SOS για το νερό: Δίκτυα-«σουρωτήρια», 13.000 παράνομες γεωτρήσεις και το σχέδιο-μαμούθ των 5,5 δισ.
Μαρία ΛιλιοπούλουΠαλαιωμένα δίκτυα που ευθύνονται για την απώλεια έως και του 1/3 των υδάτων κατά μέσο όρο, 13.000 παράνομες γεωτρήσεις η λειτουργία των οποίων αποκαλύπτει το τεράστιο έλλειμμα στην εποπτεία και περίπου 740 διαφορετικοί πάροχοι που πρέπει να συντονιστούν με έξι υπουργεία, το σύνολο δήμων, Περιφερειών και Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και τη Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ) σε συνδυασμό με ένα χαοτικό τοπίο στην τιμολόγηση, συνθέτουν την υδατική εικόνα της Ελλάδας, πολλές περιοχές της οποίας έχουν έρθει ήδη αντιμέτωπες με τον κίνδυνο της λειψυδρίας.
Και όλα αυτά τη στιγμή που σύμφωνα με το κείμενο της Εθνικής Στρατηγικής Υδάτων που αναρτήθηκε την Τρίτη σε δημόσια διαβούλευση έως τις 22 Ιουλίου από το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, το 36,1% των επιφανειακών υδάτων της χώρας βρίσκεται σε κίνδυνο ή πιθανόν σε κίνδυνο, ενώ η κατάσταση είναι ιδιαίτερα επιβαρυμένη στη Θεσσαλία (63% σε κίνδυνο) και την Αττική (40% σε κίνδυνο) και ακολουθούν τα υδατικά διαμερίσματα της Ανατολικής Μακεδονίας και της Ηπείρου.
Οπως προκύπτει από τα στοιχεία, η χώρα μας δεν αντιμετωπίζει αποκλειστικά πρόβλημα επάρκειας υδάτινων πόρων, αλλά κυρίως ζήτημα διαχείρισής τους. Και καθώς η κλιματική αλλαγή επιταχύνει τις πιέσεις, η αδυναμία αυτή τείνει να αποκτήσει διαστάσεις ...εθνικού προβλήματος.
Βάσει των δεδομένων, η γεωργία απορροφά περίπου το 85% των συνολικών απολήψεων νερού στην Ελλάδα, ποσοστό που συγκαταλέγεται στα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, περίπου το 80% των υπόγειων υδάτων αντλείται για αρδευτικούς σκοπούς. Το αποτέλεσμα είναι ότι πολλές λεκάνες απορροής εμφανίζουν μόνιμα υδατικά ελλείμματα, αρκετοί υπόγειοι υδροφορείς βρίσκονται σε κατάσταση υπερεκμετάλλευσης και σε πολλές παράκτιες περιοχές καταγράφεται προχωρημένη υφαλμύρινση. Τα μεγαλύτερα προβλήματα εντοπίζονται στη Θεσσαλία, την Κεντρική Μακεδονία, την Ανατολική Στερεά Ελλάδα, την Ανατολική Πελοπόννησο, την Κρήτη και στα νησιά του Αιγαίου.
Την ίδια στιγμή, ένα τεράστιο τμήμα του νερού που αντλείται χάνεται πριν καν φτάσει στον τελικό καταναλωτή. Οι απώλειες στα δίκτυα ύδρευσης αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες παθογένειες του συστήματος. Ο εθνικός μέσος όρος κινείται περίπου στο 35%, ωστόσο σε ορισμένες περιοχές τα ποσοστά είναι σοκαριστικά.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, στην Κρήτη οι απώλειες φτάνουν το 49%, στην Ανατολική Πελοπόννησο το 47%, στην Ανατολική Μακεδονία το 42% και στη Θεσσαλία το 33%. Με άλλα λόγια, σε ορισμένες περιοχές σχεδόν το μισό νερό που εισέρχεται στα δίκτυα εξαφανίζεται πριν φτάσει στις βρύσες των καταναλωτών.
