Πολιτισμός|28.01.2026 14:59

Ντίνος Αλβανός: «Από την Άφυτο στο Λος Άντζελες, μία κιθάρα δρόμος»

Newsroom

Μπορεί το ζήτημα της δημιουργικής εξωστρέφειας και της εξαγωγής του εγχώριου καλλιτεχνικού προϊόντος να μην έχει λυθεί, αλλά η εξαγωγή ταλέντων είναι σίγουρα ένα έντονο και τακτικό φαινόμενο στη χώρα μας. Ένα από αυτά τα σπάνια ταλέντα που έφυγαν στο εξωτερικό στην αναζήτηση μια διεθνούς καριέρας, είναι ο Ντίνος Αλβανός.

Ο Ντίνος γεννήθηκε το 2000 στην Άφυτο, ένα μικρό γραφικό χωριό στο πρώτο πόδι της Χαλκιδικής, μόλις χιλίων κατοίκων. Ένας τόπος που φημίζεται για την καλλιτεχνική φύση των κατοίκων του. Μουσικοί, ηθοποιοί, ζωγράφοι, ποιητές, χορευτές, γλύπτες, σπουδαίοι σεφ και τώρα ένας ακόμα ταλαντούχος μουσικός και συνθέτης που ζει στην Αμερική.

Τι ρόλο παίζει η Ελλάδα στον χαρακτήρα σου, στο καλλιτεχνικό σου αποτύπωμα, στον προσωπικό σου ήχο αλλά και στον τρόπο με τον οποίο σε αντιμετωπίζουν οι συνεργάτες σου στο εξωτερικό;

Μεγαλώνοντας στην Άφυτο, έμαθα από μικρός να είμαι ο εαυτός μου, να μην κρύβομαι. Και αυτό ακριβώς έκανα από την πρώτη κιόλας μέρα στην Αμερική. Μπορεί να ακουστεί κλισέ, αλλά δεν είχα συνειδητοποιήσει το αποτύπωμα που έχει η Ελλάδα διεθνώς.

Ο Ντίνος ήταν μόλις έξι ετών όταν κάθισε για πρώτη φορά μπροστά σε ένα πιάνο, στις αίθουσες του Δημοτικού Ωδείου Κασσάνδρας. Ο έρωτάς του όμως με την ηλεκτρική κιθάρα ήταν ο καθοριστικός παράγοντας για να αποφασίσει πως η μουσική θα είναι ο δρόμος του.

Η μουσική ξεκίνησε ως χόμπι. Έπαιζα συνέχεια, κάθε στιγμή, και ήθελα διαρκώς να ανακαλύπτω νέους ήχους. Μια μέρα άκουσα τον πιο ιδιαίτερο metal ήχο που είχα ακούσει ποτέ, από τους Septic Flesh, ένα ιδανικό παράδειγμα του συνδυασμού metal και συμφωνικής μουσικής. Εκείνη τη στιγμή αποφάσισα πως αυτό θέλω να κάνω: να δημιουργώ, να συνεργάζομαι με άλλους ανθρώπους και να φτιάχνουμε τέτοια κομμάτια.

Στο Berklee είδα μουσικούς από κάθε γωνιά του κόσμου να παίζουν παραδοσιακά, ακόμη και ρεμπέτικα, και ουσιαστικά τα ανακάλυψα ξανά μαζί τους. Αυτό με έκανε να νιώσω ακόμη πιο άνετα με την καλλιτεχνική μου έκφραση και, φυσικά, περήφανος για την καταγωγή μου.

Όσο για τη διεθνή καριέρα, πιστεύω ότι μπορείς να την κυνηγήσεις από πολλά σημεία του πλανήτη, αρκεί να το θέλεις πραγματικά. Το Λος Άντζελες, πέρα από τις ευκαιρίες που προσφέρει, το επέλεξα γιατί μου αρέσει ως πόλη. Είναι ένα πολύ ξεχωριστό συναίσθημα να ζεις και να δημιουργείς εδώ.

