αναγνωρισιμότητα τον βρήκε σε μία πολύ καλή περίοδο της ζωής του. Πρόσωπα στον δρόμο, μικρές κουβέντες στα καφέ, βλέμματα που έδειχναν ότι κάποιος κάπου τον είχε αναγνωρίσει από μια οθόνη. Εκείνος έμεινε σχεδόν αμήχανα ευγενικός απέναντι σε αυτό το φαινόμενο, ποτέ δεν το είδε σαν καταξίωση αλλά σαν μια συνέπεια του επαγγέλματος.

Παρά τις νέες συνθήκες, η καρδιά του παρέμενε στο θέατρο. Το σανίδι απαιτούσε άλλον ρυθμό, άλλη προσοχή, άλλη ηθική. Και εκείνος είχε την πειθαρχία να το υπηρετήσει. Τα πρώτα επαγγελματικά χρόνια χτίστηκαν πάνω σε εκείνη την αθέατη πλευρά της δουλειάς: πρόβες που ξεκινούσαν με φως και τελείωναν με νύχτα, μικρούς μισθούς, μεγάλα πάθη, πίκρες που έρχονταν μαζί με τις επιτυχίες.

Ο «Γιάγκος Δράκος» της «Λάμψης»

Στην Αθήνα των ‘90s, όπου η τηλεόραση γινόταν ολοένα και πιο κυρίαρχο μέσο, η «Λάμψη» του Νίκου Φώσκολου ήρθε να δημιουργήσει έναν παράλληλο κόσμο που κράτησε χρόνια, με χαρακτήρες που έμοιαζαν να ζουν δίπλα στους θεατές. Ήταν η πρώτη φορά που μια καθημερινή σειρά έκανε τους ανθρώπους να προγραμματίζουν τη μέρα τους με βάση την ώρα προβολής, που οι δρόμοι άδειαζαν για λίγα λεπτά και που οι ηθοποιοί έγιναν μέλη της καθημερινότητας των οικογενειών.

Εκεί υποδύθηκε τον Γιάγκο Δράκο, ο οποίος ήταν ένας από τους πιο δυνατούς, πολύπλευρους και αναγνωρίσιμους χαρακτήρες της ελληνικής τηλεόρασης. Ενας μεγαλοαστός επιχειρηματίας με έντονη προσωπικότητα, που συνδύαζε εξουσία, πάθος και μια εσωτερική αναζήτηση. Ο Γιάγκος ήταν η προσωποποίηση των συγκρούσεων ανάμεσα στο καθήκον και το συναίσθημα, στο συμφέρον και στην αγάπη. «Χρόνια μετά σε μια δεξίωση ο ίδιος ο Κυριακού μου αποκάλυψε ότι η Αλίκη Βουγιουκλάκη πρότεινε να παίξω εγώ το ρόλο του Γιάγκου. Κάπως προτάθηκε και η Κάτια Δανδουλάκη. Άρα εμείς ήμασταν "φορετοί" στη "Λάμψη" και έπρεπε να μας αποδεχθεί ο Φώσκολος. Ο οποίος δεν με συμπάθησε ποτέ».

Όταν ανέλαβε τη «Λάμψη», ο Χρήστος Πολίτης βρισκόταν σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, αφού όλα τα έσοδα του Απλού Θεάτρου, όπου ανέβαζε ποιοτικά έργα, είχαν εξανεμιστεί. Αν και θεωρούνταν ήδη γνωστός πρωταγωνιστής, αναγκαζόταν να ζητάει από τη μητέρα του χρήματα για τσιγάρα και βενζίνη. Το κοινό τον αγάπησε γιατί η ερμηνεία του, τον έκανε αληθινό, ανθρώπινο και ταυτόχρονα μυστηριώδη, ενώ η χημεία του με τη Βίρνα Δράκου, που υποδύθηκε η Κάτια Δανδουλάκη, δημιούργησε ένα από τα πιο εμβληματικά ζευγάρια της ελληνικής τηλεόρασης. Ερχόμενη από τον χώρο του θεάτρου με χρόνια εμπειρίας, με υψηλό δείκτη επαγγελματισμού και με ένα είδος ήρεμης αυθεντίας, η Κάτια Δανδουλάκη λειτουργούσε σαν σταθερός πόλος στη διαδικασία των γυρισμάτων.

Η συνεργασία τους δεν βασίστηκε μόνο στη σκηνική συμβατότητα αλλά και σε μια κοινή κατανόηση για το τι σημαίνει «καλή δουλειά». Υπήρχε ανάμεσά τους ένας αμοιβαίος σεβασμός που δεν χρειαζόταν πολλά λόγια. Σε στιγμές που ο ρυθμός των γυρισμάτων πίεζε τους πάντες, εκείνη λειτουργούσε με τρόπο που κρατούσε την παραγωγή ενωμένη. Μεθοδική, συγκροτημένη, χωρίς εκρήξεις. Αυτό έδινε χώρο στους συμπρωταγωνιστές της ν' αναπνεύσουν και να δημιουργήσουν.

«Μια μέρα, όμως, με πιάσανε αγκαζέ ο Κυριακού από τη μία, ο Φώσκολος από την άλλη. Μου λένε με σταθερό βλέμμα: "Η Δανδουλάκη φεύγει. Εσύ κρατάς τη σημαία". Και τότε ο Φώσκολος, με εκείνη την ασυμβίβαστη αποφασιστικότητα, προσθέτει: "Ακόμη κι όταν πεθάνω, έχω σενάρια στο συρτάρι μου για τριάντα χρόνια. Αν φύγεις εσύ, η "Λάμψη" θα κατεβάσει ρολά. Σε σένα στηριζόμαστε". Ήταν το ’96. Έμεινα μέχρι το 2005. Η Δανδουλάκη έφυγε το ’98». 