Μολονότι οι αιτίες είναι γνωστές εδώ και χρόνια, μνημονεύονται ξανά και ξανά χωρίς στο πέρασμα των ετών να έχει αλλάξει κάτι ριζικά. Παλαιωμένοι αγωγοί, ανεπαρκής συντήρηση, διαρροές που παραμένουν αδιάγνωστες για μεγάλα χρονικά διαστήματα, περιορισμένη χρήση συστημάτων τηλεμετρίας και σημαντική υστέρηση στις επενδύσεις συνθέτουν την εικόνα διαρκούς φθοράς. Στις φυσικές απώλειες προστίθενται και οι ποσότητες που δεν καταγράφονται ή δεν χρεώνονται εξαιτίας παράνομων συνδέσεων, προβληματικών υδρομέτρων, αραιών καταμετρήσεων και αδυναμίας παρακολούθησης της πραγματικής κατανάλωσης.
Παράλληλα, η κατάσταση των υπόγειων υδροφορέων επιβαρύνεται από την ανεξέλεγκτη άντληση νερού. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ελληνικής Αρχής Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΕΑΓΜΕ), οι γεωτρήσεις χωρίς άδεια χρήσης νερού ξεπερνούν τις 13.000, αριθμός που μιλά από μόνος του για την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών εποπτείας.
Αλλωστε, όπως διαχρονικά διαπιστώνεται, οι αρμόδιες υπηρεσίες εμφανίζονται υποστελεχωμένες και συχνά αδυνατούν να παρακολουθήσουν τις υδροληψίες, να ελέγξουν τις παράνομες αντλήσεις, να διασφαλίσουν την τήρηση των περιβαλλοντικών όρων και να επιβλέψουν τη συμμόρφωση με τις άδειες χρήσης νερού. Το αποτέλεσμα είναι η συστηματική επιβάρυνση πολλών υδροφορέων και η διαρκής υποβάθμιση των αποθεμάτων.
Ανησυχητική είναι και η εικόνα της ποιότητας των υδάτων, καθώς όπως προκύπτει από τα δεδομένα, μόλις το 45% των επιφανειακών υδατικών συστημάτων βρίσκεται σήμερα σε καλή οικολογική κατάσταση, ενώ το υπόλοιπο παρουσιάζει μέτρια έως κακή κατάσταση και απαιτεί πρόσθετα μέτρα αποκατάστασης. Αντίστοιχα, περίπου το 82% των υπόγειων υδατικών συστημάτων βρίσκεται σε καλή ποσοτική κατάσταση, γεγονός που σημαίνει ότι σχεδόν ένα στα πέντε αντιμετωπίζει προβλήματα υπεράντλησης ή άλλα σοβαρά προβλήματα.
Στις βασικές αιτίες υποβάθμισης συγκαταλέγονται η εντατική γεωργία, η υπερβολική χρήση λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, η διάχυτη ρύπανση από νιτρικά, οι ανεπαρκείς υποδομές επεξεργασίας λυμάτων σε ορισμένες περιοχές, η υπερεκμετάλλευση των υδροφορέων και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Κρίσιμο ρόλο ωστόσο παίζουν και τα τεράστια οικονομικά προβλήματα των φορέων ευθύνης του νερού. Τόσο στην ύδρευση όσο και στην αποχέτευση η μέση ανάκτηση χρηματοοικονομικού κόστους ανέρχεται μόλις στο 80%, πράγμα που σημαίνει ότι οι πάροχοι εισπράττουν κατά μέσο όρο λιγότερα χρήματα από όσα απαιτούνται για να καλύψουν πλήρως τα λειτουργικά τους έξοδα.
Μάλιστα οι αποκλίσεις μεταξύ περιοχών είναι τεράστιες. Στη Δυτική Μακεδονία η ανάκτηση κόστους περιορίζεται στο 58%, ενώ στην Ανατολική Πελοπόννησο φτάνει το 96%. Ακόμη και όταν συνυπολογίζονται οι ιδιωτικές γεωτρήσεις, η μέση ανάκτηση ανέρχεται στο 84%, με διακυμάνσεις από 64% έως 104%.
Στην άρδευση η κατάσταση είναι ακόμη δυσμενέστερη. Η μέση ανάκτηση κόστους ανέρχεται μόλις στο 74%. Στη Δυτική Μακεδονία καταγράφεται εξαιρετικά χαμηλό ποσοστό μόλις 17%, ενώ στην Ήπειρο φτάνει το 115%. Με την ενσωμάτωση των ιδιωτικών γεωτρήσεων, η μέση ανάκτηση διαμορφώνεται στο 91,2%, με εύρος από 73% έως 109%.
