Πολιτισμός|07.03.2026 19:00

Γιώργος Λάνθιμος: Είδαμε την πρώτη του φωτογραφική έκθεση στην Ελλάδα - Πώς ο φακός του δίνει ελευθερία να βλέπει τον κόσμο

Άγγελος Γεραιουδάκης

Άδεια κρεβάτια σε επαρχιακά μοτέλ της Αμερικής, πεταμένα πλυντήρια σε χωράφια, καλοκαιρινά τοπία από ελληνικά νησιά και πρόσωπα που εμφανίζονται ξαφνικά μέσα σ' ένα ονειρικό, σχεδόν μαγικό σκηνικό. Σε μία φωτογραφία, η Έμα Στόουν (Emma Stone) κρατάει ένα κύπελο καφέ, φορώντας ένα από τα κοστούμια της ηρωίδας της από το «Poor Things», ενώ σε μία άλλη μοιάζει να ξεπήδησε από έναν προραφαηλιτικό πίνακα.

Το απόγευμα της Παρασκευής (6 Μαρτίου) είχαμε την ευκαιρία να βρεθούμε στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση και να δούμε από κοντά την πρώτη φωτογραφική έκθεση του Γιώργου Λάνθιμου που έχει παρουσιαστεί ποτέ στην Ελλάδα. Η έκθεση «Photographs», η οποία  θα είναι διαθέσιμη έως τις 17 Μαΐου, στον χώρο -1 της Στέγης, δίνει την ευκαιρία στους επισκέπτες να γνωρίσουν μια άλλη πλευρά του διάσημου σκηνοθέτη. Αυτή τη φορά, ο ίδιος στρέφει το βλέμμα του προς τη φωτογραφία. Αιχμαλωτίζει στιγμές που θα περνούσαν απαρατήρητες και τις «παγώνει» στο χρόνο, σαν να τις κάνει αθάνατες

4 σειρές έργων, 182 φωτογραφίες

Η έκθεση αποτελείται από τρία μέρη που γεννήθηκαν μέσα από τους χώρους των ταινιών του. Πρόκειται για εικόνες τραβηγμένες από τα γυρίσματα, σε αστικές τοποθεσίες όπως η Νέα Ορλεάνη, η Ατλάντα και το Χένλι-ον-Τέιμς στην Αγγλία, αλλά και σε στούντιο στη Βουδαπέστη, όπου ολόκληρες πόλεις στήθηκαν ως κινηματογραφικά σκηνικά. Πολλές από αυτές τις φωτογραφίες εμφανίζονται στα πρόσφατα βιβλία του: το Dear God, the Parthenon Is Still Broken (2024), με εικόνες από τα γυρίσματα του «Poor Things» (2023), το i shall sing these songs beautifully (2024), που δημιουργήθηκε παράλληλα με την ταινία «Ιστορίες καλοσύνης» (2024), και το viscin (2026), το οποίο περιλαμβάνει φωτογραφίες που δεν έχουν παρουσιαστεί στο παρελθόν και τραβήχτηκαν στα πλατό της τελευταίας του ταινίας, «Bugonia» (2025).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το τέταρτο μέρος, που παρουσιάζεται για πρώτη φορά παγκοσμίως. Πρόκειται για μια εν εξελίξει σειρά προσωπικών φωτογραφιών που τραβήχτηκαν στην Ελλάδα. Μέσα από βόλτες στην Αθήνα και ταξίδια σε ελληνικά νησιά, ο Γιώργος Λάνθιμος στρέφει τον φακό του, στο καθημερινό και το φαινομενικά κοινότοπο, παρατηρώντας το με το δικό του ιδιαίτερο και καλλιτεχνικό βλέμμα. 