Το Ωδείο Κασσάνδρας ήταν μόνο η αρχή στο ταξίδι του Ντίνου στον κόσμο της μουσικής. Επόμενος σταθμός το Ωδείο του Νάκα στη Θεσσαλονίκη, όπου πήρε τα απαραίτητα εφόδια για το μέλλον, για να γίνει τελικά δεκτός στο Berklee της Βοστώνης, ένα από τα πιο σημαντικά Μουσικά Πανεπιστήμια του κόσμου, και μάλιστα με υποτροφία. Εκεί σπούδασε Film Scoring με εξειδίκευση ως μαέστρος.

Από την Άφυτο Χαλκιδικής στο Ωδείο του Νάκα στη Θεσσαλονίκη και από εκεί στο φημισμένο Berklee της Βοστόνης. Πόσο σημαντικές είναι οι σπουδές για έναν νέο καλλιτέχνη; Και τι ρόλο έπαιξαν οι δάσκαλοί σου στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς σου;

Στο ωδείο ξεκίνησα με πιάνο και θεωρία. Ήμουν τυχερός, γιατί οι καθηγητές μου μού έδωσαν από πολύ νωρίς την ευκαιρία να αναμετρηθώ με απαιτητικά έργα. Σύντομα άρχισα να μαθαίνω και δεύτερο όργανο, το μπουζούκι, μέχρι που ο καθηγητής μου στο πιάνο, ο Αντώνης Καρακώστας, ανακάλυψε ότι μάθαινα μόνος μου ηλεκτρική κιθάρα. Ήταν εκείνος που με παρότρυνε να ασχοληθώ σοβαρά με αυτή.

Στο Ωδείο του Νάκα, στη Θεσσαλονίκ, ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με κάτι εντελώς διαφορετικό: τη jazz και τη μοντέρνα μουσική. Εκεί άλλαξε ριζικά ο τρόπος που σκεφτόμουν και έπαιζα. Πήρα μια πρώτη, μικρή αλλά καθοριστική γεύση του πόσο πολύπλευρη μπορεί να είναι η μουσική. Αυτό με οδήγησε να εμβαθύνω περισσότερο στη θεωρία, μελετώντας Αντίστιξη. Τα χρόνια του Λυκείου ήταν μια περίοδος έντονης ανακάλυψης, όχι μόνο της μουσικής, αλλά και του εαυτού μου. Είχα αφοσιωθεί ολοκληρωτικά και ένιωθα μια τεράστια ελευθερία. Άρχισα να συνθέτω, να διαμορφώνω τη μουσική μου αισθητική και το προσωπικό μου στυλ ερμηνείας· ουσιαστικά, τον χαρακτήρα μου ως καλλιτέχνης.

Όταν έφτασα στη Βοστώνη και το Berklee, αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο ήταν το ταλέντο που υπήρχε παντού γύρω μου. Για κάποιον που μεγάλωσε σε έναν μικρό τόπο, ήταν σχεδόν εξωπραγματικό να βλέπω τόσους σπουδαίους μουσικούς συγκεντρωμένους σε ένα μέρος. Το αντιμετώπισα, όμως, ως κάτι απολύτως θετικό. «Σκέψου πόσα νέα πράγματα και πόσες προκλήσεις σε περιμένουν εδώ», έλεγα στον εαυτό μου.

Στο Berklee είχα την τύχη να παρακολουθήσω μαθήματα και διαλέξεις από μουσικούς παγκόσμιου βεληνεκούς, όπως ο βραβευμένος με Grammy Claudio Ragazzi, οι Tim Miller, Sheldon Mirowitz, Apostolos Paraskevas, Joe Stump, Julius Williams, George Oldziey (συνεργάτης των Quentin Tarantino και Robert Rodriguez), Alan Silvestri, Danilo Perez, Harry Gregson-Williams και πολλούς ακόμη.

Η ποσότητα γνώσης που δεχόμουν καθημερινά ήταν ανεξάντλητη. Μαθαίνοντας από τέτοιους ανθρώπους, το πιο σημαντικό δεν είναι μόνο η πληροφορία, αλλά ο τρόπος σκέψης τους, αυτό που τους οδήγησε τόσο ψηλά. Ως «παιδί του ωδείου» από μικρός, θεωρώ πως οι σπουδές είναι εξαιρετικά σημαντικές, αν και δεν έχω πειστεί απόλυτα ότι είναι απαραίτητες. Είναι σίγουρα πολύτιμες για όποιον αγαπά τη μουσική και θέλει να τη μελετά σε βάθος. Είναι εξίσου σημαντικό επίσης να γνωρίσει ανθρώπους με το ίδιο πάθος και να εμπνευστεί από αυτούς. Δεν πιστεύω, όμως, ότι οι σπουδές είναι προϋπόθεση για να γίνει κάποιος επιτυχημένος καλλιτέχνης.

Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του με επαίνους, αποφάσισε να κάνει το μεγάλο βήμα και να μετακομίσει στο Λος Άντζελες, για να εργαστεί ως μουσικός και συνθέτης. Μέσα σε πολύ μικρό διάστημα, κατάφερε να συνεργαστεί με πολύ σημαντικούς καλλιτέχνες, σε μεγάλα και διεθνή project, βάζοντας το δικό του λιθαράκι σε κάθε ένα από αυτά.

Ποιες συνεργασίες θα ξεχώριζες; Νιώθεις ότι μπήκες κατευθείαν στα βαθιά; Και πώς το διαχειρίστηκες;

Δεν διστάζω ποτέ να αρπάζω τις ευκαιρίες που μου δίνονται. Για κάθε project στο οποίο έχω συμμετάσχει τα τελευταία τρία χρόνια νιώθω βαθιά ευγνωμοσύνη, ήταν όλες εμπειρίες δημιουργικές και ουσιαστικές. Το μεγαλύτερο μέρος της παρουσίας μου στο Λος Άντζελες συνδέεται με τη συνεργασία μου με τον διεθνούς φήμης συνθέτη κινηματογράφου George Kallis, ο οποίος υπήρξε και μέντοράς μου, μαζί με το δεξί του χέρι, τον Απόστολο Παπαποστόλου. Μαζί τους εργάστηκα ως Score Coordinator σε μεγάλης κλίμακας συμφωνικά scores για κινηματογραφικές παραγωγές, όπως το Marked Men: Rule + Shaw σε σκηνοθεσία Nick Cassavetes, αλλά και την τελευταία ταινία του franchise The Last Warrior.

Για ένα διάστημα εργάστηκα επίσης στο studio του Bear McCreary, την περίοδο που η ομάδα του δούλευε τη μουσική για τη δεύτερη σεζόν της σειράς The Lord of the Rings: The Rings of Power. Είχα την ευκαιρία να παρευρεθώ σε πολλές ηχογραφήσεις και να συμμετάσχω στη μουσική προετοιμασία. Μεγάλωσα αγαπώντας τον κόσμο του J.R.R. Tolkien, οπότε για μένα ήταν ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα. Υπήρχαν στιγμές που κυριολεκτικά τσιμπούσα τον εαυτό μου για να βεβαιωθώ ότι δεν ονειρεύομαι.

Είσαι ταυτόχρονα συνθέτης και σολίστας της κιθάρας. Ποια ιδιότητα υπερισχύει μέσα σου; Και τι διαφορετικές απαιτήσεις έχει ο κάθε ρόλος;

Μέχρι στιγμής, σίγουρα αυτή του κιθαρίστα. Η αγάπη μου για την κιθάρα ήταν η αφετηρία για να γίνω επαγγελματίας μουσικός. Τα τελευταία τρία-τέσσερα χρόνια, όμως, προσπαθώ συνειδητά να σκέφτομαι περισσότερο ως συνθέτης και filmmaker, γιατί αυτό απαιτεί ο χώρος στον οποίο έχω επιλέξει να επικεντρωθώ.

Ως κιθαρίστας έχω καταλάβει ότι το πιο σημαντικό είναι η συνέπεια, η προετοιμασία και η διάθεση να ακούς τον συνεργάτη σου. Κάποια από αυτά τα στοιχεία τα συναντάς και στον ρόλο του film composer, αλλά εκεί προστίθενται κι άλλα: υπομονή, ευελιξία και ανοιχτό μυαλό στις ιδέες των άλλων. Η δημιουργία μουσικής για ταινίες, σε συνδυασμό με τα ασφυκτικά deadlines, μπορεί να σε φτάσει στα όριά σου. Το συναίσθημα όμως όταν ολοκληρώνεις με επιτυχία ένα έργο είναι το απόλυτο κίνητρο για να συνεχίσεις.

Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες δυσκολίες που συνάντησες μέχρι τώρα και πώς τις αντιμετώπισες;

Η αβεβαιότητα. Όταν έφυγα από την Ελλάδα, δεν ήξερα αν θα καταφέρω καν να ολοκληρώσω τις σπουδές μου, κυρίως για οικονομικούς λόγους. Όταν αποφοίτησα, δεν είχα τους πόρους για να μετακομίσω στο Λος Άντζελες, είχα μόνο μερικούς πολύ καλούς φίλους. Όλο αυτό γεννά άγχος και, κάποιες φορές, έντονη προσωπική αμφισβήτηση. Το να είσαι διεθνής φοιτητής στην Αμερική είναι απαιτητικό σε όλα τα επίπεδα. Η αγάπη μου για τη μουσική, όμως, υπήρξε το πιο ισχυρό μου όπλο απέναντι σε όλα αυτά.

Ποιο είναι το μεγαλύτερό σου όνειρο;

Να διευθύνω τη δική μου ορχήστρα και χορωδία, να ηχογραφήσω στα μεγαλύτερα στούντιο του κόσμου και να συνεργάζομαι με ανθρώπους που εκτιμώ και θαυμάζω.

Ας πάμε σε λίγο πιο προσωπικές ερωτήσεις. Ποιες θα έλεγες ότι είναι οι βασικές σου επιρροές ως καλλιτέχνης;

Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον όπου η μουσική ήταν πάντα παρούσα — σε κάθε στιγμή, σε κάθε περίσταση. Οι επιρροές μου είναι πολλές και προέρχονται από όλα τα πρόσωπα του οικογενειακού μου κύκλου. Αγαπώ τον Μεγάλο Ερωτικό και τον Καπετάν Μιχάλη του Χατζιδάκι, το Deathcrush των Mayhem, το Pain Remains των Lorna Shore, το «Θέλω να τα πω» του Άκη Πάνου, τον Βυζαντινό Εσπερινό του Απόστολου Καλδάρα, την 8η Συμφωνία του Mahler, το Animals των Pink Floyd, το Augment των Erra. Έργα που μπορεί να μην έχουν σχεδόν τίποτα κοινό μεταξύ τους, πέρα από το πόσο έντονα συναισθήματα μου προκαλούν.

Αγαπημένα soundtracks που θα ήθελες να έχεις γράψει εσύ;

Είμαι μεγάλος θαυμαστής του John Williams. Έργα όπως το Harry Potter, Η Λίστα του Σίντλερ και το The Empire Strikes Back είναι κομμάτια τέχνης που πιστεύω ότι θα αποτελούν στο μέλλον την κληρονομιά της παγκόσμιας μουσικής.

Αγαπημένος συνθέτης;

Θαυμάζω πολλούς για το έργο τους: τους Trent Reznor και Atticus Ross, τον Hans Zimmer, τον Yann Tiersen, τον Howard Shore, τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Christos Antoniou (Septicflesh) και τον Κώστα Χρηστίδη.

Αγαπημένος κιθαρίστας;

Δύσκολη ερώτηση. Σίγουρα με έχουν επηρεάσει ο Ritchie Blackmore, ο David Gilmour, ο Plini, ο Adam De Micco των Lorna Shore, ο John Petrucci και ο Jesse Cash των Erra.

Ως ένας freelancer μουσικός στο Λος Άντζελες, η καθημερινότητα του Ντίνου δεν είναι ποτέ η ίδια. Τα πρωινά μπορεί να εργάζεται πάνω σε κάποιο νέο project, συνθέτοντας τη μουσική για μία νέα ταινία ή να ηχογραφεί με την κιθάρα του. Τα μεσημέρια διδάσκει κιθάρα και μουσική θεωρία σε ενήλικες και παιδιά. Τα βράδια πάλι, μπορεί να τον βρουν σε κάποιο στούντιο ηχογράφησης, σε κάποια πρόβα ή σε ένα από τα φημισμένα club της Πόλης των Αγγέλων, όπως το Whiskey A Go Go ή το Viper Room, να παίζει μαζί με την μπάντα του.