Η αδυναμία κάλυψης του πραγματικού κόστους δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο με τους παρόχους ύδατος να αδυνατούν να επενδύσουν σε νέα έργα, να εκσυγχρονίσουν ή έστω να συντηρήσουν τις υποδομές. Παράλληλα συσσωρεύουν χρέη, κυρίως προς τους παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας, με αποτέλεσμα το κράτος να παρεμβαίνει περιοδικά για τη ρύθμιση ή κάλυψη μέρους των οφειλών, μεταφέροντας τελικά το κόστος στους φορολογούμενους.
Καθόλου ξεκάθαρα δεν είναι τα πράγματα και όσον αφρά το καθεστώς τιμολόγησης. Σε πολλές περιοχές εφαρμόζονται διαφορετικές κατηγορίες χρεώσεων, διαφορετικά πάγια και διαφορετικές κλίμακες κατανάλωσης. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι λογαριασμοί εκδίδονται μόνο μία φορά τον χρόνο παρόλο που προβλέπεται έκδοση τουλάχιστον τρεις φορές ετησίως, ενώ καταγράφονται ακόμη και περιπτώσεις μη αποστολής λογαριασμών, «φαινόμενο που φαίνεται να εντείνεται στην χρονική περίοδο πριν από τις δημοτικές εκλογές», όπως αναφέρεται. Εχουν επίσης καταγραφεί περιπτώσεις εμπειρικής τιμολόγησης χωρίς πραγματική κοστολόγηση, ενώ σε αρκετούς δήμους, τα οικονομικά στοιχεία της ύδρευσης δεν διαχωρίζονται από τα υπόλοιπα οικονομικά δεδομένα της δημοτικής διοίκησης.
Ακόμη πιο προβληματική είναι η εικόνα στην άρδευση. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι παραγωγοί συνεχίζουν να χρεώνονται ανά στρέμμα ή ανά καλλιέργεια και όχι με βάση την πραγματική κατανάλωση νερού. Έτσι, δεν δημιουργούνται ουσιαστικά κίνητρα εξοικονόμησης, ενώ η απουσία συστημάτων μέτρησης πρακτικά εξουδετερώνει κάθε προσπάθεια ορθολογικής διαχείρισης.
Το πρόβλημα γιγαντώνεται και από τον κατακερματισμό της διακυβέρνησης. Σήμερα λειτουργούν περισσότεροι από 290 πάροχοι ύδρευσης και αποχέτευσης και πάνω από 450 φορείς άρδευσης. Συνολικά, περισσότεροι από 740 διαφορετικοί οργανισμοί εμπλέκονται στη διαχείριση του νερού.
Οι ελλείψεις προσωπικού επιδεινώνουν την κατάσταση. Μηχανικοί, υδρογεωλόγοι, οικονομικοί αναλυτές, τεχνικοί πεδίου και διοικητικό προσωπικό λείπουν από πολλές υπηρεσίες, ιδιαίτερα σε μικρούς δήμους και νησιωτικές περιοχές.
Τα 5,5 δισ. ευρώ ξεπερνούν τα αναγκαία έργα
Με βάση τα υφιστάμενα δεδομένα και κυρίως το Εθνικό Επιχειρησιακό Σχέδιο για το Πόσιμο Νερό, το οποίο καταρτίστηκε το 2022 από το υπουργείο Περιβάλλοντος, προσδιορίστηκαν 1.922 έργα ύδρευσης συνολικού προϋπολογισμού 5,4 δισ. ευρώ.
Ο υπολογισμός, πάντως, αυτός θεωρείται ήδη παρωχημένος και εκτιμάται ότι η τρέχουσα επικαιροποίηση του σχεδίου θα οδηγήσει σε ακόμα υψηλότερες εκτιμήσεις κόστους λαμβάνοντας υπόψη το συνδυασμό των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, τη νέα ευρωπαική Οδηγία για το πόσιμο νερό, τις αυξήσεις των τιμών και την αύξηση του τουρισμού.
Βάσει του αρχικού σχεδιασμού οι παρεμβάσεις χωρίζονται σε τρεις βασικές προτεραιότητες:
1η προτεραιότητα (644 έργα, 1,9 δισ. €): Εξασφάλιση επάρκειας και αναβάθμιση ποιότητας πόσιμου νερού με νέα έργα υδροληψίας και αφαλατώσεων, επεκτάσεις δικτύων, αναβάθμιση υφισταμένων και νέες εγκαταστάσεις επεξεργασίας.
