Ελλάδα|02.04.2019 15:15

Βασίλης Λυριτζής: Ο καρκίνος τον νίκησε, έμεινε αθάνατη η ανθρωπιά του

Σπύρος Σεραφείμ

Το τηλέφωνο, όταν χτυπά ξημερώματα, σπάνια μεταφέρει καλές ειδήσεις...  Στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής ένας συνάδελφος, κοινός φίλος: «Έλα, συγγνώμη, αλλά δεν έχω καλά νέα: Ο Βασίλης ‘’έφυγε’’». Δεν χρειαζόταν να μου εξηγήσει σε ποιον Βασίλη αναφερόταν.

Στη δημοσιογραφική πιάτσα γνωρίζαμε τη μάχη που έδινε ο Βασίλης Λυριτζής απέναντι σε μια άκρως επιθετική μορφή καρκίνου. Έτσι, χωρίς εισαγωγικά η μάχη, όπως το έβλεπε ο ίδιος, όπως απαντούσε όταν τον ρωτούσαν «τι κάνεις;». «Ε, ας τα λέμε καλά. Αλλά το θέμα δεν είναι να κερδίσω τη ‘’μάχη’’, αλλά τον πόλεμο», έλεγε και η φωνή του διακοπτόταν από τον «παλιοβήχα», όπως έλεγε. Χιούμορ σκληρό, εγγλέζικο, φλεγματικό, με τεράστιες δόσεις πραγματισμού. Επειδή (και) αυτός ήταν ο Βασίλης.    

Ήξερε ότι όταν σε χτυπά ο καρκίνος το πιο πιθανό είναι να σε κερδίσει. Ακόμα κι αν πολεμήσεις γενναία, μέχρι και την ύστατη ώρα, στην τελευταία νοσηλεία σου σε νοσοκομείο. Και μετά, άναυδος, μένεις να κοιτάς τα «μετά»: «Η πολιτική κηδεία του θα γίνει την Τετάρτη στις 15:00, στο Α’ Νεκροταφείο. Αντί στεφάνων, η οικογένεια παρακαλεί να κατατεθούν εισφορές στη ‘’Φλόγα’’».

Δημοσιογράφος από άλλη πάστα

Αλήθεια, τι να πεις στη σύζυγό του, στην Ελένη, στα δυο παιδιά τους, τη Μαριλένα και τον Δημήτρη; Να τους πεις [κουράγιο», να τονίσεις ότι ήταν ξεχωριστός; Ότι ήταν από άλλη πάστα δημοσιογράφος;

Οι δικοί του άνθρωποι λένε ότι έτσι ήταν από τότε που γεννήθηκε, στο Ηράκλειο Κρήτης, το 1957, αν και  μεγάλωσε στην Αθήνα με τους γονείς του και τον αδελφό του Μάνο. Όταν τελείωσε το σχολείο μετακινήθηκε βορειότερα για σπουδές στη Φιλοσοφική Θεσσαλονίκης, στο τμήμα της Ιταλικής Φιλολογίας. Εκεί έκανε την πρώτη στράτα του στη δημοσιογραφία, ενώ έδωσε μια άλλη μάχη στην ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος. Πάλι χωρίς εισαγωγικά. Υπηρέτησε στον Στρατό στο Μανταμάδο της Μυτιλήνης, για να διηγείται απίστευτες ιστορίες, με τον απίστευτο τρόπο που είχε – ήταν ένας story teller, αν και ποτέ δεν αποδέχθηκε αυτόν τον χαρακτηρισμό. Γιατί; Επειδή ήταν πραγματικά σεμνός.

Μιλώντας για «μάχες», η «μάχιμη» δημοσιογραφία ξεκίνησε στην Αθήνα, στην «Αυγή» και το 1990 στον ραδιοφωνικό σταθμό Flash 9,61. Συντάκτης αρχικά, αρχισυντάκτης και παρουσιαστής αργότερα του βραδινού δελτίου, ενώ στη συνέχεια μαζί με τον Δημήτρη Οικονόμου ανέλαβαν το πρωινό μαγκαζίνο του σταθμού. Ο Βασίλης έβλεπε μπροστά και σκέφτηκε να στήσει ένα από τα πρώτα ενημερωτικά site στην Ελλάδα, το www.flash.gr. Μάλιστα, κατέβασε και έναν Σαλονικιό για να το κάνει αυτό – πόσοι άνθρωποι, τελικά, χρωστούν στον Λυριτζή ότι τους άλλαξε τις ζωές;

Ακόμη περισσότεροι γνώρισαν τον Βασίλη μέσα από το τεράστιο δημοσιογραφικό κεφάλαιο που έγραψε το οποίο, εκτός από ήχο είχε και καρέ. Τηλεοπτικά καρέ. Ήταν το -μακρινό, πια- 2002 όταν το δίδυμο Λυριτζή - Οικονόμου άρχισε να βγαίνει κάθε απόγευμα «Εκτός Γραμμής», μέσα από τη συχνότητα της Δημόσιας Τηλεόρασης. Δεν πέρασαν πολλοί μήνες και τους ανέθεσαν από την ΕΡΤ να ξυπνούν την Ελλάδα με την εκπομπή «Πρώτη Γραμμή».

Το 2010 ήρθε ένα τέλος εποχής αφού η εκπομπή τους τα μάζεψε τα πράγματα και έφυγε για την τηλεόραση του ΣΚΑΪ, όπου μέχρι το καλοκαίρι του 2017 η «Πρώτη Γραμμή» έβγαινε on air με το πλέον γνωστό τηλεοπτικό δίδυμο -«Λυριτζής-Οικονόμου»- και τότε έριξε τίτλους τέλους.

Ο Βασίλης Λυριτζής έμεινε μόνο στις ραδιοφωνικές εκπομπές, στον Real Fm και έγραφε για εμάς, για την εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, την άποψή του η οποία ήταν πάντα προϊόν βαθιάς σκέψης, ένα μικρό απόσταγμα σοφίας. Άλλωστε, ό,τι έκανε ήταν βαθιά φιλοσοφημένο και εκφερόταν με έναν ανατρεπτικό λόγο ο οποίος σε έκανε να δεις τα πράγματα διαφορετικά. Και, τελικά, πιο σωστά.

Σωστό δεν ήταν αυτό που συνέβη με την υγεία του και τον έκανε να φύγει από τη ζωή, σε ηλικία 62 ετών. Θα τον θυμόμαστε για τις εκπομπές του, σε ερτζιανά και τηλεόραση, για το γέλιο του, για την ανθρωπιά που επέδειξε σε άπειρες περιπτώσεις, σε καταστάσεις όπου εκείνος θεωρούσε ότι ο ίδιος δεν χρειαζόταν κάποια ειδική μνεία. Θα τον θυμόμαστε για την αξιοπρέπειά του, μέχρι την τελευταία στιγμή. Ο ίδιος μισούσε αυτά τα κείμενα, δεν γούσταρε υπερβολές και «κορώνες», δεν θα ήθελε να γραφεί τίποτε για εκείνον, για τον θάνατό του. Άλλωστε, πάντα έλεγε ότι η μεγαλύτερη ανταμοιβή για έναν δημοσιογράφο δεν είναι τα λεφτά που πήρε, εν ζωή, σε κάποιο μισθολόγιο, αλλά το πώς θα τον θυμούνται όλοι «όταν πάρει άλλη στράτα», όπως τόνιζε ο ίδιος.

Το θέμα, Μπιλ μου, δεν είναι το πώς θα σε θυμόμαστε. Αλλά ότι δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ…

Βασίλης Λυριτζής