Φτάνουμε στο 2023 που οι δύο άλλοτε πρωταγωνιστές ήρθαν ξανά στο προσκήνιο και γίνονται κεντρικά πρόσωπα σε μία άνευ προηγουμένου κόντρα που κανείς δεν περίμενε πως θα ξεσπάσει. «Πέρασα πάρα πολύ ωραία με τον Χρήστο κι ήμασταν φίλοι. Δεν θέλει να μιλώ για αυτόν γιατί με μισεί».

Η θέση του ανθρώπου απέναντι στην ελευθερία

Στο τέλος μιας διαδρομής —ή έστω στο σημείο όπου κάποιος κοιτά πίσω— αυτό που μένει δεν είναι οι τίτλοι, τα προγράμματα, οι αφίσες ή οι συνεντεύξεις. Αυτό που μένει είναι το αποτύπωμα στις ζωές των άλλων. Ο Χρήστος Πολίτης, είτε πάνω στη σκηνή, είτε μπροστά στην κάμερα, είτε μέσα σε μια πολιτική αίθουσα, λειτούργησε με μια βασική αρχή. Να μην προδώσει ποτέ τον άνθρωπο.

Αυτή η αρχή εκφράστηκε και στις κοινωνικές του τοποθετήσεις — ιδιαίτερα όταν μιλούσε για ελευθερία, για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, για τον θεσμό της οικογένειας σ' έναν κόσμο που αλλάζει. Πίστευε ότι η κοινωνία οφείλει να προχωρά με βάση την αξιοπρέπεια και όχι τον φόβο. Ότι το ν' αγαπάς κάποιον δεν είναι προνόμιο, αλλά θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα.

Έλεγε συχνά —και το πίστευε πραγματικά— ότι «οι άνθρωποι δεν χωρίζονται σε κατηγορίες, χωρίζονται μόνο σε αυτούς που σέβονται και σε αυτούς που προσβάλλουν». Για εκείνον, η ιδέα ότι ένα ζευγάρι ομοφυλοφίλων δεν μπορεί ν' αγαπήσει, να δημιουργήσει οικογένεια ή να προστατευθεί νομικά, ήταν δείγμα κοινωνικής καθυστέρησης και όχι «παράδοσης».

Τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπων δεν ήταν για εκείνον «ζήτημα μόδας» ούτε πεδίο πολιτικής εκμετάλλευσης. Ήταν ζήτημα δικαιοσύνης. Γι’ αυτό και υποστήριζε ότι ο πολιτισμός μιας χώρας δεν μετριέται από τα μουσεία της αλλά από το πώς προστατεύει τους πιο ευάλωτους.

Αυτό το ίδιο πνεύμα τον έκανε να στηρίξει δημόσια τον πολιτικό γάμο για τα ομοφυλόφιλα ζευγάρια, το δικαίωμα στη συνύπαρξη, στην ορατότητα, στην αξιοπρέπεια. Δεν τον ενδιέφερε η σύγκρουση με τις συντηρητικές φωνές, τον ενδιέφερε η υπεράσπιση του ουσιαστικού. Η ελευθερία δεν διαπραγματεύεται, δεν μετριέται, δεν δίνεται «υπό όρους».

Αν υπάρχει κάτι που μπορεί να χαρακτηριστεί ως «υστεροφημία» του, αυτό ίσως δεν είναι ο ρόλος που αγάπησε ο κόσμος ή η παράσταση που βραβεύτηκε. Είναι η συνέπεια με την οποία στάθηκε απέναντι στον άλλον. Στον ηθοποιό, στον θεατή, στον πολίτη, στον άνθρωπο. «Με ποιο δικαίωμα θα ορίσετε εσείς το σώμα ενός ανθρώπου; Κάποτε ένας πάπας, τον οποίο μάλιστα αγιοποίησαν μετά, όταν θέριζε το AIDS στην Αφρική, είχε απαγορέψει το προφυλακτικό».

Κάποτε είχε ειπωθεί για εκείνον —όχι μπροστά του, αλλά από ανθρώπους που τον γνώριζαν— ότι «δεν διεκδίκησε πρωτοσέλιδα». Κι ίσως αυτό να είναι το καλύτερο κλείσιμο. Γιατί στο τέλος, αυτό που μένει δεν είναι το φαίνεσθαι, αλλά το ίχνος που αφήνει ένας άνθρωπος στον κόσμο που τον περιέβαλε. Και το ίχνος του Χρήστου Πολίτη ήταν καθαρό, συνεπές και βαθιά ανθρώπινο. «Ολόκληρη η ζωή μου, από τα πρώτα παιδικά χρόνια στην Κρήτη και αργότερα, υπήρξε μια ζωή γεμάτη ανέχεια, που με ανάγκασε να στηρίζομαι στις δικές μου δυνάμεις από τα πρώτα κιόλας βήματα. Δεν είναι υπερβολή να πω πως έτσι διδάχτηκα να είμαι δυνατός. Και μπορώ να καυχιέμαι ότι ό,τι πέτυχα, το πέτυχα μόνος μου».

*Με πληροφορίες από παλιότερες συνεντεύξεις του Χρήστου Πολίτη (Φαντάζιο, News247)

ΚρήτηΛάμψηΝίκος ΦώσκολοςηθοποιόςΚάτια ΔανδουλάκηΧρήστος Πολίτης