2η προτεραιότητα (933 έργα, 2,3 δισ. €): Αντικατάσταση δικτύων για τη μείωση διαρροών, αναβάθμιση εγκαταστάσεων επεξεργασίας νερού και εξοικονόμηση ενέργειας σε υφιστάμενα έργα αφαλατώσεων.
3η προτεραιότητα (345 έργα, 1,2 δισ. €): Αυτοματοποίηση δικτύων και εγκαταστάσεων και εξοικονόμηση ενέργειας.
Οπως αποτυπώνεται στο κείμενο της εθνικής στρατηγικής, πρώτος στόχος είναι η δραστική μείωση των απωλειών μέσω αντικατάστασης παλαιών αγωγών, εγκατάστασης συστημάτων τηλεμετρίας, ψηφιοποίησης των δικτύων και εντοπισμού διαρροών σε πραγματικό χρόνο.
Δεύτερος άξονας είναι η καθολική υδρομέτρηση. Προβλέπεται η εγκατάσταση έξυπνων υδρομέτρων στα δίκτυα ύδρευσης και η υποχρεωτική υδρομέτρηση στην άρδευση έως το τέλος του 2026, ώστε κάθε κυβικό μέτρο που καταναλώνεται να μπορεί να καταγράφεται.
Τρίτος άξονας είναι η πλήρης κοστολόγηση των υπηρεσιών ύδατος και η σύνδεση των τιμολογίων με πραγματικά δεδομένα κατανάλωσης.
Παράλληλα ενισχύεται ο ρόλος της ΡΑΑΕΥ, η οποία καλείται να αξιολογεί όλους τους παρόχους, να ελέγχει την οικονομική τους κατάσταση, να παρακολουθεί την τιμολογιακή πολιτική, να καθορίζει ενιαίους δείκτες απόδοσης και να επιβάλλει μεγαλύτερη διαφάνεια.
Μεγαλώνουν ΕΥΔΑΠ – ΕΥΑΘ – Ερχονται συγχωνεύσεις
Κεντρικό στοιχείο της μεταρρύθμισης αποτελεί η αναδιοργάνωση των παρόχων, καθώς το μοντέλο των εκατοντάδων μικρών φορέων θεωρείται πλέον μη βιώσιμο. Στη Θεσσαλία ο Οργανισμός Διαχείρισης Υδάτων Θεσσαλίας (ΟΔΥΘ) αναλαμβάνει σταδιακά την ενσωμάτωση 55 ΤΟΕΒ, επιχειρώντας για πρώτη φορά ενιαία διαχείριση του αρδευτικού νερού σε επίπεδο υδατικού διαμερίσματος.
Παράλληλα προωθείται η επέκταση της ΕΥΔΑΠ στις Περιφερειακές Ενότητες Αττικής, Βοιωτίας, Φωκίδας και Εύβοιας και της ΕΥΑΘ στις Περιφερειακές Ενότητες Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής, ώστε να αξιοποιηθεί η τεχνική επάρκεια και η οργανωτική εμπειρία των δύο μεγαλύτερων παρόχων της χώρας. Αντίστοιχα, στην Κρήτη εξετάζεται η αξιοποίηση του Οργανισμού Ανάπτυξης Κρήτης ως περιφερειακού πυλώνα διαχείρισης.
Στο πεδίο των ελέγχων προβλέπεται η επικαιροποίηση των μητρώων, η πλήρης καταγραφή υδροληψιών, η στελέχωση της ΕΑΓΜΕ και η αυστηροποίηση των ελέγχων για τις παράνομες γεωτρήσεις. Παράλληλα σχεδιάζονται νέα έργα αποθήκευσης νερού, ενίσχυση ταμιευτήρων, επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων υδάτων, προστασία των υπόγειων υδροφορέων και βελτίωση της διαχείρισης πλημμυρικών κινδύνων.
- Σε πύρινο κλοιό η Ευρώπη: Καταρρέουν οι υποδομές από τον ιστορικό καύσωνα - «Φωτιά» στις τιμές του ρεύματος
- Τρόμος από συμμορίες ανηλίκων στο Περιστέρι: Κυκλοφορούν με μαχαίρια και σιδερογροθιές
- Ακραίο: Ανήσυχοι οι επιστήμονες μετά από δύο διαδοχικές πυρκαγιές στη Γροιλανδία
- Μεγάλη διαρροή στη Meta: Άφησε εκτεθειμένες μέχρι και τις ιδιωτικές συνομιλίες των υπαλλήλων της