Κάποτε η Αθήνα κράταγε ιστορίες μέσα σε μικρές αυλές, σε σιδερένιες σκάλες, σε σπίτια γεμάτα λαχτάρα για τραγούδι και θέατρο. Σε μια τέτοια αυλή στον Βοτανικό γεννήθηκε στις 18 Ιουνίου 1939 ένα παιδί με βλέμμα στραμμένο ψηλά. Το όνομα εκείνου του παιδιού έγινε αργότερα σύμβολο. Η ιστορία του Γιώργου Μαρίνου μοιάζει με αφήγηση που ξεκινά σε ασπρόμαυρη ταινία και σιγά-σιγά γεμίζει χρώματα.
Παιδί χωρισμένων γονιών, μεγαλωμένο πλάι στη μητέρα του Βασιλική, με μια καρδιά γεμάτη ευαισθησία και μια φαντασία που ταξίδευε ψηλά. Κάποια στιγμή στη ζωή του εμφανίστηκε ξανά και ο πατέρας του, Αλέξανδρος, επιστρέφοντας από τη Μακρόνησο. Εκείνες οι συναντήσεις, εκείνα τα βλέμματα, έπλασαν έναν χαρακτήρα βαθιά ανθρώπινο και γεμάτο αντοχή. Ο νεαρός Γιώργος κοιτούσε τον ουρανό και αναζητούσε το δικό του αστέρι. Στα όνειρα υπήρχε σκηνή, τραγούδι, φώτα και κοινό. Στα μάτια του θεάτρου έβλεπε έναν κόσμο σχεδόν μαγικό. Η αγάπη για το τραγούδι, τον χορό, τη θεατρική πρόζα, όλα μπλέκονταν σαν πολύχρωμη κορδέλα.
Το 1962 εμφανίστηκε στην ιστορική παράσταση «Οδός Ονείρων» του Μάνος Χατζιδάκις. Εκεί βρέθηκε πλάι σε τεράστιες μορφές του ελληνικού θεάτρου, όπως ο Δημήτρης Χορν και η Ρένα Βλαχοπούλου. Από εκείνη τη στιγμή το αγόρι της Οδού Ονείρων μπήκε σε τροχιά καλλιτεχνικής λάμψης. Σιγά - σιγά γεννήθηκε κάτι εντελώς δικό του. Ο Μαρίνος ένωσε πρόζα, τραγούδι, σάτιρα και χορό σ' ένα είδος παράστασης που στην Ελλάδα φάνταζε πρωτόγνωρο. Εκείνη η τόλμη χάρισε στον κόσμο έναν νέο τρόπο διασκέδασης. Και κάπως έτσι, ένα παιδί από μια αυλή του Βοτανικού άνοιξε δρόμο για πολλούς άλλους. Με ένα μικρόφωνο στο χέρι και με βλέμμα στραμμένο πάντα προς τα άστρα.
Κάθε παράστασή του έμοιαζε με γιορτή
Στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’60, η σκηνή ζητούσε προσωπικότητες με θάρρος και τόλμη. Ο Γιώργος Μαρίνος εμφανίστηκε σαν καλλιτέχνης που χωρούσε πολλά πρόσωπα μαζί. Ηθοποιός, τραγουδιστής, σατιρικός αφηγητής, παρουσιαστής, δημιουργός μιας παράστασης που έμοιαζε με μικρό σύμπαν. Εκείνος προτιμούσε μια λέξη, διασκεδαστής. Μια λέξη απλή, γεμάτη ουσία. Στη σκηνή τραγουδούσε, γελούσε, αφηγούνταν ιστορίες, χόρευε, πείραζε το κοινό. Η ενέργεια που σκορπούσε και γέμιζε ολόκληρη αίθουσα. Κάθε παράσταση έμοιαζε με γιορτή. Για εκείνον η τέχνη αποτελούσε χώρο αλήθειας. Μια σκηνή όπου ο άνθρωπος στέκεται γυμνός από προσχήματα και μοιράζεται τον εσωτερικό του κόσμο.
Σημαντικός σταθμός στάθηκε το θρυλικό κέντρο Μέδουσα, εκεί όπου για σχεδόν είκοσι χρόνια παρουσίαζε βραδιές γεμάτες χιούμορ, μουσική και θεατρική φλόγα. Οι άνθρωποι κατέβαιναν τα σκαλιά του χώρου με περιέργεια και έβγαιναν με χαμόγελο και θαυμασμό. Συνεργασίες με δημιουργούς, όπως ο Σταμάτης Κραουνάκης και η Λίνα Νικολακοπούλου έφεραν τραγούδια και κείμενα που έμειναν ζωντανά στη μνήμη του κοινού. Από εκείνα τα χρόνια γεννήθηκαν στιγμές γεμάτες πνεύμα, σαρκασμό και τρυφερότητα.