Μετά την ξενάγηση στους χώρους της έκθεσης ακολούθησε συνέντευξη Τύπου με τον Γιώργο Λάνθιμο και τον επιμελητή της, Michael Mack. Την κουβέντα άνοιξε η καλλιτεχνική διευθύντρια του Ιδρύματος Ωνάση, Αφροδίτη Παναγιωτάκου, η οποία μίλησε με πολύ όμορφα λόγια για τον σκηνοθέτη: «Βλέπουμε μία νέα καριέρα του Γιώργου, παρότι μοιάζει φυσική συνέχεια της προηγούμενης. Θα ήθελα να σε ευχαριστήσω για τη γενναιοδωρία σου να μοιραστείς μαζί μας αυτόν τον "ναό", όχι καν της προσωπικής, αλλά της ιδιωτικής σου περιπλάνησης. Να βλέπουμε φωτογραφίες που τραβήχτηκαν χωρίς συνεργείο, χωρίς καστ, χωρίς κανέναν δίπλα σου. Είναι η δική σου πολυτέλεια στη μοναχικότητά σου και η δική μας πολυτέλεια στο αποτέλεσμά της».

Η μοναχική ματιά πίσω από τις εικόνες

Στις φωτογραφίες του Λάνθιμου διακρίνεται μια έντονη, σχεδόν παιδική περιέργεια για τον κόσμο γύρω του. Τον ελκύει να παρατηρεί πράγματα που όλοι συναντάμε καθημερινά — ένα τοπίο, ένα πρόσωπο, ένα ζώο, μια φευγαλέα στιγμή — και να τα αποτυπώνει με τέτοιο τρόπο ώστε ξαφνικά να μοιάζουν διαφορετικά. Σαν να παίρνει κάτι απολύτως οικείο και να το μετακινεί ελάχιστα από τη συνηθισμένη του θέση, δημιουργώντας μια παράξενη ένταση. Έτσι γεννιέται ένας κόσμος που φαίνεται γνώριμος, αλλά ταυτόχρονα κουβαλά κάτι απροσδόκητο, κάτι που σε κάνει να σταθείς λίγο περισσότερο μπροστά στην εικόνα.

Με παρόμοιο τρόπο λειτουργεί και στον κινηματογράφο. Υπάρχει μια χαρακτηριστική οπτική ματιά που μοιάζει να καταγράφει στιγμές και καταστάσεις σαν να συγκροτεί ένα προσωπικό αρχείο εικόνων. Μικρά αποσπάσματα ενός κόσμου που παρατηρεί με ιδιαίτερη προσοχή. Η φωτογραφία, άλλωστε, υπήρξε από νωρίς βασικό κομμάτι της καλλιτεχνικής του διαδρομής. Πριν ακόμη αρχίσει να αφηγείται ιστορίες στο λευκό πανί, ένιωθε την ανάγκη απλώς να κοιτάζει και να φωτογραφίζει ό,τι του τραβούσε το ενδιαφέρον γύρω του. Μικρές, παράξενες ή τρυφερές στιγμές της καθημερινότητας.

Ακόμη και κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων των ταινιών του, η φωτογραφική μηχανή βρίσκεται συχνά στο χέρι του, έτοιμη να καταγράψει μικρές στιγμές γύρω από το πλατό. Για τον ίδιο, η φωτογραφία λειτουργεί διαφορετικά από τη δουλειά του ως σκηνοθέτη. Είναι πιο ελεύθερη, πιο αυθόρμητη και δεν χρειάζεται να ακολουθεί τους αυστηρούς κανόνες του κινηματογράφου. «Στη σχολή μαθαίνεις πολύ γρήγορα ότι το σινεμά είναι 24 φωτογραφίες το δευτερόλεπτο», έχει πει, εξηγώντας πως αρχικά τη χρησιμοποίησε ως έναν τρόπο να κατανοήσει καλύτερα τη γλώσσα της εικόνας. Με τον καιρό, όμως, έγινε κάτι πολύ πιο προσωπικό. Ενας δικός του τρόπος να παρατηρεί τον κόσμο γύρω του, να κρατά μικρά στιγμιότυπα της καθημερινότητας και να τα κοιτά ξανά, με μεγαλύτερη προσοχή.