Αν και είσαι ένας άνθρωπος που έκανε το χόμπι του επάγγελμα, έχεις κάποιο άλλο χόμπι που σε βοηθάει να αποσυνδεθείς από την καθημερινότητα;

Σίγουρα τα video games, αν και, με έναν τρόπο, θα μπορούσες να πεις πως συνδέονται και με τη δουλειά μου. Και πάντα θα βρω χρόνο να πάω στον κινηματογράφο, είτε με φίλους είτε μόνος. Μου αρέσει επίσης πολύ να μαγειρεύω, με χαλαρώνει και με ταξιδεύει πίσω στην Ελλάδα. Η αλήθεια είναι πως το Λος Άντζελες είναι μια πόλη με εξαντλητικούς ρυθμούς και τρομακτική κίνηση, αλλά σου δίνει τη δυνατότητα να κάνεις τα πάντα, οποιαδήποτε στιγμή. Δεν υπάρχουν πραγματικά καθημερινές και Σαββατοκύριακα εδώ, κάθε μέρα είναι γιορτή!

Τι σου λείπει περισσότερο από την Ελλάδα; Κάτι που θα μπορούσε να σε κάνει να πεις «δεν αντέχω άλλο, γυρνάω πίσω»;

Μου λείπει αρκετά η Ελλάδα, περισσότερο απ’ ό,τι στην αρχή. Πέρα από το φαγητό φυσικά, αυτό που μου λείπει πιο πολύ είναι η δυνατότητα να πατήσεις φρένο στην καθημερινότητα. Στην Άφυτο μπορούσες να πάρεις μια ανάσα, να χαλαρώσεις. Εδώ πρέπει να παλέψεις για να το καταφέρεις. Και φυσικά μου λείπουν οι άνθρωποι. Η οικογένειά μου, οι φίλοι μου, οι παρέες μου.

Αν είχες μπροστά σου ένα νέο παιδί που σκέφτεται να ακολουθήσει τον δρόμο σου, ποια θα ήταν η συμβουλή σου;

Οι δυσκολίες είναι πολλές και θα τις βρίσκεις συνεχώς μπροστά σου. Η αγάπη όμως για τη μουσική, για αυτό που κάνουμε, είναι το μεγαλύτερό μας όπλο.

Η αγάπη του Ντίνου για τη μουσική και την κιθάρα, σε συνδυασμό με το πηγαίο και αστείρευτο ταλέντο του, τον οδήγησαν και ακόμα τον οδηγούν σε αυτό το υπερατλαντικό ταξίδι της καλλιτεχνικής του αναζήτησης. Με θάρρος και επιμονή, όντας πάντα ο εαυτός του, φέροντας περήφανα το Ελληνικό στοιχείο τόσο στη μουσική όσο και στον χαρακτήρα του, είναι έτοιμος να κατακτήσει τη διεθνή μουσική σκηνή. Είναι ένας καλλιτέχνης πολύπλευρος και πολυδιάστατος, που ακροβατεί και εναλλάσσεται με ευκολία και χάρη ανάμεσα στην εκρηκτικότητα των metal ήχων της εφηβείας του, στην αυθεντικότητα του παραδοσιακού και του ρεμπέτικου τραγουδιού, τις αυτοσχεδιαστικές φόρμες της τζαζ και την επιβλητική δομή της συμφωνικής μουσικής.

Δεν θα περάσει πολύς καιρός μέχρι να δούμε το όνομά του στους κεντρικούς τίτλους μίας σπουδαίας ταινίας του Hollywood, ως τον βασικό συνθέτη. Μέχρι να τον δούμε να διευθύνει τη δικιά του συμφωνική ορχήστρα. Ή να τον ακούσουμε να κάνει σόλο με την ηλεκτρική του κιθάρα στη σκηνή ενός μεγάλου σταδίου του εξωτερικού, δίπλα σε τεράστια ονόματα της παγκόσμιας μουσική βιομηχανίας.

Να θυμάστε, λοιπόν, αυτό το όνομα γιατί το μόνο σίγουρο είναι ότι ο Ντίνος Αλβανός θα μας απασχολήσει έντονα στο μέλλον.

Καλή επιτυχία μαέστρο! Και η Ελλάδα θα είναι για πάντα μία κιθάρα δρόμος…