Ο Γιώργος Μαρίνος είχε κάτι από αερικό. Ένα χάρισμα που δυσκολεύεται να περιγραφεί. Χιούμορ κοφτερό, μυαλό γρήγορο, βλέμμα γεμάτο κατανόηση για τον άνθρωπο. Το κοινό ένιωθε πως παρακολουθεί μια παράσταση που γεννιέται μπροστά στα μάτια του. Η σκηνή για εκείνον αποτέλεσε τόπο ελευθερίας. Κάθε βράδυ στεκόταν μπροστά στον κόσμο με αξιοπρέπεια και αλήθεια. Η καλλιτεχνική του περπατησιά δημιούργησε μια ολόκληρη σχολή. Πολλοί μιμήθηκαν το ύφος, ελάχιστοι πλησίασαν τη μαγεία. Γι’ αυτό και το όνομά του ακούγεται ακόμη σαν ξεχωριστό είδος. Σαν τίτλος παράστασης που συνεχίζει να φωτίζει τη μνήμη του ελληνικού θεάτρου.
Θάρρος, αλήθεια και αξιοπρέπεια
Η ιστορία του Γιώργου Μαρίνου κουβαλά κάτι περισσότερο από καλλιτεχνική λάμψη. Κουβαλά στάση ζωής. Σε μια εποχή γεμάτη κοινωνικά στερεότυπα, εκείνος στάθηκε μπροστά στο κοινό με απόλυτη ειλικρίνεια για τη σεξουαλική ταυτότητά του. Η απόφαση αυτή είχε τεράστια σημασία για πολλούς ανθρώπους. Λειτούργησε ως φως σε μια κοινωνία που μάθαινε σιγά - σιγά να βλέπει διαφορετικά.
Ο ίδιος έλεγε πως η επιλογή αυτή σήμαινε μεγάλη ευθύνη. Κάθε εμφάνιση στη σκηνή χρειαζόταν αξιοπρέπεια, λεπτότητα και σοβαρότητα. Η στάση του θύμιζε εκείνη μεγάλων πνευματικών μορφών, όπως ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Γιάννης Τσαρούχης. Η κοινωνία πολλές φορές μαθαίνει μέσα από ανθρώπους που τολμούν να προχωρήσουν πρώτοι. Ο Γιώργος Μαρίνος άνοιξε μια πόρτα. Πολλοί αργότερα πέρασαν από εκείνη την πόρτα με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.
Παράλληλα, η προσωπικότητά του είχε μια ιδιαίτερη ισορροπία. Θηλυκότητα και αντρική δύναμη συναντιούνταν με αρμονία. Στη σκηνή αυτό μετατρεπόταν σε καλλιτεχνική γοητεία. Οι άνθρωποι που συνεργάστηκαν μαζί του θυμούνται τελειομανία, εργατικότητα και δικαιοσύνη. Όταν κάποιος έδινε τον καλύτερο εαυτό του, ο ίδιος το αναγνώριζε με γενναιοδωρία. Γι’ αυτό και πολλοί μιλούν για έναν καλλιτέχνη που έζησε με καθαρότητα. Μια πορεία γεμάτη δημιουργία, τόλμη και βαθιά αγάπη για την τέχνη.
Το άστρο που γύρισε στον ουρανό
Κάποια πρόσωπα μοιάζουν με αστέρια. Λάμπουν έντονα, ταξιδεύουν ψηλά και αφήνουν φως ακόμη και όταν απομακρύνονται από τον ορίζοντα. Ο Γιώργος Μαρίνος ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Η καλλιτεχνική του πορεία απλώθηκε για δεκαετίες. Από τις μπουάτ του Νέου Κύματος μέχρι τη Μέδουσα, από το θέατρο μέχρι την τηλεόραση. Στα χρόνια της ιδιωτικής τηλεόρασης πολλοί θυμούνται τις εντυπωσιακές εκπομπές του, στο ANT1, γεμάτες λάμψη και χιούμορ.
Παράλληλα κυκλοφόρησαν τραγούδια που έμειναν αγαπημένα. Στιγμές όπως το «Σε λίγο θα σβήσουν τα φώτα» ή το παιχνιδιάρικο «Κάνε μου λιγάκι μμμ…» έδειχναν την ιδιαίτερη σχέση του με τη μουσική. «Αυτό που κάνω δεν το θεωρώ επάγγελμα. Το θεωρώ χόμπι. Γιατί ένας άνθρωπος, ο οποίος διασκεδάζει με αυτό που κάνει, είναι ευτυχισμένος που το κάνει, δεν κουράζεται. Εμένα οι καλύτερες στιγμές της ζωής μου ήταν πάνω στη σκηνή». Κάποια στιγμή επέλεξε μια πιο ήσυχη ζωή, μακριά από τη σκηνή. Στο κτήμα του κοντά στη φύση βρήκε έναν ρυθμό πιο γαλήνιο. Εκεί συνέχισε να γράφει σκέψεις και αναμνήσεις για το βιβλίο της ζωής του.
Το αγόρι της «Οδού Ονείρων» μοιάζει να επέστρεψε εκεί όπου κοιτούσε παιδί. Στον ουρανό γεμάτο αστέρια. Εκεί όπου κάθε καλλιτέχνης βρίσκει τη μεγάλη σκηνή του χρόνου. Η Ελλάδα κράτησε από τον Γιώργο Μαρίνο κάτι πολύτιμο. Έναν καλλιτέχνη μοναδικό, φωτεινό, γενναίο. Έναν άνθρωπο που έζησε με πάθος, πνεύμα και αξιοπρέπεια. Και κάπου ανάμεσα στα αστέρια λάμπει τώρα και το δικό του. Ένα άστρο που συνεχίζει να φωτίζει ιστορίες, τραγούδια και μνήμες.