Η ελευθερία της φωτογραφίας

Η φωτογραφία, όπως λέει και ο ίδιος, του δίνει τη δυνατότητα να παρουσιάζει τις εικόνες του με διαφορετικούς τρόπους, όπως μέσα από ένα βιβλίο, μια έκθεση ή μέσα από νέους συνδυασμούς που κάθε φορά δημιουργούν μια άλλη, διαφορετική ιστορία. Παράλληλα, τον γοητεύει η διαδικασία της δημιουργίας. Η επαφή με τις φωτογραφικές μηχανές, ο σκοτεινός θάλαμος, η εμφάνιση του φιλμ, η εκτύπωση των φωτογραφιών. Όπως περιγράφει χαρακτηριστικά: «Μπορείς να βγεις μια βόλτα, να τραβήξεις ένα ρολό φιλμ, να επιστρέψεις σπίτι και λίγο αργότερα να κρατάς δύο φωτογραφίες στα χέρια σου. Υπάρχει μια άμεση ικανοποίηση ή και απογοήτευση αν δεν πήγε όπως περίμενες. Αλλά αυτή η αμεσότητα της διαδικασίας είναι πολύ δυνατή».

Ιδιαίτερη είναι και η σχέση του με το ασπρόμαυρο φιλμ. Από νωρίς ένιωθε ότι το ασπρόμαυρο είχε τη δύναμη να μεταμορφώνει τον ρεαλισμό σε κάτι διαφορετικό, πιο αφαιρετικό. Παρότι ξεκίνησε την καριέρα του, στην Ελλάδα, σ' έναν χώρο όπου κυριαρχούσε η καθαρή, λαμπερή εικόνα των διαφημίσεων, εκείνος ένιωθε πάντα μια έλξη προς τη μονοχρωμία. Με τον καιρό αυτή η προτίμηση έγινε συνειδητή επιλογή, ειδικά όταν άρχισε να φωτογραφίζει ξανά την Ελλάδα μετά από χρόνια απουσίας.

Όπως εξήγησε, το ασπρόμαυρο τον βοηθούσε ν' αποφύγει την εύκολη «καρτ ποστάλ» αισθητική των ελληνικών τοπίων. «Δεν ήθελα τα χρώματα να αποσπούν την προσοχή από το ίδιο το αντικείμενο της φωτογραφίας», σημείωσε. Έτσι, όταν φωτογραφίζει στην Ελλάδα, επιλέγει συνειδητά να έχει στην κάμερά του μόνο ασπρόμαυρο φιλμ. Σε μια πιο απρόσμενη ερώτηση, ποια φωτογραφία του θα επέλεγε για να καλωσορίζει τους επισκέπτες στο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος», η απάντησή του προκάλεσε γέλια: «Δεν νομίζω ότι θα μου ανέθεταν κάτι τέτοιο, οπότε δεν χρειάζεται να το σκεφτώ».

Οι «σκληρές» εικόνες του πολέμου

Η συζήτηση στη συνέχεια πήρε έναν πιο σοβαρό τόνο, όταν τέθηκε το ερώτημα αν θα τον ενδιέφερε να φωτογραφίσει «σκληρές» εικόνες, όπως εκείνες των εμπόλεμων ζωνών. Ο ίδιος απάντησε με ειλικρίνεια ότι προτιμά να στρέφει τον φακό του σε χώρους και καταστάσεις με τις οποίες αισθάνεται ότι έχει μια ουσιαστική σχέση. «Αν βρισκόμουν σ' ένα τέτοιο μέρος και είχα μια προσωπική σύνδεση με αυτό, ίσως να το έκανα», ανέφερε, διευκρινίζοντας ωστόσο πως δεν θα ήταν απόλυτα ειλικρινές από την πλευρά του να προσεγγίσει τέτοιες εικόνες απλώς ως εξωτερικός παρατηρητής. Και όταν στο τέλος ρωτήθηκε αν θα άντεχε να βρίσκεται σ' ένα τέτοιο περιβάλλον με τη φωτογραφική μηχανή στο χέρι, η απάντησή του ήταν απλή και άμεση: «Δεν νομίζω. Αλλιώς θα ήμουν ήδη εκεί».

έκθεσηφωτογραφίαΣτέγη Ιδρύματος ΩνάσηΓιώργος Λάνθιμος